ك
إصحاح
G3143
G3144. mártys
G3145
المعنى المختصر للكلمة
mártys: a witness (literally (judicially) or figuratively (genitive case))
اللفظ الأصلي μάρτυς
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق mártys (mar-toos)
تكرار الورود في الكتاب 28 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

of uncertain affinity;

المعنى والشرح المفصل
1 a witness (literally (judicially) or figuratively (genitive case))
2 by analogy, a "martyr"
الإنجليزية — KJV Translation Tags
martyr record witness

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὁ ; μάρτυς (2×) ἐσμεν ; μάρτυρες (2×) μάρτυσιν (2×) μαρτύρων; (2×) δύο ; μαρτύρων (2×) ἐστε ; μάρτυρες (1×) ἐσμεν ; μάρτυρες. (1×) τῶν ; μαρτύρων (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (28 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 18: 16 Mat.18.16
وَإِنْ لَمْ يَسْمَعْ، فَخُذْ مَعَكَ أَيْضًا وَاحِدًا أَوِ اثْنَيْنِ، لِكَيْ تَقُومَ كُلُّ كَلِمَةٍ عَلَى فَمِ شَاهِدَيْنِ أَوْ ثَلاَثَةٍ.
ἐὰν ; δὲ μὴ ἀκούσῃ, παράλαβε μετὰ ; σοῦ ἔτι ἕνα ἢ δύο ἵνα σταθῇ πᾶν ῥῆμα. ἐπὶ στόματος δύο ; μαρτύρων ἢ τριῶν
متى 26: 65 Mat.26.65
فَمَزَّقَ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ حِينَئِذٍ ثِيَابَهُ قَائِلاً: قَدْ جَدَّفَ. مَا حَاجَتُنَا بَعْدُ إِلَى شُهُودٍ. هَا قَدْ سَمِعْتُمْ تَجْدِيفَهُ.
διέρρηξεν ὁ ; ἀρχιερεὺς Τότε τὰ ; ἱμάτια ; αὐτοῦ λέγων ὅτι· ἐβλασφήμησεν· τί χρείαν ; ἔχομεν ἔτι μαρτύρων; ἴδε ; νῦν ἠκούσατε τὴν ; βλασφημίαν ; αὐτοῦ.
فَمَزَّقَ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ ثِيَابَهُ وَقَالَ: مَا حَاجَتُنَا بَعْدُ إِلَى شُهُودٍ.
δὲ ; διαρρήξας ὁ ; ἀρχιερεὺς τοὺς ; χιτῶνας ; αὐτοῦ λέγει· τί χρείαν ; ἔχομεν ἔτι μαρτύρων;
وَأَنْتُمْ شُهُودٌ لِذلِكَ.
ὑμεῖς ; δέ ἐστε ; μάρτυρες τούτων,
لكِنَّكُمْ سَتَنَالُونَ قُوَّةً مَتَى حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَيْكُمْ، وَتَكُونُونَ لِي شُهُودًا فِي أُورُشَلِيمَ وَفِي كُلِّ الْيَهُودِيَّةِ وَالسَّامِرَةِ وَإِلَى أَقْصَى الأَرْضِ.
ἀλλὰ λήμψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ; πνεύματος ἁγίου ἐφ᾽ ; ὑμᾶς καὶ ; ἔσεσθέ μοι; μάρτυρες ἔν τε ; Ἰερουσαλὴμ καὶ ; ἐν πάσῃ τῇ ; Ἰουδαίᾳ καὶ ; Σαμαρείᾳ καὶ ; ἕως ἐσχάτου τῆς ; γῆς.
مُنْذُ مَعْمُودِيَّةِ يُوحَنَّا إِلَى الْيَوْمِ الَّذِي ارْتَفَعَ فِيهِ عَنَّا، يَصِيرُ وَاحِدٌ مِنْهُمْ شَاهِدًا مَعَنَا بِقِيَامَتِهِ.
ἀρξάμενος ; ἀπὸ τοῦ ; βαπτίσματος Ἰωάννου ἕως τῆς ; ἡμέρας ἧς ἀνελήμφθη ἀφ᾽ ; ἡμῶν, γενέσθαι ἕνα τούτων. μάρτυρα σὺν ; ἡμῖν τῆς ; ἀναστάσεως ; αὐτοῦ
فَيَسُوعُ هذَا أَقَامَهُ اللهُ، وَنَحْنُ جَمِيعًا شُهُودٌ لِذلِكَ.
τὸν ; Ἰησοῦν τοῦτον ἀνέστησεν ὁ ; θεός, ἡμεῖς πάντες ἐσμεν ; μάρτυρες. οὗ
وَرَئِيسُ الْحَيَاةِ قَتَلْتُمُوهُ، الَّذِي أَقَامَهُ اللهُ مِنَ الأَمْوَاتِ، وَنَحْنُ شُهُودٌ لِذلِكَ.
τὸν ; δὲ ; ἀρχηγὸν τῆς ; ζωῆς ἀπεκτείνατε ὃν ἤγειρεν ὁ ; θεὸς ἐκ νεκρῶν, ἡμεῖς ; ἐσμεν. μάρτυρές οὗ
وَنَحْنُ شُهُودٌ لَهُ بِهذِهِ الأُمُورِ، وَالرُّوحُ الْقُدُسُ أَيْضًا، الَّذِي أَعْطَاهُ اللهُ لِلَّذِينَ يُطِيعُونَهُ.
καὶ ; ἡμεῖς ἐσμεν ; μάρτυρες αὐτοῦ τῶν ; τούτων ῥημάτων τὸ ; πνεῦμα ἅγιον ; τὸ καὶ ὃ ἔδωκεν ὁ ; θεὸς τοῖς πειθαρχοῦσιν ; αὐτῷ.
وَأَقَامُوا شُهُودًا كَذَبَةً يَقُولُونَ: هذَا الرَّجُلُ لاَ يَفْتُرُ عَنْ أَنْ يَتَكَلَّمَ كَلاَّمًا تَجْدِيفًا ضِدَّ هذَا الْمَوْضِعِ الْمُقَدَّسِ وَالنَّامُوسِ،
ἔστησάν ; τε μάρτυρας ψευδεῖς λέγοντας· οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος οὐ παύεται λαλῶν ῥήματα βλάσφημα κατὰ τούτου τοῦ ; τόπου τοῦ ; ἁγίου καὶ ; νόμου· ; τοῦ
وَأَخْرَجُوهُ خَارِجَ الْمَدِينَةِ وَرَجَمُوهُ. وَالشُّهُودُ خَلَعُوا ثِيَابَهُمْ عِنْدَ رِجْلَيْ شَابٍّ يُقَالُ لَهُ شَاوُلُ.
καὶ ; ἐκβαλόντες ἔξω τῆς ; πόλεως ἐλιθοβόλουν. καὶ ; οἱ ; μάρτυρες ἀπέθεντο τὰ ; αὐτῶν ; ἱμάτια παρὰ τοὺς ; πόδας νεανίου καλουμένου Σαύλου
وَنَحْنُ شُهُودٌ بِكُلِّ مَا فَعَلَ فِي كُورَةِ الْيَهُودِيَّةِ وَفِي أُورُشَلِيمَ. الَّذِي أَيْضًا قَتَلُوهُ مُعَلِّقِينَ إِيَّاهُ عَلَى خَشَبَةٍ.
καὶ ; ἡμεῖς ἐσμεν ; μάρτυρες πάντων ὧν ἐποίησεν ἔν τε ; τῇ ; χώρᾳ τῶν ; Ἰουδαίων καὶ ; ἐν Ἰερουσαλήμ· ὃν καὶ ἀνεῖλαν κρεμάσαντες ἐπὶ ξύλου.
لَيْسَ لِجَمِيعِ الشَّعْبِ، بَلْ لِشُهُودٍ اللهُ فَانْتَخَبَهُمْ. لَنَا نَحْنُ الَّذِينَ أَكَلْنَا وَشَرِبْنَا مَعَهُ بَعْدَ قِيَامَتِهِ مِنَ الأَمْوَاتِ.
οὐ παντὶ τῷ ; λαῷ, ἀλλὰ μάρτυσιν τοῦ ; θεοῦ τοῖς ; προκεχειροτονημένοις ἡμῖν, οἵτινες συνεφάγομεν καὶ ; συνεπίομεν αὐτῷ μετὰ τὸ ; ἀναστῆναι ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν·
لأَنَّكَ سَتَكُونُ لَهُ شَاهِدًا لِجَمِيعِ النَّاسِ بِمَا رَأَيْتَ وَسَمِعْتَ.
ὅτι ἔσῃ αὐτῷ μάρτυς πρὸς ; πάντας ἀνθρώπους ὧν ἑώρακας καὶ ; ἤκουσας.
وَلكِنْ قُمْ وَقِفْ عَلَى رِجْلَيْكَ لأَنِّي لِهذَا ظَهَرْتُ لَكَ، لأَنْتَخِبَكَ خَادِمًا وَشَاهِدًا بِمَا رَأَيْتَ وَبِمَا سَأَظْهَرُ لَكَ
ἀλλ᾽ ἀνάστηθι καὶ ; στῆθι ἐπὶ τοὺς ; πόδας ; σου· γὰρ εἰς ; τοῦτο ὤφθην σοι προχειρίσασθαί ; σε ὑπηρέτην καὶ ; μάρτυρα ὧν τε ; εἶδές ὧν ; τε ὀφθήσομαί σοι,
هذِهِ الْمَرَّةُ الثَّالِثَةُ آتِي إِلَيْكُمْ. عَلَى فَمِ شَاهِدَيْنِ وَثَلاَثَةٍ تَقُومُ كُلُّ كَلِمَةٍ.
τοῦτο Τρίτον ἔρχομαι πρὸς ; ὑμᾶς. ἐπὶ στόματος δύο ; μαρτύρων καὶ ; τριῶν σταθήσεται πᾶν ῥῆμα.
فَإِنَّ اللهَ شَاهِدٌ لِي كَيْفَ أَشْتَاقُ إِلَى جَمِيعِكُمْ فِي أَحْشَاءِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ.
γάρ ; ἐστιν ὁ ; θεός, Μάρτυς μου ὡς ἐπιποθῶ πάντας ; ὑμᾶς ἐν σπλάγχνοις Ἰησοῦ. Χριστοῦ
فَإِنَّنَا لَمْ نَكُنْ قَطُّ فِي كَلاَمِ تَمَلُّق كَمَا تَعْلَمُونَ، وَلاَ فِي عِلَّةِ طَمَعٍ. اَللهُ شَاهِدٌ.
γάρ οὔτε ; ἐγενήθημεν, ποτε ἐν λόγῳ κολακείας καθὼς οἴδατε, οὔτε ἐν προφάσει πλεονεξίας, θεὸς μάρτυς,
أَنْتُمْ شُهُودٌ، وَاللهُ، كَيْفَ بِطَهَارَةٍ وَبِبِرّ وَبِلاَ لَوْمٍ كُنَّا بَيْنَكُمْ أَنْتُمُ الْمُؤْمِنِينَ.
ὑμεῖς μάρτυρες καὶ ; ὁ ; θεός, ὡς ὁσίως καὶ ; δικαίως καὶ ; ἀμέμπτως ἐγενήθημεν, ὑμῖν τοῖς πιστεύουσιν
لاَ تَقْبَلْ شِكَايَةً عَلَى شَيْخٍ إِلاَّ عَلَى شَاهِدَيْنِ أَوْ ثَلاَثَةِ شُهُودٍ.
μὴ παραδέχου κατηγορίαν κατὰ πρεσβυτέρου ἐκτὸς ; εἰ ; μὴ ἐπὶ δύο ἢ τριῶν μαρτύρων.
جَاهِدْ جِهَادَ الإِيمَانِ الْحَسَنَ، وَأَمْسِكْ بِالْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ الَّتِي إِلَيْهَا دُعِيتَ أَيْضًا، وَاعْتَرَفْتَ الاعْتِرَافَ الْحَسَنَ أَمَامَ شُهُودٍ كَثِيرِينَ.
ἀγωνίζου ἀγῶνα τῆς ; πίστεως, καλὸν ἐπιλαβοῦ ζωῆς αἰωνίου ἣν εἰς ἐκλήθης καὶ ὡμολόγησας ὁμολογίαν καλὴν ἐνώπιον μαρτύρων.¶ πολλῶν
وَمَا سَمِعْتَهُ مِنِّي بِشُهُودٍ كَثِيرِينَ، أَوْدِعْهُ أُنَاسًا أُمَنَاءَ، يَكُونُونَ أَكْفَاءً أَنْ يُعَلِّمُوا آخَرِينَ أَيْضًا.
καὶ ; ἃ ἤκουσας παρ᾽ ; ἐμοῦ διὰ ; μαρτύρων, πολλῶν παράθου ἀνθρώποις, πιστοῖς ἔσονται ἱκανοὶ διδάξαι. ἑτέρους καὶ
مَنْ خَالَفَ نَامُوسَ مُوسَى فَعَلَى شَاهِدَيْنِ أَوْ ثَلاَثَةِ شُهُودٍ يَمُوتُ بِدُونِ رَأْفَةٍ.
τις ἀθετήσας νόμον Μωϋσέως ἐπὶ δυσὶν ἢ τρισὶν μάρτυσιν ἀποθνῄσκει· χωρὶς οἰκτιρμῶν
لِذلِكَ نَحْنُ أَيْضًا إِذْ لَنَا سَحَابَةٌ مِنَ الشُّهُودِ مِقْدَارُ هذِهِ مُحِيطَةٌ بِنَا، لِنَطْرَحْ كُلَّ ثِقْل، وَالْخَطِيَّةَ الْمُحِيطَةَ بِنَا بِسُهُولَةٍ، وَلْنُحَاضِرْ بِالصَّبْرِ فِي الْجِهَادِ الْمَوْضُوعِ أَمَامَنَا،
Τοιγαροῦν ἡμεῖς καὶ ἔχοντες νέφος μαρτύρων, τοσοῦτον περικείμενον ἡμῖν ἀποθέμενοι πάντα ὄγκον καὶ ; τὴν ; ἁμαρτίαν, εὐπερίστατον τρέχωμεν δι᾽ ; ὑπομονῆς ἀγῶνα προκείμενον ; ἡμῖν
أَطْلُبُ إِلَى الشُّيُوخِ الَّذِينَ بَيْنَكُمْ، الشَّيْخَ رَفِيقَهُمْ، وَالشَّاهِدَ لآلاَمِ الْمَسِيحِ، وَشَرِيكَ الْمَجْدِ الْعَتِيدِ أَنْ يُعْلَنَ،
παρακαλῶ Πρεσβυτέρους τοὺς ; ἐν ; ὑμῖν ὁ ; συμπρεσβύτερος καὶ ; μάρτυς τῶν ; παθημάτων, τοῦ ; Χριστοῦ κοινωνός, τῆς ; δόξης μελλούσης ἀποκαλύπτεσθαι
وَمِنْ يَسُوعَ الْمَسِيحِ الشَّاهِدِ الأَمِينِ، الْبِكْرِ مِنَ الأَمْوَاتِ، وَرَئِيسِ مُلُوكِ الأَرْضِ: الَّذِي أَحَبَّنَا، وَقَدْ غَسَّلَنَا مِنْ خَطَايَانَا بِدَمِهِ،
καὶ ; ἀπὸ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ; μάρτυς ὁ ; πιστός, ὁ ; πρωτότοκος ἐκ τῶν ; νεκρῶν καὶ ; ὁ ; ἄρχων τῶν ; βασιλέων τῆς ; γῆς. τῷ ἀγαπήσαντι; ἡμᾶς καὶ λούσαντι; ἡμᾶς ἀπὸ τῶν ; ἁμαρτιῶν ; ἡμῶν ἐν ; τῷ ; αἵματι ; αὐτοῦ
وَاكْتُبْ إِلَى مَلاَكِ كَنِيسَةِ الّلاَوُدِكِيِّينَ: هذَا يَقُولُهُ الآمِينُ، الشَّاهِدُ الأَمِينُ الصَّادِقُ، بَدَاءَةُ خَلِيقَةِ اللهِ:
Καὶ ; γράψον· τῷ ; ἀγγέλῳ τῆς ; ἐκκλησίας Λαοδικέων τάδε λέγει ὁ ; ἀμήν, ὁ ; μάρτυς ὁ ; πιστὸς καὶ ; ἀληθινός, ἡ ; ἀρχὴ τῆς ; κτίσεως τοῦ ; θεοῦ·
وَرَأَيْتُ الْمَرْأَةَ سَكْرَى مِنْ دَمِ الْقِدِّيسِينَ وَمِنْ دَمِ شُهَدَاءِ يَسُوعَ. فَتَعَجَّبْتُ لَمَّا رَأَيْتُهَا تَعَجُّبًا عَظِيمًا.
καὶ ; εἶδον τὴν ; γυναῖκα μεθύουσαν ἐκ τοῦ ; αἵματος τῶν ; ἁγίων καὶ ; ἐκ τοῦ ; αἵματος τῶν ; μαρτύρων Ἰησοῦ, καὶ ; ἐθαύμασα ἰδὼν ; αὐτὴν θαῦμα μέγα.