المعنى المختصر للكلمة
katēgoréō:
to be a plaintiff, i.e. to charge with some
offence
اللفظ الأصلي
κατηγορέω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
katēgoréō
(kat-ay-gor-eh-o)
تكرار الورود في الكتاب
20
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
to be a plaintiff, i.e. to charge with some offence
الإنجليزية — KJV Translation Tags
accuse
object
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
κατηγορήσωσιν (3×)
κατηγορεῖν (3×)
κατηγοροῦσίν (2×)
ὁ ; κατηγορούμενος (1×)
ἡμεῖς ; κατηγοροῦμεν (1×)
ἐν ; τῷ ; κατηγορεῖσθαι (1×)
καὶ ; κατηγορεῖν, (1×)
κατηγόρουν (1×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (20 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 12: 10
Mat.12.10
وَإِذَا إِنْسَانٌ يَدُهُ يَابِسَةٌ، فَسَأَلُوهُ قَائِلِينَ: هَلْ يَحِلُّ الإِبْرَاءُ فِي السُّبُوتِ. لِكَيْ يَشْتَكُوا عَلَيْهِ.
καὶ ; ἰδοὺ ἄνθρωπος τὴν ; χεῖρα ; ἔχων ξηράν· καὶ ; ἐπηρώτησαν ; αὐτὸν λέγοντες· εἰ ἔξεστιν θεραπεύειν τοῖς ; σάββασιν ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ.¶
متى 27: 12
Mat.27.12
وَبَيْنَمَا كَانَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالشُّيُوخُ يَشْتَكُونَ عَلَيْهِ لَمْ يُجِبْ بِشَيْءٍ.
καὶ τῶν ; ἀρχιερέων καὶ ; τῶν ; πρεσβυτέρων ἐν ; τῷ ; κατηγορεῖσθαι αὐτὸν οὐδὲν ; ἀπεκρίνατο.¶
مرقس 3: 2
Mrk.3.2
فَصَارُوا يُرَاقِبُونَهُ: هَلْ يَشْفِيهِ فِي السَّبْتِ. لِكَيْ يَشْتَكُوا عَلَيْهِ.
καὶ ; παρετήρουν ; αὐτὸν εἰ θεραπεύσει ; αὐτὸν τοῖς σάββασιν ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ.
مرقس 15: 3
Mrk.15.3
وَكَانَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ يَشْتَكُونَ عَلَيْهِ كَثِيرًا.
καὶ οἱ ; ἀρχιερεῖς κατηγόρουν αὐτοῦ πολλά.¶
لوقا 11: 54
Luk.11.54
وَهُمْ يُرَاقِبُونَهُ طَالِبِينَ أَنْ يَصْطَادُوا شَيْئًا مِنْ فَمِهِ لِكَيْ يَشْتَكُوا عَلَيْهِ.
ἐνεδρεύοντες ; αὐτὸν καὶ ; ζητοῦντες θηρεῦσαί τι ἐκ τοῦ ; στόματος ; αὐτοῦ ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ.¶
لوقا 23: 2
Luk.23.2
وَابْتَدَأُوا يَشْتَكُونَ عَلَيْهِ قَائِلِينَ: إِنَّنَا وَجَدْنَا هذَا يُفْسِدُ الأُمَّةَ، وَيَمْنَعُ أَنْ تُعْطَى جِزْيَةٌ لِقَيْصَرَ، قَائِلاً: إِنَّهُ هُوَ مَسِيحٌ مَلِكٌ.
Ἤρξαντο ; δὲ κατηγορεῖν αὐτοῦ λέγοντες· εὕραμεν τοῦτον διαστρέφοντα τὸ ; ἔθνος καὶ ; κωλύοντα διδόναι φόρους Καίσαρι λέγοντα ἑαυτὸν εἶναι.¶ χριστὸν βασιλέα
لوقا 23: 10
Luk.23.10
وَوَقَفَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ يَشْتَكُونَ عَلَيْهِ بِاشْتِدَادٍ،
εἱστήκεισαν ; δὲ οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; γραμματεῖς κατηγοροῦντες αὐτοῦ. εὐτόνως
لوقا 23: 14
Luk.23.14
وَقَالَ لَهُمْ: قَدْ قَدَّمْتُمْ إِلَيَّ هذَا الإِنْسَانَ كَمَنْ يُفْسِدُ الشَّعْبَ. وَهَا أَنَا قَدْ فَحَصْتُ قُدَّامَكُمْ وَلَمْ أَجِدْ فِي هذَا الإِنْسَانِ عِلَّةً مِمَّا تَشْتَكُونَ بِهِ عَلَيْهِ.
εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· προσηνέγκατέ μοι τοῦτον τὸν ; ἄνθρωπον ὡς ἀποστρέφοντα τὸν ; λαόν· καὶ ; ἰδοὺ ἐγὼ ἀνακρίνας ἐνώπιον ; ὑμῶν οὐθὲν εὗρον ἐν τούτῳ τῷ ; ἀνθρώπῳ αἴτιον ὧν κατηγορεῖτε κατ᾽ ; αὐτοῦ·
يوحنا 8: 6
Jhn.8.6
قَالُوا هذَا لِيُجَرِّبُوهُ، لِكَيْ يَكُونَ لَهُمْ مَا يَشْتَكُونَ بِهِ عَلَيْهِ. وَأَمَّا يَسُوعُ فَانْحَنَى إِلَى أَسْفَلُ وَكَانَ يَكْتُبُ بِإِصْبِعِهِ عَلَى الأَرْضِ.
δὲ ; ἔλεγον τοῦτο πειράζοντες ; αὐτόν, ἵνα ἔχωσιν κατηγορεῖν αὐτοῦ. δὲ ὁ ; Ἰησοῦς κύψας κάτω ἔγραφεν τῷ ; δακτύλῳ εἰς τὴν ; γῆν.
أعمال الرسل 22: 30
Act.22.30
وَفِي الْغَدِ إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يَعْلَمَ الْيَقِينَ: لِمَاذَا يَشْتَكِي الْيَهُودُ حَلَّهُ مِنَ الرِّبَاطِ، وَأَمَرَ أَنْ يَحْضُرَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَكُلُّ مَجْمَعِهِمْ. فَأَحْدَرَ بُولُسَ وَأَقَامَهُ لَدَيْهِمْ.
Τῇ ; δὲ ; ἐπαύριον βουλόμενος γνῶναι τὸ ; ἀσφαλές, τὸ ; τί κατηγορεῖται παρὰ; τῶν ; Ἰουδαίων, ἔλυσεν ; αὐτὸν ἀπὸ τῶν ; δεσμῶν καὶ ; ἐκέλευσεν ἐλθεῖν τοὺς ; ἀρχιερεῖς καὶ ; ὅλον τὸ ; συνέδριον ; αὐτῶν, καταγαγὼν τὸν ; Παῦλον ἔστησεν εἰς ; αὐτούς.¶
أعمال الرسل 24: 2
Act.24.2
فَلَمَّا دُعِيَ، ابْتَدَأَ تَرْتُلُّسُ فِي الشِّكَايَةِ قَائِلاً:
κληθέντος ; δὲ αὐτοῦ ; ἤρξατο ὁ ; Τέρτυλλος κατηγορεῖν λέγων·
أعمال الرسل 24: 8
Act.24.8
وَأَمَرَ الْمُشْتَكِينَ عَلَيْهِ أَنْ يَأْتُوا إِلَيْكَ. وَمِنْهُ يُمْكِنُكَ إِذَا فَحَصْتَ أَنْ تَعْلَمَ جَمِيعَ هذِهِ الأُمُورِ الَّتِي نَشْتَكِي بِهَا عَلَيْهِ.
κελεύσας τοὺς ; κατηγόρους αὐτοῦ ἔρχεσθαι ἐπὶ ; σέ· παρ᾽ ; οὗ δυνήσῃ ; αὐτὸς ἀνακρίνας ἐπιγνῶναι περὶ ; πάντων τούτων ὧν ἡμεῖς ; κατηγοροῦμεν αὐτοῦ.
أعمال الرسل 24: 13
Act.24.13
وَلاَ يَسْتَطِيعُونَ أَنْ يُثْبِتُوا مَا يَشْتَكُونَ بِهِ الآنَ عَلَيَّ.
οὐδὲ δύνανταί παραστῆσαι ; σοι περὶ ; ὧν κατηγοροῦσίν νῦν μου.
أعمال الرسل 24: 19
Act.24.19
كَانَ يَنْبَغِي أَنْ يَحْضُرُوا لَدَيْكَ وَيَشْتَكُوا، إِنْ كَانَ لَهُمْ عَلَيَّ شَيْءٌ.
οὓς ; δεῖ παρεῖναι ἐπὶ ; σοῦ καὶ ; κατηγορεῖν, εἴ ἔχοιεν πρὸς ; ἐμέ. τι
أعمال الرسل 25: 5
Act.25.5
وَقَالَ: فَلْيَنْزِلْ الَّذِينَ هُمْ بَيْنَكُمْ مُقْتَدِرُونَ. وَإِنْ كَانَ فِي هذَا الرَّجُلِ شَيْءٌ فَلْيَشْتَكُوا عَلَيْهِ.
οὖν ; φησιν συγκαταβάντες, οἱ ἐν ; ὑμῖν δυνατοὶ εἴ ἐστιν ἐν τούτῳ τῷ ; ἀνδρὶ τί κατηγορείτωσαν αὐτοῦ.
أعمال الرسل 25: 11
Act.25.11
لأَنِّي إِنْ كُنْتُ آثِمًا، أَوْ صَنَعْتُ شَيْئًا يَسْتَحِقُّ الْمَوْتَ، فَلَسْتُ أَسْتَعْفِي مِنَ الْمَوْتِ. وَلكِنْ إِنْ لَمْ يَكُنْ شَيْءٌ مِمَّا يَشْتَكِي عَلَيَّ هؤُلاَءِ، فَلَيْسَ أَحَدٌ يَسْتَطِيعُ أَنْ يُسَلِّمَنِي لَهُمْ. إِلَى قَيْصَرَ أَنَا رَافِعٌ دَعْوَايَ..
γὰρ εἰ ; μὲν ; ἀδικῶ καὶ πέπραχά τι, ἄξιον θανάτου οὐ παραιτοῦμαι ἀποθανεῖν· δὲ εἰ οὐδέν ; ἐστιν ὧν κατηγοροῦσίν μου, οὗτοι οὐδείς δύναται χαρίσασθαι. ; με αὐτοῖς Καίσαρα ἐπικαλοῦμαι.¶
أعمال الرسل 25: 16
Act.25.16
فَأَجَبْتُهُمْ أَنْ لَيْسَ لِلرُّومَانِيِّينَ عَادَةٌ أَنْ يُسَلِّمُوا أَحَدًا لِلْمَوْتِ قَبْلَ أَنْ يَكُونَ الْمَشْكُوُّ عَلَيْهِ مُواجَهَةً مَعَ الْمُشْتَكِينَ، فَيَحْصُلُ عَلَى فُرْصَةٍ لِلاحْتِجَاجِ عَنِ الشَّكْوَى.
πρὸς ; οὓς ; ἀπεκρίθην ὅτι οὐκ Ῥωμαίοις ἔστιν ; ἔθος χαρίζεσθαί τινα ; ἄνθρωπον εἰς ; ἀπώλειαν πρὶν ἢ ὁ ; κατηγορούμενος κατὰ ; πρόσωπον ; ἔχοι τοὺς ; κατηγόρους, τε ; λάβοι τόπον ἀπολογίας περὶ τοῦ ; ἐγκλήματος.
أعمال الرسل 28: 19
Act.28.19
وَلكِنْ لَمَّا قَاوَمَ الْيَهُودُ، اضْطُرِرْتُ أَنْ أَرْفَعَ دَعْوَايَ إِلَى قَيْصَرَ، لَيْسَ كَأَنَّ لِي شَيْئًا لأَشْتَكِيَ بِهِ عَلَى أُمَّتِي.
δὲ ἀντιλεγόντων τῶν ; Ἰουδαίων ἠναγκάσθην ἐπικαλέσασθαι Καίσαρα οὐχ ὡς ἔχων τι κατηγορῆσαι τοῦ ; ἔθνους ; μου
رومية 2: 15
Rom.2.15
الَّذِينَ يُظْهِرُونَ عَمَلَ النَّامُوسِ مَكْتُوبًا فِي قُلُوبِهِمْ، شَاهِدًا ضَمِيرُهُمْ وَأَفْكَارُهُمْ فِيمَا بَيْنَهَا مُشْتَكِيَةً أَوْ مُحْتَجَّةً،
οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ; ἔργον τοῦ ; νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς ; καρδίαις συμμαρτυρούσης αὐτῶν ; τῆς ; συνειδήσεως καὶ ; τῶν ; λογισμῶν μεταξὺ ; ἀλλήλων κατηγορούντων ἢ ἀπολογουμένων,
الرؤيا 12: 10
Rev.12.10
وَسَمِعْتُ صَوْتًا عَظِيمًا قَائِلاً فِي السَّمَاءِ: الآنَ صَارَ خَلاَصُ إِلهِنَا وَقُدْرَتُهُ وَمُلْكُهُ وَسُلْطَانُ مَسِيحِهِ، لأَنَّهُ قَدْ طُرِحَ الْمُشْتَكِي عَلَى إِخْوَتِنَا، الَّذِي كَانَ يَشْتَكِي عَلَيْهِمْ أَمَامَ إِلهِنَا نَهَارًا وَلَيْلاً.
καὶ ; ἤκουσα φωνὴν μεγάλην λέγουσαν· ἐν τῷ ; οὐρανῷ ἄρτι ἐγένετο ἡ ; σωτηρία τοῦ ; θεοῦ ; ἡμῶν, καὶ ; ἡ ; δύναμις καὶ ; ἡ ; βασιλεία καὶ ; ἡ ; ἐξουσία τοῦ ; χριστοῦ ; αὐτοῦ, ὅτι κατἐβλήθη ὁ ; κατήγορος τῶν ἀδελφῶν ; ἡμῶν ὁ κατηγορῶν αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ ; ἡμῶν ἡμέρας καὶ ; νυκτός.