ك
إصحاح
G2743
G2744. kaucháomai
G2745
المعنى المختصر للكلمة
kaucháomai: to vaunt (in a good or a bad sense)
اللفظ الأصلي καυχάομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق kaucháomai (kow-khah-om-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 37 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to vaunt (in a good or a bad sense)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
(make) boast glory joy rejoice

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καυχᾶσθαι (3×) καυχώμενος (2×) καυχώμενοι (2×) καυχήσομαι (2×) τι ; καυχήσωμαι. (1×) μηδεὶς ; καυχάσθω (1×) κεκαύχημαι, (1×) καὶ ; καυχᾶσαι (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (37 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
هُوَذَا أَنْتَ تُسَمَّى يَهُودِيًّا، وَتَتَّكِلُ عَلَى النَّامُوسِ، وَتَفْتَخِرُ بِاللهِ،
Ἴδε; δὲ σὺ ἐπονομάζῃ Ἰουδαῖος καὶ ; ἐπαναπαύῃ τῷ ; νόμῳ καὶ ; καυχᾶσαι ἐν ; θεῷ
الَّذِي تَفْتَخِرُ بِالنَّامُوسِ، أَبِتَعَدِّي النَّامُوسِ تُهِينُ اللهَ.
ὃς καυχᾶσαι, ἐν ; νόμῳ διὰ ; τῆς ; παραβάσεως τοῦ ; νόμου ἀτιμάζεις; τὸν ; θεὸν
الَّذِي بِهِ أَيْضًا قَدْ صَارَ لَنَا الدُّخُولُ بِالإِيمَانِ، إِلَى هذِهِ النِّعْمَةِ الَّتِي نَحْنُ فِيهَا مُقِيمُونَ، وَنَفْتَخِرُ عَلَى رَجَاءِ مَجْدِ اللهِ.
οὗ δι᾽ καὶ ἐσχήκαμεν τὴν ; προσαγωγὴν τῇ ; πίστει εἰς ταύτην τὴν ; χάριν ἐν ; ᾗ ἑστήκαμεν, καὶ ; καυχώμεθα ἐπ᾽ ἐλπίδι τῆς ; δόξης τοῦ ; θεοῦ.
وَلَيْسَ ذلِكَ فَقَطْ، بَلْ نَفْتَخِرُ أَيْضًا فِي الضِّيقَاتِ، عَالِمِينَ أَنَّ الضِّيقَ يُنْشِئُ صَبْرًا،
οὐ δέ, μόνον ἀλλὰ καυχώμεθα καὶ ἐν ταῖς ; θλίψεσιν εἰδότες ὅτι ἡ ; θλῖψις κατεργάζεται, ὑπομονὴν
وَلَيْسَ ذلِكَ فَقَطْ، بَلْ نَفْتَخِرُ أَيْضًا بِاللهِ، بِرَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، الَّذِي نِلْنَا بِهِ الآنَ الْمُصَالَحَةَ.
οὐ δέ, μόνον ἀλλὰ καυχώμενοι καὶ ἐν ; τῷ ; θεῷ διὰ ; τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ οὗ ἐλάβομεν.¶ δι᾽ νῦν καταλλαγὴν
لِكَيْ لاَ يَفْتَخِرَ كُلُّ ذِي جَسَدٍ أَمَامَهُ.
ὅπως μὴ καυχήσηται πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον
حَتَّى كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: مَنِ افْتَخَرَ فَلْيَفْتَخِرْ بِالرَّبِّ.
ἵνα καθὼς γέγραπται· ὁ καυχώμενος καυχάσθω.¶ ἐν ; κυρίῳ
حَتَّى كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: مَنِ افْتَخَرَ فَلْيَفْتَخِرْ بِالرَّبِّ.
ἵνα καθὼς γέγραπται· ὁ καυχώμενος καυχάσθω.¶ ἐν ; κυρίῳ
إِذًا لاَ يَفْتَخِرَنَّ أَحَدٌ بِالنَّاسِ. فَإِنَّ كُلَّ شَيْءٍ لَكُمْ:
Ὥστε μηδεὶς ; καυχάσθω ἐν ; ἀνθρώποις· γὰρ πάντα ὑμῶν ; ἐστιν,
لأَنَّهُ مَنْ يُمَيِّزُكَ. وَأَيُّ شَيْءٍ لَكَ لَمْ تَأْخُذْهُ. وَإِنْ كُنْتَ قَدْ أَخَذْتَ، فَلِمَاذَا تَفْتَخِرُ كَأَنَّكَ لَمْ تَأْخُذْ.
γάρ τίς σε ; διακρίνει; τί ; δὲ ἔχεις ὃ ; οὐκ ἔλαβες; εἰ ; δὲ καὶ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβών;
لأَنَّنَا لَسْنَا نَمْدَحُ أَنْفُسَنَا أَيْضًا لَدَيْكُمْ، بَلْ نُعْطِيكُمْ فُرْصَةً لِلافْتِخَارِ مِنْ جِهَتِنَا، لِيَكُونَ لَكُمْ جَوَابٌ عَلَى الَّذِينَ يَفْتَخِرُونَ بِالْوَجْهِ لاَ بِالْقَلْبِ.
γὰρ Οὐ συνιστάνομεν ἑαυτοὺς πάλιν ὑμῖν, ἀλλ᾽ διδόντες ; ὑμῖν ἀφορμὴν καυχήματος ὑπὲρ ; ἡμῶν, ἵνα ἔχητε πρὸς τοὺς καυχωμένους ἐν ; προσώπῳ καὶ ; οὐ καρδίᾳ.
فَإِنِّي إِنْ كُنْتُ افْتَخَرْتُ شَيْئًا لَدَيْهِ مِنْ جِهَتِكُمْ لَمْ أُخْجَلْ، بَلْ كَمَا كَلَّمْنَاكُمْ بِكُلِّ شَيْءٍ بِالصِّدْقِ، كَذلِكَ افْتِخَارُنَا أَيْضًا لَدَى تِيطُسَ صَارَ صَادِقًا.
ὅτι εἴ κεκαύχημαι, τι αὐτῷ ὑπὲρ ; ὑμῶν οὐ κατῃσχύνθην, ἀλλ᾽ ὡς ἐλαλήσαμεν ; ὑμῖν, πάντα ἐν ; ἀληθείᾳ οὕτως ἡ ; καύχησις ; ἡμῶν καὶ ἐπὶ ἡ ; Τίτου, ἐγενήθη· ἀλήθεια
لأَنِّي أَعْلَمُ نَشَاطَكُمُ الَّذِي أَفْتَخِرُ بِهِ مِنْ جِهَتِكُمْ لَدَى الْمَكِدُونِيِّينَ، أَنَّ أَخَائِيَةَ مُسْتَعِدَّةٌ مُنْذُ الْعَامِ الْمَاضِي. وَغَيْرَتُكُمْ قَدْ حَرَّضَتِ الأَكْثَرِينَ.
γὰρ οἶδα τὴν ; προθυμίαν ; ὑμῶν ἣν καυχῶμαι ὑπὲρ ; ὑμῶν Μακεδόσιν, ὅτι Ἀχαΐα παρεσκεύασται ἀπὸ πέρυσι, ἐξ ; ὑμῶν ; ζῆλος ἠρέθισεν τοὺς ; πλείονας.
فَإِنِّي وَإِنِ افْتَخَرْتُ شَيْئًا أَكْثَرَ بِسُلْطَانِنَا الَّذِي أَعْطَانَا إِيَّاهُ الرَّبُّ لِبُنْيَانِكُمْ لاَ لِهَدْمِكُمْ، لاَ أُخْجَلُ.
γὰρ ; καὶ ἐάν ; τε καυχήσωμαι τι περισσότερόν τῆς ; ἐξουσίας ; ἡμῶν ἧς ἔδωκεν ; ἡμῖν ὁ ; κύριος εἰς ; οἰκοδομὴν καὶ ; οὐκ εἰς ; καθαίρεσιν ; ὑμῶν, οὐκ αἰσχυνθήσομαι·
وَلكِنْ نَحْنُ لاَ نَفْتَخِرُ إِلَى مَا لاَ يُقَاسُ، بَلْ حَسَبَ قِيَاسِ الْقَانُونِ الَّذِي قَسَمَهُ لَنَا اللهُ، قِيَاسًا لِلْبُلُوغِ إِلَيْكُمْ أَيْضًا.
δὲ ἡμεῖς οὐχὶ καυχησόμεθα εἰς τὰ ἄμετρα ἀλλὰ κατὰ τὸ ; μέτρον τοῦ ; κανόνος οὗ ; ἐμέρισεν ἡμῖν ὁ ; θεὸς μέτρου ἐφικέσθαι ἄχρι ; ὑμῶν. καὶ
غَيْرَ مُفْتَخِرِينَ إِلَى مَا لاَ يُقَاسُ فِي أَتْعَابِ آخَرِينَ، بَلْ رَاجِينَ إِذَا نَمَا إِيمَانُكُمْ أَنْ نَتَعَظَّمَ بَيْنَكُمْ حَسَبَ قَانُونِنَا بِزِيَادَةٍ،
οὐκ καυχώμενοι εἰς τὰ ἄμετρα ἐν κόποις, ἀλλοτρίοις δὲ ἐλπίδα ἔχοντες αὐξανομένης τῆς ; πίστεως μεγαλυνθῆναι ἐν ; ὑμῖν κατὰ τὸν ; κανόνα ; ἡμῶν εἰς ; περισσείαν,
لِنُبَشِّرَ إِلَى مَا وَرَاءَكُمْ. لاَ لِنَفْتَخِرَ بِالأُمُورِ الْمُعَدَّةِ فِي قَانُونِ غَيْرِنَا.
εὐαγγελίσασθαι, εἰς τὰ ὑπερέκεινα ; ὑμῶν οὐκ καυχήσασθαι. εἰς ; τὰ ἕτοιμα ἐν κανόνι ἀλλοτρίῳ
وَأَمَّا: مَنِ افْتَخَرَ فَلْيَفْتَخِرْ بِالرَّبِّ.
δὲ ὁ καυχώμενος καυχάσθω· ἐν ; κυρίῳ
وَأَمَّا: مَنِ افْتَخَرَ فَلْيَفْتَخِرْ بِالرَّبِّ.
δὲ ὁ καυχώμενος καυχάσθω· ἐν ; κυρίῳ
وَلكِنْ مَا أَفْعَلُهُ سَأَفْعَلُهُ لأَقْطَعَ فُرْصَةَ الَّذِينَ يُرِيدُونَ فُرْصَةً كَيْ يُوجَدُوا كَمَا نَحْنُ أَيْضًا فِي مَا يَفْتَخِرُونَ بِهِ.
δὲ ὃ ποιῶ, καὶ ; ποιήσω, ἵνα ; ἐκκόψω τὴν ; ἀφορμὴν τῶν θελόντων ἀφορμήν, ἵνα εὑρεθῶσιν καθὼς ἡμεῖς. καὶ ἐν ᾧ καυχῶνται,
أَقُولُ أَيْضًا: لاَ يَظُنَّ أَحَدٌ أَنِّي غَبِيٌّ. وَإِلاَّ فَاقْبَلُونِي وَلَوْ كَغَبِيٍّ، لأَفْتَخِرَ أَنَا أَيْضًا قَلِيلاً.
λέγω, Πάλιν μή δόξῃ τίς με ; εἶναι· ἄφρονα εἰ ; δὲ δέξασθέ ; με, κἂν ὡς ; ἄφρονα τι ; καυχήσωμαι. κἀγὼ μικρόν
بِمَا أَنَّ كَثِيرِينَ يَفْتَخِرُونَ حَسَبَ الْجَسَدِ، أَفْتَخِرُ أَنَا أَيْضًا.
ἐπεὶ πολλοὶ καυχῶνται κατὰ τὴν ; σάρκα, καυχήσομαι. κἀγὼ
بِمَا أَنَّ كَثِيرِينَ يَفْتَخِرُونَ حَسَبَ الْجَسَدِ، أَفْتَخِرُ أَنَا أَيْضًا.
ἐπεὶ πολλοὶ καυχῶνται κατὰ τὴν ; σάρκα, καυχήσομαι. κἀγὼ
إِنْ كَانَ يَجِبُ الافْتِخَارُ، فَسَأَفْتَخِرُ بِأُمُورِ ضَعْفِي.
εἰ δεῖ, καυχᾶσθαι καυχήσομαι.¶ τὰ τῆς ; ἀσθενείας ; μου
إِنْ كَانَ يَجِبُ الافْتِخَارُ، فَسَأَفْتَخِرُ بِأُمُورِ ضَعْفِي.
εἰ δεῖ, καυχᾶσθαι καυχήσομαι.¶ τὰ τῆς ; ἀσθενείας ; μου
إِنَّهُ لاَ يُوافِقُنِي أَنْ أَفْتَخِرَ. فَإِنِّي آتِي إِلَى مَنَاظِرِ الرَّبِّ وَإِعْلاَنَاتِهِ.
δὴ οὐ συμφέρει; μοι Καυχᾶσθαι γὰρ ἐλεύσομαι εἰς ὀπτασίας κυρίου.¶ καὶ ; ἀποκαλύψεις
مِنْ جِهَةِ هذَا أَفْتَخِرُ. وَلكِنْ مِنْ جِهَةِ نَفْسِي لاَ أَفْتَخِرُ إِلاَّ بِضَعَفَاتِي.
ὑπὲρ τοῦ ; τοιούτου καυχήσομαι, δὲ ὑπὲρ ἐμαυτοῦ οὐ καυχήσομαι εἰ ; μὴ ἐν ; ταῖς ; ἀσθενείαις ; μου·
مِنْ جِهَةِ هذَا أَفْتَخِرُ. وَلكِنْ مِنْ جِهَةِ نَفْسِي لاَ أَفْتَخِرُ إِلاَّ بِضَعَفَاتِي.
ὑπὲρ τοῦ ; τοιούτου καυχήσομαι, δὲ ὑπὲρ ἐμαυτοῦ οὐ καυχήσομαι εἰ ; μὴ ἐν ; ταῖς ; ἀσθενείαις ; μου·
فَإِنِّي إِنْ أَرَدْتُ أَنْ أَفْتَخِرَ لاَ أَكُونُ غَبِيًّا، لأَنِّي أَقُولُ الْحَقَّ. وَلكِنِّي أَتَحَاشَى لِئَلاَّ يَظُنَّ أَحَدٌ مِنْ جِهَتِي فَوْقَ مَا يَرَانِي أَوْ يَسْمَعُ مِنِّي.
γὰρ ἐὰν θελήσω καυχήσασθαι, οὐκ ἔσομαι ἄφρων· γὰρ ἐρῶ· ἀλήθειαν δὲ φείδομαι μή λογίσηται τις εἰς ἐμὲ ὑπὲρ ὃ βλέπει ; με, ἢ ἀκούει τι ; ἐξ ; ἐμοῦ
فَقَالَ لِي: تَكْفِيكَ نِعْمَتِي، لأَنَّ قُوَّتِي فِي الضَّعْفِ تُكْمَلُ. فَبِكُلِّ سُرُورٍ أَفْتَخِرُ بِالْحَرِيِّ فِي ضَعَفَاتِي، لِكَيْ تَحِلَّ عَلَيَّ قُوَّةُ الْمَسِيحِ.
καὶ ; εἴρηκέν μοι· ἀρκεῖ ; σοι ἡ ; χάρις ; μου· γὰρ ἡ ; δύναμις ; μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται ἥδιστα ; οὖν καυχήσομαι μᾶλλον ἐν ταῖς ; ἀσθενείαις ; μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾽ ; ἐμὲ ἡ ; δύναμις τοῦ ; Χριστοῦ.