ك
إصحاح
G3755
G3756. ou
G3757
المعنى المختصر للكلمة
ou: the absolute negative (compare ) adverb
اللفظ الأصلي οὐ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ou (oo)
تكرار الورود في الكتاب 1412 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 the absolute negative (compare ) adverb
2 no or not
الإنجليزية — KJV Translation Tags
+ long nay neither never no (X man) none (can-)not + nothing + special un(-worthy) when + without + yet but

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

οὐκ (564×) οὐ (485×) καὶ ; οὐκ (123×) οὐχ (80×) καὶ ; οὐ (55×) καὶ ; οὐχ (16×) Οὐ (14×) Οὐκ (7×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1412 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَالَّذِينَ هُمْ فِي الْجَسَدِ لاَ يَسْتَطِيعُونَ أَنْ يُرْضُوا اللهَ.
οἱ ; δὲ ὄντες ἐν σαρκὶ οὐ δύνανται· ἀρέσαι θεῷ
وَأَمَّا أَنْتُمْ فَلَسْتُمْ فِي الْجَسَدِ بَلْ فِي الرُّوحِ، إِنْ كَانَ رُوحُ اللهِ سَاكِنًا فِيكُمْ. وَلكِنْ إِنْ كَانَ أَحَدٌ لَيْسَ لَهُ رُوحُ الْمَسِيحِ، فَذلِكَ لَيْسَ لَهُ.
δὲ ὑμεῖς οὐκ ; ἐστὲ ἐν σαρκὶ ἀλλ᾽ ἐν πνεύματι, εἴπερ ; εἰ πνεῦμα θεοῦ οἰκεῖ ἐν ; ὑμῖν. δέ εἰ τις οὐκ ἔχει, πνεῦμα Χριστοῦ οὗτος οὐκ ἔστιν ; αὐτοῦ.
وَأَمَّا أَنْتُمْ فَلَسْتُمْ فِي الْجَسَدِ بَلْ فِي الرُّوحِ، إِنْ كَانَ رُوحُ اللهِ سَاكِنًا فِيكُمْ. وَلكِنْ إِنْ كَانَ أَحَدٌ لَيْسَ لَهُ رُوحُ الْمَسِيحِ، فَذلِكَ لَيْسَ لَهُ.
δὲ ὑμεῖς οὐκ ; ἐστὲ ἐν σαρκὶ ἀλλ᾽ ἐν πνεύματι, εἴπερ ; εἰ πνεῦμα θεοῦ οἰκεῖ ἐν ; ὑμῖν. δέ εἰ τις οὐκ ἔχει, πνεῦμα Χριστοῦ οὗτος οὐκ ἔστιν ; αὐτοῦ.
فَإِذًا أَيُّهَا الإِخْوَةُ نَحْنُ مَدْيُونُونَ لَيْسَ لِلْجَسَدِ لِنَعِيشَ حَسَبَ الْجَسَدِ.
Ἄρα ; οὖν, ἀδελφοί, ἐσμὲν ὀφειλέται οὐ τῇ ; σαρκὶ ζῆν· κατὰ τοῦ ; σάρκα
إِذْ لَمْ تَأْخُذُوا رُوحَ الْعُبُودِيَّةِ أَيْضًا لِلْخَوْفِ، بَلْ أَخَذْتُمْ رُوحَ التَّبَنِّي الَّذِي بِهِ نَصْرُخُ: يَا أَبَا الآبُ.
γὰρ οὐ ἐλάβετε πνεῦμα δουλείας πάλιν εἰς ; φόβον, ἀλλ᾽ ἐλάβετε πνεῦμα υἱοθεσίας ᾧ ἐν κράζομεν· αββα ὁ ; πατήρ.
فَإِنِّي أَحْسِبُ أَنَّ آلاَمَ الزَّمَانِ الْحَاضِرِ لاَ تُقَاسُ بِالْمَجْدِ الْعَتِيدِ أَنْ يُسْتَعْلَنَ فِينَا.
γὰρ Λογίζομαι ὅτι τὰ ; παθήματα τοῦ ; καιροῦ νῦν οὐκ ἄξια πρὸς ; τὴν ; δόξαν μέλλουσαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ; ἡμᾶς.
إِذْ أُخْضِعَتِ الْخَلِيقَةُ لِلْبُطْلِ لَيْسَ طَوْعًا، بَلْ مِنْ أَجْلِ الَّذِي أَخْضَعَهَا عَلَى الرَّجَاءِ.
γὰρ ὑπετάγη, ἡ ; κτίσις τῇ ; ματαιότητι οὐχ ἑκοῦσα ἀλλὰ διὰ τὸν ὑποτάξαντα, ἐφ᾽ ἑλπίδι
وَلَيْسَ هكَذَا فَقَطْ، بَلْ نَحْنُ الَّذِينَ لَنَا بَاكُورَةُ الرُّوحِ، نَحْنُ أَنْفُسُنَا أَيْضًا نَئِنُّ فِي أَنْفُسِنَا، مُتَوَقِّعِينَ التَّبَنِّيَ فِدَاءَ أَجْسَادِنَا.
οὐ μόνον ἀλλὰ καὶ ; αὐτοὶ ἔχοντες τὴν ; ἀπαρχὴν τοῦ ; πνεύματος ἡμεῖς καὶ στενάζομεν ἐν ἑαυτοῖς ἀπεκδεχόμενοι, υἱοθεσίαν τὴν ; ἀπολύτρωσιν τοῦ ; σώματος ; ἡμῶν.
لأَنَّنَا بِالرَّجَاءِ خَلَصْنَا. وَلكِنَّ الرَّجَاءَ الْمَنْظُورَ لَيْسَ رَجَاءً، لأَنَّ مَا يَنْظُرُهُ أَحَدٌ كَيْفَ يَرْجُوهُ أَيْضًا.
γὰρ τῇ ; ἐλπίδι ἐσώθημεν· δὲ ἐλπὶς βλεπομένη οὐκ ἔστιν ; ἐλπίς· γὰρ ὃ βλέπει τίς, τί ἐλπίζει; καὶ
وَلكِنْ إِنْ كُنَّا نَرْجُو مَا لَسْنَا نَنْظُرُهُ فَإِنَّنَا نَتَوَقَّعُهُ بِالصَّبْرِ.
δὲ εἰ ἐλπίζομεν, ὃ οὐ βλέπομεν ἀπεκδεχόμεθα. δι᾽ ; ὑπομονῆς
وَكَذلِكَ الرُّوحُ أَيْضًا يُعِينُ ضَعَفَاتِنَا، لأَنَّنَا لَسْنَا نَعْلَمُ مَا نُصَلِّي لأَجْلِهِ كَمَا يَنْبَغِي. وَلكِنَّ الرُّوحَ نَفْسَهُ يَشْفَعُ فِينَا بِأَنَّاتٍ لاَ يُنْطَقُ بِهَا.
ὡσαύτως πνεῦμα ; τὸ καὶ συναντιλαμβάνεται ταῖς; ἀσθενείαις; ἡμῶν· γὰρ οὐκ οἴδαμεν, τί προσευξώμεθα καθὸ δεῖ ἀλλ᾽ τὸ ; πνεῦμα αὐτὸ ὑπερεντυγχάνει ὑπὲρ ; ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις·
اَلَّذِي لَمْ يُشْفِقْ عَلَى ابْنِهِ، بَلْ بَذَلَهُ لأَجْلِنَا أَجْمَعِينَ، كَيْفَ لاَ يَهَبُنَا أَيْضًا مَعَهُ كُلَّ شَيْءٍ.
ὅς οὐκ ἐφείσατο, γε ; τοῦ ; ἰδίου ; υἱοῦ ἀλλ᾽ παρέδωκεν ; αὐτόν, ὑπὲρ ; ἡμῶν πάντων πῶς οὐχὶ ἡμῖν ; χαρίσεται;¶ καὶ σὺν ; αὐτῷ πάντα τὰ
أَقُولُ الصِّدْقَ فِي الْمَسِيحِ، لاَ أَكْذِبُ، وَضَمِيرِي شَاهِدٌ لِي بِالرُّوحِ الْقُدُسِ:
λέγω Ἀλήθειαν ἐν Χριστῷ, οὐ ψεύδομαι, τῆς ; συνειδήσεώς ; μου συμμαρτυρούσης μοι ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ,
وَلكِنْ لَيْسَ هكَذَا حَتَّى إِنَّ كَلِمَةَ اللهِ قَدْ سَقَطَتْ. لأَنْ لَيْسَ جَمِيعُ الَّذِينَ مِنْ إِسْرَائِيلَ هُمْ إِسْرَائِيلِيُّونَ،
δὲ Οὐχ οἷον ὅτι ὁ ; λόγος τοῦ ; θεοῦ. ἐκπέπτωκεν γὰρ οὐ πάντες οἱ ἐξ Ἰσραὴλ οὗτοι Ἰσραήλ·
وَلكِنْ لَيْسَ هكَذَا حَتَّى إِنَّ كَلِمَةَ اللهِ قَدْ سَقَطَتْ. لأَنْ لَيْسَ جَمِيعُ الَّذِينَ مِنْ إِسْرَائِيلَ هُمْ إِسْرَائِيلِيُّونَ،
δὲ Οὐχ οἷον ὅτι ὁ ; λόγος τοῦ ; θεοῦ. ἐκπέπτωκεν γὰρ οὐ πάντες οἱ ἐξ Ἰσραὴλ οὗτοι Ἰσραήλ·
أَيْ لَيْسَ أَوْلاَدُ الْجَسَدِ هُمْ أَوْلاَدَ اللهِ، بَلْ أَوْلاَدُ الْمَوْعِدِ يُحْسَبُونَ نَسْلاً.
τοῦτ᾽ ; ἔστιν, οὐ τὰ ; τέκνα τῆς ; σαρκὸς ταῦτα τέκνα τοῦ ; θεοῦ, ἀλλὰ τὰ ; τέκνα τῆς ; ἐπαγγελίας λογίζεται ; εἰς σπέρμα.
وَلَيْسَ ذلِكَ فَقَطْ، بَلْ رِفْقَةُ أَيْضًا، وَهِيَ حُبْلَى مِنْ وَاحِدٍ وَهُوَ إِسْحَاقُ أَبُونَا.
Οὐ δέ, μόνον ἀλλὰ Ῥεβέκκα καὶ ἔχουσα κοίτην ἐξ ἑνὸς Ἰσαὰκ τοῦ ; πατρὸς ; ἡμῶν·
لأَنَّهُ لَمْ يُولَدَا وَلاَ فَعَلاَ خَيْرًا أَوْ شَرًّا، لِكَيْ يَثْبُتَ قَصْدُ اللهِ حَسَبَ الاخْتِيَارِ، لَيْسَ مِنَ الأَعْمَالِ بَلْ مِنَ الَّذِي يَدْعُو،
γὰρ μήπω γεννηθέντων μηδὲ πραξάντων τι ; ἀγαθὸν ἢ κακόν ἵνα μένῃ, ἡ ; πρόθεσις τοῦ ; θεοῦ κατ᾽ ἐκλογὴν οὐκ ἐξ ἔργων ἀλλ᾽ ἐκ ; τοῦ καλοῦντος,
فَإِذًا لَيْسَ لِمَنْ يَشَاءُ وَلاَ لِمَنْ يَسْعَى، بَلْ ِللهِ الَّذِي يَرْحَمُ.
ἄρα ; οὖν οὐ τοῦ θέλοντος οὐδὲ τοῦ τρέχοντος ἀλλὰ θεοῦ. τοῦ ἐλεῶντος
أَمْ لَيْسَ لِلْخَزَّافِ سُلْطَانٌ عَلَى الطِّينِ، أَنْ يَصْنَعَ مِنْ كُتْلَةٍ وَاحِدَةٍ إِنَاءً لِلْكَرَامَةِ وَآخَرَ لِلْهَوَانِ.
οὐκ ὁ ; κεραμεὺς ἐξουσίαν τοῦ πηλοῦ ποιῆσαι ἐκ φυράματος τοῦ ; αὐτοῦ ὃ ; σκεῦος εἰς ; τιμὴν ὃ εἰς ; ἀτιμίαν;¶
الَّتِي أَيْضًا دَعَانَا نَحْنُ لَيْسَ مِنَ الْيَهُودِ فَقَطْ بَلْ مِنَ الأُمَمِ أَيْضًا.
οὓς καὶ ἐκάλεσεν ἡμᾶς οὐ ἐξ Ἰουδαίων μόνον ἀλλὰ ἐξ ἐθνῶν, καὶ
كَمَا يَقُولُ فِي هُوشَعَ أَيْضًا: سَأَدْعُو الَّذِي لَيْسَ شَعْبِي شَعْبِي، وَالَّتِي لَيْسَتْ مَحْبُوبَةً مَحْبُوبَةً.
ὡς λέγει· ἐν τῷ ; Ὡσηὲ καὶ καλέσω τὸν οὐ λαόν ; μου λαόν ; μου καὶ ; τὴν οὐκ ἠγαπημένην ἠγαπημένην.
كَمَا يَقُولُ فِي هُوشَعَ أَيْضًا: سَأَدْعُو الَّذِي لَيْسَ شَعْبِي شَعْبِي، وَالَّتِي لَيْسَتْ مَحْبُوبَةً مَحْبُوبَةً.
ὡς λέγει· ἐν τῷ ; Ὡσηὲ καὶ καλέσω τὸν οὐ λαόν ; μου λαόν ; μου καὶ ; τὴν οὐκ ἠγαπημένην ἠγαπημένην.
وَيَكُونُ فِي الْمَوْضِعِ الَّذِي قِيلَ لَهُمْ لَسْتُمْ شَعْبِي، أَنَّهُ هُنَاكَ يُدْعَوْنَ أَبْنَاءَ اللهِ الْحَيِّ.
καὶ ; ἔσται ἐν τῷ ; τόπῳ οὗ ἐρρέθη αὐτοῖς· οὐ λαός ; μου ; ὑμεῖς, ἐκεῖ κληθήσονται υἱοὶ θεοῦ ζῶντος.
وَلكِنَّ إِسْرَائِيلَ، وَهُوَ يَسْعَى فِي أَثَرِ نَامُوسِ الْبِرِّ، لَمْ يُدْرِكْ نَامُوسَ الْبِرِّ.
δὲ Ἰσραὴλ διώκων νόμον δικαιοσύνης οὐκ ἔφθασεν. εἰς ; νόμον δικαιοσύνης
لِمَاذَا. لأَنَّهُ لَيْسَ بِالإِيمَانِ، بَلْ كَأَنَّهُ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ. فَإِنَّهُمُ اصْطَدَمُوا بِحَجَرِ الصَّدْمَةِ،
τί; ὅτι οὐκ ἐκ ; πίστεως ἀλλ᾽ ὡς ἐξ ; ἔργων νόμου· γὰρ προσέκοψαν τῷ ; λίθῳ τοῦ ; προσκόμματος
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: هَا أَنَا أَضَعُ فِي صِهْيَوْنَ حَجَرَ صَدْمَةٍ وَصَخْرَةَ عَثْرَةٍ، وَكُلُّ مَنْ يُؤْمِنُ بِهِ لاَ يُخْزَى.
καθὼς γέγραπται· ἰδοὺ τίθημι ἐν Σιὼν λίθον προσκόμματος καὶ ; πέτραν σκανδάλου, καὶ ; πᾶς ὁ πιστεύων ἐπ᾽ ; αὐτῷ οὐ καταισχυνθήσεται.¶
لأَنِّي أَشْهَدُ لَهُمْ أَنَّ لَهُمْ غَيْرَةً ِللهِ، وَلكِنْ لَيْسَ حَسَبَ الْمَعْرِفَةِ.
γὰρ μαρτυρῶ αὐτοῖς ὅτι ἔχουσιν ζῆλον θεοῦ ἀλλ᾽ οὐ κατ᾽ ἐπίγνωσιν.
لأَنَّهُمْ إِذْ كَانُوا يَجْهَلُونَ بِرَّ اللهِ، وَيَطْلُبُونَ أَنْ يُثْبِتُوا بِرَّ أَنْفُسِهِمْ لَمْ يُخْضَعُوا لِبِرِّ اللهِ.
γὰρ ἀγνοοῦντες τὴν ; δικαιοσύνην τοῦ ; θεοῦ καὶ ; ζητοῦντες στῆσαι τὴν ; δικαιοσύνην ἰδίαν οὐχ ὑπετάγησαν.¶ τῇ ; δικαιοσύνῃ τοῦ ; θεοῦ
لأَنَّ الْكِتَابَ يَقُولُ: كُلُّ مَنْ يُؤْمِنُ بِهِ لاَ يُخْزَى.
γὰρ ἡ ; γραφή· Λέγει πᾶς ὁ πιστεύων ἐπ᾽ ; αὐτῷ οὐ καταισχυνθήσεται.