ك
إصحاح
G3961
G3962. patḗr
G3963
المعنى المختصر للكلمة
patḗr: a "father" (literally or figuratively, near or more remote)
اللفظ الأصلي πατήρ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق patḗr (pat-ayr)
تكرار الورود في الكتاب 227 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

apparently a primary word;

المعنى والشرح المفصل

a "father" (literally or figuratively, near or more remote)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
father parent

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὁ ; πατὴρ (32×) τὸν ; πατέρα (20×) τοῦ ; πατρὸς (14×) πάτερ, (14×) πατέρα (14×) πατρὸς (12×) ὁ ; πατήρ, (9×) τῷ ; πατρὶ (8×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (227 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَأَبًا لِلْخِتَانِ لِلَّذِينَ لَيْسُوا مِنَ الْخِتَانِ فَقَطْ، بَلْ أَيْضًا يَسْلُكُونَ فِي خُطُوَاتِ إِيمَانِ أَبِينَا إِبْرَاهِيمَ الَّذِي وَهُوَ فِي الْغُرْلَةِ.
καὶ ; πατέρα περιτομῆς, τοῖς οὐκ ἐκ περιτομῆς μόνον ἀλλὰ καὶ στοιχοῦσιν τοῖς ἴχνεσιν τῆς ; πίστεως τοῦ ; πατρὸς ; ἡμῶν Ἀβραάμ. τῆς ἐν τῇ ; ἀκροβυστίᾳ
لِهذَا هُوَ مِنَ الإِيمَانِ، كَيْ يَكُونَ عَلَى سَبِيلِ النِّعْمَةِ، لِيَكُونَ الْوَعْدُ وَطِيدًا لِجَمِيعِ النَّسْلِ. لَيْسَ لِمَنْ هُوَ مِنَ النَّامُوسِ فَقَطْ، بَلْ أَيْضًا لِمَنْ هُوَ مِنْ إِيمَانِ إِبْرَاهِيمَ، الَّذِي هُوَ أَبٌ لِجَمِيعِنَا.
διὰ τοῦτο ἐκ πίστεως, ἵνα κατὰ χάριν, εἶναι τὴν ; ἐπαγγελίαν βεβαίαν παντὶ τῷ ; σπέρματι, οὐ τῷ ἐκ τοῦ ; νόμου μόνον ἀλλὰ καὶ τῷ ἐκ πίστεως Ἀβραάμ, ὅς ἐστιν πατὴρ πάντων ; ἡμῶν
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: إِنِّي قَدْ جَعَلْتُكَ أَبًا لأُمَمٍ كَثِيرَةٍ. أَمَامَ اللهِ الَّذِي آمَنَ بِهِ، الَّذِي يُحْيِي الْمَوْتَى، وَيَدْعُو الأَشْيَاءَ غَيْرَ الْمَوْجُودَةِ كَأَنَّهَا مَوْجُودَةٌ.
καθὼς ὅτι γέγραπται τέθεικά ; σε, πατέρα ἐθνῶν πολλῶν κατέναντι θεοῦ, οὗ ἐπίστευσεν τοῦ ζῳοποιοῦντος τοὺς ; νεκροὺς καὶ ; καλοῦντος τὰ μὴ ὄντα ὡς ὄντα·
فَهُوَ عَلَى خِلاَفِ الرَّجَاءِ، آمَنَ عَلَى الرَّجَاءِ، لِكَيْ يَصِيرَ أَبًا لأُمَمٍ كَثِيرَةٍ، كَمَا قِيلَ: هكَذَا يَكُونُ نَسْلُكَ.
ὃς παρ᾽ ἐλπίδα ἐπίστευσεν ἐπ᾽ ἐλπίδι εἰς τὸ ; γενέσθαι ; αὐτὸν πατέρα ἐθνῶν πολλῶν κατὰ ; τὸ εἰρημένον· οὕτως ἔσται τὸ ; σπέρμα ; σου·
فَدُفِنَّا مَعَهُ بِالْمَعْمُودِيَّةِ لِلْمَوْتِ، حَتَّى كَمَا أُقِيمَ الْمَسِيحُ مِنَ الأَمْوَاتِ، بِمَجْدِ الآبِ، هكَذَا نَسْلُكُ نَحْنُ أَيْضًا فِي جِدَّةِ الْحَيَاةِ.
συνετάφημεν ; οὖν αὐτῷ διὰ ; τοῦ ; βαπτίσματος εἰς ; τὸν ; θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ ; τῆς ; δόξης τοῦ ; πατρός, οὕτως περιπατήσωμεν. ἡμεῖς καὶ ἐν καινότητι ζωῆς
إِذْ لَمْ تَأْخُذُوا رُوحَ الْعُبُودِيَّةِ أَيْضًا لِلْخَوْفِ، بَلْ أَخَذْتُمْ رُوحَ التَّبَنِّي الَّذِي بِهِ نَصْرُخُ: يَا أَبَا الآبُ.
γὰρ οὐ ἐλάβετε πνεῦμα δουλείας πάλιν εἰς ; φόβον, ἀλλ᾽ ἐλάβετε πνεῦμα υἱοθεσίας ᾧ ἐν κράζομεν· αββα ὁ ; πατήρ.
وَلَهُمُ الآبَاءُ، وَمِنْهُمُ الْمَسِيحُ حَسَبَ الْجَسَدِ، الْكَائِنُ عَلَى الْكُلِّ إِلهًا مُبَارَكًا إِلَى الأَبَدِ. آمِينَ.
ὧν οἱ ; πατέρες καὶ ; ἐξ ; ὧν ὁ ; Χριστὸς κατὰ σάρκα, ὁ ; ὢν ἐπὶ πάντων θεὸς εὐλογητὸς εἰς τοὺς ; αἰῶνας, ἀμήν.¶
مِنْ جِهَةِ الإِنْجِيلِ هُمْ أَعْدَاءٌ مِنْ أَجْلِكُمْ، وَأَمَّا مِنْ جِهَةِ الاخْتِيَارِ فَهُمْ أَحِبَّاءُ مِنْ أَجْلِ الآبَاءِ،
κατὰ ; μὲν τὸ ; εὐαγγέλιον ἐχθροὶ δι᾽ ; ὑμᾶς δὲ κατὰ τὴν ; ἐκλογὴν ἀγαπητοὶ διὰ τοὺς ; πατέρας·
لِكَيْ تُمَجِّدُوا اللهَ أَبَا رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، بِنَفْسٍ وَاحِدَةٍ وَفَمٍ وَاحِدٍ.
ἵνα δοξάζητε τὸν ; θεὸν καὶ ; πατέρα τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. ὁμοθυμαδὸν ἐν ; στόματι ἑνὶ
وَأَقُولُ: يَسُوعَ الْمَسِيحَ قَدْ صَارَ خَادِمَ الْخِتَانِ، مِنْ أَجْلِ صِدْقِ اللهِ، حَتَّى يُثَبِّتَ مَوَاعِيدَ الآبَاءِ.
λέγω ; δέ Ἰησοῦν Χριστὸν γεγενῆσθαι διάκονον περιτομῆς ὑπὲρ ἀληθείας θεοῦ εἰς βεβαιῶσαι τὰς ; ἐπαγγελίας τῶν ; πατέρων,
لأَنَّهُ وَإِنْ كَانَ لَكُمْ رَبَوَاتٌ مِنَ الْمُرْشِدِينَ فِي الْمَسِيحِ، لكِنْ لَيْسَ آبَاءٌ كَثِيرُونَ. لأَنِّي أَنَا وَلَدْتُكُمْ فِي الْمَسِيحِ يَسُوعَ بِالإِنْجِيلِ.
γὰρ ἐὰν ἔχητε μυρίους παιδαγωγοὺς ἐν Χριστῷ ἀλλ᾽ οὐ πατέρας· πολλοὺς γὰρ ἐγὼ ὑμᾶς ; ἐγέννησα.¶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ ; τοῦ ; εὐαγγελίου
يُسْمَعُ مُطْلَقًا أَنَّ بَيْنَكُمْ زِنًى. وَزِنًى هَكَذَا لاَ يُسَمَّى بَيْنَ الأُمَمِ، حَتَّى أَنْ تَكُونَ لِلإِنْسَانِ امْرَأَةُ أَبِيهِ.
ἀκούεται Ὅλως ἐν ; ὑμῖν πορνεία, καὶ ; πορνεία τοιαύτη οὐδὲ ὀνομάζεται, ἐν τοῖς ; ἔθνεσιν ὥστε ἔχειν· τινα γυναῖκά τοῦ ; πατρὸς
لكِنْ لَنَا إِلهٌ وَاحِدٌ: الآبُ الَّذِي مِنْهُ جَمِيعُ الأَشْيَاءِ، وَنَحْنُ لَهُ. وَرَبٌّ وَاحِدٌ: يَسُوعُ الْمَسِيحُ، الَّذِي بِهِ جَمِيعُ الأَشْيَاءِ، وَنَحْنُ بِهِ.
ἀλλ᾽ ἡμῖν θεὸς εἷς ὁ ; πατὴρ ἐξ ; οὗ πάντα τὰ καὶ ; ἡμεῖς εἰς ; αὐτόν, καὶ ; κύριος εἷς Ἰησοῦς Χριστὸς οὗ δι᾽ πάντα τὰ καὶ ; ἡμεῖς δι᾽ ; αὐτοῦ.
وَبَعْدَ ذلِكَ النِّهَايَةُ، مَتَى سَلَّمَ الْمُلْكَ ِللهِ الآبِ، مَتَى أَبْطَلَ كُلَّ رِيَاسَةٍ وَكُلَّ سُلْطَانٍ وَكُلَّ قُوَّةٍ.
εἶτα τὸ ; τέλος, ὅταν παραδῷ τὴν ; βασιλείαν τῷ ; θεῷ καὶ ; πατρί, ὅταν καταργήσῃ πᾶσαν ἀρχὴν καὶ ; πᾶσαν ἐξουσίαν καὶ δύναμιν·
مُبَارَكٌ اللهُ أَبُو رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، أَبُو الرَّأْفَةِ وَإِلهُ كُلِّ تَعْزِيَةٍ،
Εὐλογητὸς ὁ ; θεὸς καὶ ; πατὴρ τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ; πατὴρ τῶν ; οἰκτιρμῶν καὶ ; θεὸς πάσης παρακλήσεως,
مُبَارَكٌ اللهُ أَبُو رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، أَبُو الرَّأْفَةِ وَإِلهُ كُلِّ تَعْزِيَةٍ،
Εὐλογητὸς ὁ ; θεὸς καὶ ; πατὴρ τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ; πατὴρ τῶν ; οἰκτιρμῶν καὶ ; θεὸς πάσης παρακλήσεως,
وَأَكُونَ لَكُمْ أَبًا، وَأَنْتُمْ تَكُونُونَ لِي بَنِينَ وَبَنَاتٍ، يَقُولُ الرَّبُّ، الْقَادِرُ عَلَى كُلِّ شَيْءٍ.
καὶ ; ἔσομαι ὑμῖν εἰς ; πατέρα καὶ ; ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς ; υἱοὺς καὶ ; θυγατέρας, λέγει κύριος παντοκράτωρ.¶
اَللهُ أَبُو رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، الَّذِي هُوَ مُبَارَكٌ إِلَى الأَبَدِ، يَعْلَمُ أَنِّي لَسْتُ أَكْذِبُ.
Ὁ ; θεὸς καὶ ; πατὴρ τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁ ὢν εὐλογητὸς εἰς τοὺς ; αἰῶνας, οἶδεν, ὅτι οὐ ψεύδομαι.¶
بُولُسُ، رَسُولٌ لاَ مِنَ النَّاسِ وَلاَ بِإِنْسَانٍ، بَلْ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ وَاللهِ الآبِ الَّذِي أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ،
Παῦλος ἀπόστολος οὐκ ἀπ᾽ ἀνθρώπων οὐδὲ δι᾽ ; ἀνθρώπου ἀλλὰ διὰ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ; θεοῦ πατρὸς τοῦ ἐγείραντος ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν
بَلْ هُوَ تَحْتَ أَوْصِيَاءَ وَوُكَلاَءَ إِلَى الْوَقْتِ الْمُؤَجَّلِ مِنْ أَبِيهِ.
ἀλλ᾽ ἐστὶν ὑπὸ ἐπιτρόπους καὶ ; οἰκονόμους ἄχρι τῆς ; προθεσμίας τοῦ ; πατρός.
ثُمَّ بِمَا أَنَّكُمْ أَبْنَاءٌ، أَرْسَلَ اللهُ رُوحَ ابْنِهِ إِلَى قُلُوبِكُمْ صَارِخًا: يَا أَبَا الآبُ.
δέ ὅτι ἐστε υἱοί, ἐξαπέστειλεν ὁ ; θεὸς τὸ ; πνεῦμα τοῦ ; υἱοῦ ; αὐτοῦ εἰς τὰς ; καρδίας ; ὑμῶν κρᾶζον· αββα ὁ ; πατήρ.
مُبَارَكٌ اللهُ أَبُو رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، الَّذِي بَارَكَنَا بِكُلِّ بَرَكَةٍ رُوحِيَّةٍ فِي السَّمَاوِيَّاتِ فِي الْمَسِيحِ،
Εὐλογητὸς ὁ ; θεὸς καὶ ; πατὴρ τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ εὐλογήσας ; ἡμᾶς ἐν ; πάσῃ εὐλογίᾳ πνευματικῇ ἐν τοῖς ; ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ,
كَيْ يُعْطِيَكُمْ إِلهُ رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، أَبُو الْمَجْدِ، رُوحَ الْحِكْمَةِ وَالإِعْلاَنِ فِي مَعْرِفَتِهِ،
ἵνα δώῃ ; ὑμῖν ὁ ; θεὸς τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ; πατὴρ τῆς ; δόξης, πνεῦμα σοφίας καὶ ; ἀποκαλύψεως ἐν ἐπιγνώσει ; αὐτοῦ,
لأَنَّ بِهِ لَنَا كِلَيْنَا قُدُومًا فِي رُوحٍ وَاحِدٍ إِلَى الآبِ.
ὅτι δι᾽ ; αὐτοῦ ἔχομεν οἱ ; ἀμφότεροι τὴν ; προσαγωγὴν ἐν πνεύματι ἑνὶ πρὸς τὸν ; πατέρα.¶
بِسَبَبِ هذَا أَحْنِي رُكْبَتَيَّ لَدَى أَبِي رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ،
χάριν Τούτου κάμπτω τὰ ; γόνατά ; μου πρὸς τὸν ; πατέρα τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,
إِلهٌ وَآبٌ وَاحِدٌ لِلْكُلِّ، الَّذِي عَلَى الْكُلِّ وَبِالْكُلِّ وَفِي كُلِّكُمْ.
θεὸς καὶ ; πατὴρ εἷς πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων καὶ ; διὰ ; πάντων καὶ ; ἐν πᾶσιν ; ὑμῖν.
شَاكِرِينَ كُلَّ حِينٍ عَلَى كُلِّ شَيْءٍ فِي اسْمِ رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، ِللهِ وَالآبِ.
εὐχαριστοῦντες πάντοτε ὑπὲρ ; πάντων ἐν ὀνόματι τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τῷ ; θεῷ καὶ ; πατρί·
وَأَنْتُمْ أَيُّهَا الآبَاءُ، لاَ تُغِيظُوا أَوْلاَدَكُمْ، بَلْ رَبُّوهُمْ بِتَأْدِيبِ الرَّبِّ وَإِنْذَارِهِ.
Καὶ ; οἱ πατέρες, μὴ παροργίζετε τὰ ; τέκνα ; ὑμῶν, ἀλλ᾽ ἐκτρέφετε ; αὐτὰ ἐν ; παιδείᾳ κυρίου.¶ καὶ ; νουθεσίᾳ
سَلاَمٌ عَلَى الإِخْوَةِ، وَمَحَبَّةٌ بِإِيمَانٍ مِنَ اللهِ الآبِ وَالرَّبِّ يَسُوعَ الْمَسِيحِ.
εἰρήνη τοῖς ἀδελφοῖς καὶ ; ἀγάπη μετὰ ; πίστεως ἀπὸ θεοῦ πατρὸς καὶ ; κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.¶
وَيَعْتَرِفَ كُلُّ لِسَانٍ أَنَّ يَسُوعَ الْمَسِيحَ هُوَ رَبٌّ لِمَجْدِ اللهِ الآبِ.
καὶ ; ἐξομολογήσηται πᾶσα γλῶσσα ὅτι Ἰησοῦς Χριστὸς κύριος εἰς ; δόξαν θεοῦ πατρός.¶