ك
إصحاح
G3164
G3165.
G3166
المعنى المختصر للكلمة
mé: me
اللفظ الأصلي μέ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق (meh)
تكرار الورود في الكتاب 1727 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

me

الإنجليزية — KJV Translation Tags
I me my

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἡμεῖς (86×) μοι (84×) ἡμῖν (54×) τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν (44×) μοι· (25×) ἡμῶν (23×) με (18×) ἡμᾶς (14×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1727 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَإِنِّي إِنْ كُنْتُ افْتَخَرْتُ شَيْئًا لَدَيْهِ مِنْ جِهَتِكُمْ لَمْ أُخْجَلْ، بَلْ كَمَا كَلَّمْنَاكُمْ بِكُلِّ شَيْءٍ بِالصِّدْقِ، كَذلِكَ افْتِخَارُنَا أَيْضًا لَدَى تِيطُسَ صَارَ صَادِقًا.
ὅτι εἴ κεκαύχημαι, τι αὐτῷ ὑπὲρ ; ὑμῶν οὐ κατῃσχύνθην, ἀλλ᾽ ὡς ἐλαλήσαμεν ; ὑμῖν, πάντα ἐν ; ἀληθείᾳ οὕτως ἡ ; καύχησις ; ἡμῶν καὶ ἐπὶ ἡ ; Τίτου, ἐγενήθη· ἀλήθεια
مُلْتَمِسِينَ مِنَّا، بِطِلْبَةٍ كَثِيرَةٍ، أَنْ نَقْبَلَ النِّعْمَةَ وَشَرِكَةَ الْخِدْمَةِ الَّتِي لِلْقِدِّيسِينَ.
δεόμενοι ἡμῶν μετὰ ; παρακλήσεως πολλῆς δέξασθαι τὴν ; χάριν καὶ ; τὴν ; κοινωνίαν τῆς ; διακονίας εἰς τοὺς ; ἁγίους
وَلَيْسَ كَمَا رَجَوْنَا، بَلْ أَعْطَوْا أَنْفُسَهُمْ أَوَّلاً لِلرَّبِّ، وَلَنَا، بِمَشِيئَةِ اللهِ.
καὶ ; οὐ καθὼς ἠλπίσαμεν, ἀλλ᾽ ἔδωκαν ἑαυτοὺς πρῶτον τῷ ; κυρίῳ καὶ ; ἡμῖν διὰ ; θελήματος θεοῦ
حَتَّى إِنَّنَا طَلَبْنَا مِنْ تِيطُسَ أَنَّهُ كَمَا سَبَقَ فَابْتَدَأَ، كَذلِكَ يُتَمِّمُ لَكُمْ هذِهِ النِّعْمَةَ أَيْضًا.
εἰς ἡμᾶς παρακαλέσαι τὸ ; Τίτον, ἵνα καθὼς προενήρξατο οὕτως ἐπιτελέσῃ εἰς ; ὑμᾶς ταύτην. τὴν ; χάριν καὶ
فَإِنَّكُمْ تَعْرِفُونَ نِعْمَةَ رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، أَنَّهُ مِنْ أَجْلِكُمُ افْتَقَرَ وَهُوَ غَنِيٌّ، لِكَيْ تَسْتَغْنُوا أَنْتُمْ بِفَقْرِهِ.
γὰρ γινώσκετε τὴν ; χάριν τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὅτι δι᾽ ; ὑμᾶς ἐπτώχευσεν ὤν, πλούσιος ἵνα πλουτήσητε. ὑμεῖς τῇ ; ἐκείνου ; πτωχείᾳ
وَلَيْسَ ذلِكَ فَقَطْ، بَلْ هُوَ مُنْتَخَبٌ أَيْضًا مِنَ الْكَنَائِسِ رَفِيقًا لَنَا فِي السَّفَرِ، مَعَ هذِهِ النِّعْمَةِ الْمَخْدُومَةِ مِنَّا لِمَجْدِ ذَاتِ الرَّبِّ وَلِنَشَاطِكُمْ.
οὐ δέ, μόνον ἀλλὰ χειροτονηθεὶς καὶ ὑπὸ τῶν ; ἐκκλησιῶν συνέκδημος ; ἡμῶν σὺν ταύτῃ τῇ ; χάριτι τῇ ; διακονουμένῃ ὑφ᾽ ; ἡμῶν πρὸς ; τὴν ; δόξαν αὐτοῦ τοῦ ; κυρίου καὶ ; προθυμίαν ; ἡμῶν
وَلَيْسَ ذلِكَ فَقَطْ، بَلْ هُوَ مُنْتَخَبٌ أَيْضًا مِنَ الْكَنَائِسِ رَفِيقًا لَنَا فِي السَّفَرِ، مَعَ هذِهِ النِّعْمَةِ الْمَخْدُومَةِ مِنَّا لِمَجْدِ ذَاتِ الرَّبِّ وَلِنَشَاطِكُمْ.
οὐ δέ, μόνον ἀλλὰ χειροτονηθεὶς καὶ ὑπὸ τῶν ; ἐκκλησιῶν συνέκδημος ; ἡμῶν σὺν ταύτῃ τῇ ; χάριτι τῇ ; διακονουμένῃ ὑφ᾽ ; ἡμῶν πρὸς ; τὴν ; δόξαν αὐτοῦ τοῦ ; κυρίου καὶ ; προθυμίαν ; ἡμῶν
وَلَيْسَ ذلِكَ فَقَطْ، بَلْ هُوَ مُنْتَخَبٌ أَيْضًا مِنَ الْكَنَائِسِ رَفِيقًا لَنَا فِي السَّفَرِ، مَعَ هذِهِ النِّعْمَةِ الْمَخْدُومَةِ مِنَّا لِمَجْدِ ذَاتِ الرَّبِّ وَلِنَشَاطِكُمْ.
οὐ δέ, μόνον ἀλλὰ χειροτονηθεὶς καὶ ὑπὸ τῶν ; ἐκκλησιῶν συνέκδημος ; ἡμῶν σὺν ταύτῃ τῇ ; χάριτι τῇ ; διακονουμένῃ ὑφ᾽ ; ἡμῶν πρὸς ; τὴν ; δόξαν αὐτοῦ τοῦ ; κυρίου καὶ ; προθυμίαν ; ἡμῶν
مُتَجَنِّبِينَ هذَا أَنْ يَلُومَنَا أَحَدٌ فِي جَسَامَةِ هذِهِ الْمَخْدُومَةِ مِنَّا.
στελλόμενοι τοῦτο, μή ἡμᾶς ; μωμήσηται τις ἐν τῇ ; ἁδρότητι ταύτῃ τῇ ; διακονουμένῃ ὑφ᾽ ; ἡμῶν·
وَأَرْسَلْنَا مَعَهُمَا أَخَانَا، الَّذِي اخْتَبَرْنَا مِرَارًا فِي أُمُورٍ كَثِيرَةٍ أَنَّهُ مُجْتَهِدٌ، وَلكِنَّهُ الآنَ أَشَدُّ اجْتِهَادًا كَثِيرًا بِالثِّقَةِ الْكَثِيرَةِ بِكُمْ.
συνεπέμψαμεν ; δὲ αὐτοῖς τὸν ; ἀδελφὸν ; ἡμῶν, ὃν ἐδοκιμάσαμεν πολλάκις ἐν πολλοῖς ὄντα, σπουδαῖον δὲ νυνὶ σπουδαιότερον πολὺ πεποιθήσει πολλῇ τῇ ; εἰς ; ὑμᾶς.
أَمَّا مِنْ جِهَةِ تِيطُسَ فَهُوَ شَرِيكٌ لِي وَعَامِلٌ مَعِي لأَجْلِكُمْ. وَأَمَّا أَخَوَانَا فَهُمَا رَسُولاَ الْكَنَائِسِ، وَمَجْدُ الْمَسِيحِ.
εἴτε ; ὑπὲρ Τίτου, κοινωνὸς ἐμὸς συνεργός· εἰς ; ὑμᾶς εἴτε ἀδελφοὶ ; ἡμῶν, ἀπόστολοι ἐκκλησιῶν, δόξα Χριστοῦ.
فَإِنَّهُ مِنْ جِهَةِ الْخِدْمَةِ لِلْقِدِّيسِينَ، هُوَ فُضُولٌ مِنِّي أَنْ أَكْتُبَ إِلَيْكُمْ.
μὲν ; γὰρ Περὶ τῆς ; διακονίας εἰς ; τοὺς ; ἁγίους ἐστιν περισσόν μοί τὸ ; γράφειν ὑμῖν·
وَلكِنْ أَرْسَلْتُ الإِخْوَةَ لِئَلاَّ يَتَعَطَّلَ افْتِخَارُنَا مِنْ جِهَتِكُمْ مِنْ هذَا الْقَبِيلِ، كَيْ تَكُونُوا مُسْتَعِدِّينَ كَمَا قُلْتُ.
δὲ ἔπεμψα τοὺς ; ἀδελφούς, ἵνα ; μὴ κενωθῇ καύχημα ; ἡμῶν τὸ ; ὑπὲρ ; ὑμῶν ἐν τῷ ; τούτῳ, μέρει ἵνα ἦτε, παρεσκευασμένοι καθὼς ἔλεγον
حَتَّى إِذَا جَاءَ مَعِي مَكِدُونِيُّونَ وَوَجَدُوكُمْ غَيْرَ مُسْتَعِدِّينَ نُخْجَلُ نَحْنُ حَتَّى لاَ أَقُولُ أَنْتُمْ فِي جَسَارَةِ الافْتِخَارِ هذِهِ.
μή ; πως ἐὰν ἔλθωσιν σὺν ; ἐμοὶ Μακεδόνες εὕρωσιν ; ὑμᾶς ἀπαρασκευάστους, καταισχυνθῶμεν ἡμεῖς, ἵνα μὴ λέγωμεν ὑμεῖς, ἐν τῇ ; ὑποστάσει τῆς ; καυχήσεως. ταύτῃ
مُسْتَغْنِينَ فِي كُلِّ شَيْءٍ لِكُلِّ سَخَاءٍ يُنْشِئُ بِنَا شُكْرًا ِللهِ.
πλουτιζόμενοι ἐν παντὶ εἰς ; πᾶσαν ἁπλότητα, ἥτις ; κατεργάζεται δι᾽ ; ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ ; θεῷ,
وَلكِنْ أَطْلُبُ أَنْ لاَ أَتَجَاسَرَ وَأَنَا حَاضِرٌ بِالثِّقَةِ الَّتِي بِهَا أَرَى أَنِّي سَأَجْتَرِئُ عَلَى قَوْمٍ يَحْسِبُونَنَا كَأَنَّنَا نَسْلُكُ حَسَبَ الْجَسَدِ.
δὲ δέομαι τὸ μὴ θαρρῆσαι παρὼν τῇ ; πεποιθήσει ᾗ λογίζομαι τολμῆσαι ἐπί τινας τοὺς ; λογιζομένους ; ἡμᾶς ὡς περιπατοῦντας. κατὰ σάρκα
إِذْ أَسْلِحَةُ مُحَارَبَتِنَا لَيْسَتْ جَسَدِيَّةً، بَلْ قَادِرَةٌ بِاللهِ عَلَى هَدْمِ حُصُونٍ.
γὰρ τὰ ; ὅπλα τῆς ; στρατείας ; ἡμῶν οὐ σαρκικὰ ἀλλὰ δυνατὰ τῷ ; θεῷ πρὸς καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων,
أَتَنْظُرُونَ إِلَى مَا هُوَ حَسَبَ الْحَضْرَةِ. إِنْ وَثِقَ أَحَدٌ بِنَفْسِهِ أَنَّهُ لِلْمَسِيحِ، فَلْيَحْسِبْ هذَا أَيْضًا مِنْ نَفْسِهِ: أَنَّهُ كَمَا هُوَ لِلْمَسِيحِ، كَذلِكَ نَحْنُ أَيْضًا لِلْمَسِيحِ.
βλέπετε. Τὰ κατὰ πρόσωπον εἴ πέποιθεν τις ἑαυτῷ εἶναι, Χριστοῦ λογιζέσθω τοῦτο πάλιν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ὅτι καθὼς αὐτὸς Χριστοῦ, οὕτως ἡμεῖς καὶ Χριστοῦ.
فَإِنِّي وَإِنِ افْتَخَرْتُ شَيْئًا أَكْثَرَ بِسُلْطَانِنَا الَّذِي أَعْطَانَا إِيَّاهُ الرَّبُّ لِبُنْيَانِكُمْ لاَ لِهَدْمِكُمْ، لاَ أُخْجَلُ.
γὰρ ; καὶ ἐάν ; τε καυχήσωμαι τι περισσότερόν τῆς ; ἐξουσίας ; ἡμῶν ἧς ἔδωκεν ; ἡμῖν ὁ ; κύριος εἰς ; οἰκοδομὴν καὶ ; οὐκ εἰς ; καθαίρεσιν ; ὑμῶν, οὐκ αἰσχυνθήσομαι·
فَإِنِّي وَإِنِ افْتَخَرْتُ شَيْئًا أَكْثَرَ بِسُلْطَانِنَا الَّذِي أَعْطَانَا إِيَّاهُ الرَّبُّ لِبُنْيَانِكُمْ لاَ لِهَدْمِكُمْ، لاَ أُخْجَلُ.
γὰρ ; καὶ ἐάν ; τε καυχήσωμαι τι περισσότερόν τῆς ; ἐξουσίας ; ἡμῶν ἧς ἔδωκεν ; ἡμῖν ὁ ; κύριος εἰς ; οἰκοδομὴν καὶ ; οὐκ εἰς ; καθαίρεσιν ; ὑμῶν, οὐκ αἰσχυνθήσομαι·
وَلكِنْ نَحْنُ لاَ نَفْتَخِرُ إِلَى مَا لاَ يُقَاسُ، بَلْ حَسَبَ قِيَاسِ الْقَانُونِ الَّذِي قَسَمَهُ لَنَا اللهُ، قِيَاسًا لِلْبُلُوغِ إِلَيْكُمْ أَيْضًا.
δὲ ἡμεῖς οὐχὶ καυχησόμεθα εἰς τὰ ἄμετρα ἀλλὰ κατὰ τὸ ; μέτρον τοῦ ; κανόνος οὗ ; ἐμέρισεν ἡμῖν ὁ ; θεὸς μέτρου ἐφικέσθαι ἄχρι ; ὑμῶν. καὶ
وَلكِنْ نَحْنُ لاَ نَفْتَخِرُ إِلَى مَا لاَ يُقَاسُ، بَلْ حَسَبَ قِيَاسِ الْقَانُونِ الَّذِي قَسَمَهُ لَنَا اللهُ، قِيَاسًا لِلْبُلُوغِ إِلَيْكُمْ أَيْضًا.
δὲ ἡμεῖς οὐχὶ καυχησόμεθα εἰς τὰ ἄμετρα ἀλλὰ κατὰ τὸ ; μέτρον τοῦ ; κανόνος οὗ ; ἐμέρισεν ἡμῖν ὁ ; θεὸς μέτρου ἐφικέσθαι ἄχρι ; ὑμῶν. καὶ
غَيْرَ مُفْتَخِرِينَ إِلَى مَا لاَ يُقَاسُ فِي أَتْعَابِ آخَرِينَ، بَلْ رَاجِينَ إِذَا نَمَا إِيمَانُكُمْ أَنْ نَتَعَظَّمَ بَيْنَكُمْ حَسَبَ قَانُونِنَا بِزِيَادَةٍ،
οὐκ καυχώμενοι εἰς τὰ ἄμετρα ἐν κόποις, ἀλλοτρίοις δὲ ἐλπίδα ἔχοντες αὐξανομένης τῆς ; πίστεως μεγαλυνθῆναι ἐν ; ὑμῖν κατὰ τὸν ; κανόνα ; ἡμῶν εἰς ; περισσείαν,
لَيْتَكُمْ تَحْتَمِلُونَ غَبَاوَتِي قَلِيلاً. بَلْ أَنْتُمْ مُحْتَمِلِيَّ.
Ὄφελον ἀνείχεσθέ μου ; τῇ ; ἀφροσύνῃ μικρόν ἀλλὰ ; καὶ ἀνέχεσθέ ; μου.
لأَنَّ احْتِيَاجِي سَدَّهُ الإِخْوَةُ الَّذِينَ أَتَوْا مِنْ مَكِدُونِيَّةَ. وَفِي كُلِّ شَيْءٍ حَفِظْتُ نَفْسِي غَيْرَ ثَقِيل عَلَيْكُمْ، وَسَأَحْفَظُهَا.
γὰρ ὑστέρημά ; μου προσανεπλήρωσαν οἱ ; ἀδελφοὶ ἐλθόντες ἀπὸ Μακεδονίας, καὶ ; ἐν παντὶ ἐτήρησα ἐμαυτὸν ἀβαρῆ ὑμῖν καὶ ; τηρήσω.
وَلكِنْ مَا أَفْعَلُهُ سَأَفْعَلُهُ لأَقْطَعَ فُرْصَةَ الَّذِينَ يُرِيدُونَ فُرْصَةً كَيْ يُوجَدُوا كَمَا نَحْنُ أَيْضًا فِي مَا يَفْتَخِرُونَ بِهِ.
δὲ ὃ ποιῶ, καὶ ; ποιήσω, ἵνα ; ἐκκόψω τὴν ; ἀφορμὴν τῶν θελόντων ἀφορμήν, ἵνα εὑρεθῶσιν καθὼς ἡμεῖς. καὶ ἐν ᾧ καυχῶνται,
أَقُولُ أَيْضًا: لاَ يَظُنَّ أَحَدٌ أَنِّي غَبِيٌّ. وَإِلاَّ فَاقْبَلُونِي وَلَوْ كَغَبِيٍّ، لأَفْتَخِرَ أَنَا أَيْضًا قَلِيلاً.
λέγω, Πάλιν μή δόξῃ τίς με ; εἶναι· ἄφρονα εἰ ; δὲ δέξασθέ ; με, κἂν ὡς ; ἄφρονα τι ; καυχήσωμαι. κἀγὼ μικρόν
عَلَى سَبِيلِ الْهَوَانِ أَقُولُ: كَيْفَ أَنَّنَا كُنَّا ضُعَفَاءَ. وَلكِنَّ الَّذِي يَجْتَرِئُ فِيهِ أَحَدٌ، أَقُولُ فِي غَبَاوَةٍ: أَنَا أَيْضًا أَجْتَرِئُ فِيهِ.
κατὰ ἀτιμίαν λέγω, ὡς ; ὅτι ἡμεῖς ἠσθενήσαμεν δ᾽ ; ἄν ἐν ; ᾧ τολμᾷ, τις λέγω, ἐν ἀφροσύνῃ κἀγώ. τολμῶ
إِنْ كَانَ يَجِبُ الافْتِخَارُ، فَسَأَفْتَخِرُ بِأُمُورِ ضَعْفِي.
εἰ δεῖ, καυχᾶσθαι καυχήσομαι.¶ τὰ τῆς ; ἀσθενείας ; μου
اَللهُ أَبُو رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، الَّذِي هُوَ مُبَارَكٌ إِلَى الأَبَدِ، يَعْلَمُ أَنِّي لَسْتُ أَكْذِبُ.
Ὁ ; θεὸς καὶ ; πατὴρ τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁ ὢν εὐλογητὸς εἰς τοὺς ; αἰῶνας, οἶδεν, ὅτι οὐ ψεύδομαι.¶