ك
إصحاح
G24
G25. agapáō
G26
المعنى المختصر للكلمة
agapáō: to love (in a social or moral sense)
اللفظ الأصلي ἀγαπάω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق agapáō (ag-ap-ah-o)
تكرار الورود في الكتاب 106 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

perhaps from (much) (or compare );

المعنى والشرح المفصل

to love (in a social or moral sense)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
(be-)love(-ed)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀγαπᾶτε (12×) ἀγαπῶμεν (9×) ἀγαπᾷ (8×) ἀγαπῶν (7×) ἀγαπήσεις (7×) ἠγάπησεν (4×) ἀγαπῶ (4×) ὁ ; ἀγαπῶν (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (106 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَصِيَّةً جَدِيدَةً أَنَا أُعْطِيكُمْ: أَنْ تُحِبُّوا بَعْضُكُمْ بَعْضًا. كَمَا أَحْبَبْتُكُمْ تُحِبُّونَ أَنْتُمْ أَيْضًا بَعْضُكُمْ بَعْضًا.
Ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ; ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ; ὑμᾶς ἀγαπᾶτε ὑμεῖς καὶ ἀλλήλους.
وَصِيَّةً جَدِيدَةً أَنَا أُعْطِيكُمْ: أَنْ تُحِبُّوا بَعْضُكُمْ بَعْضًا. كَمَا أَحْبَبْتُكُمْ تُحِبُّونَ أَنْتُمْ أَيْضًا بَعْضُكُمْ بَعْضًا.
Ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ; ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ; ὑμᾶς ἀγαπᾶτε ὑμεῖς καὶ ἀλλήλους.
اَلَّذِي عِنْدَهُ وَصَايَايَ وَيَحْفَظُهَا فَهُوَ الَّذِي يُحِبُّنِي، وَالَّذِي يُحِبُّنِي يُحِبُّهُ أَبِي، وَأَنَا أُحِبُّهُ، وَأُظْهِرُ لَهُ ذَاتِي.
Ὁ ἔχων τὰς ; ἐντολάς ; μου καὶ ; τηρῶν ; αὐτάς, ἐκεῖνός ; ἐστιν ὁ ἀγαπῶν ; με· ὁ ; δὲ ἀγαπῶν ; με ἀγαπηθήσεται τοῦ ; πατρός ; μου· κἀγὼ ἀγαπήσω ; αὐτὸν καὶ ; ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν.¶
وَلكِنْ لِيَفْهَمَ الْعَالَمُ أَنِّي أُحِبُّ الآبَ، وَكَمَا أَوْصَانِي الآبُ هكَذَا أَفْعَلُ. قُومُوا نَنْطَلِقْ مِنْ ههُنَا.
ἀλλ᾽ ἵνα ; γνῷ ὁ ; κόσμος ὅτι ἀγαπῶ τὸν ; πατέρα, καὶ ; καθὼς ἐνετείλατό ; μοι ὁ ; πατήρ, οὕτως ποιῶ.¶ ἐγείρεσθε, ἄγωμεν ἐντεῦθεν.¶
كَمَا أَحَبَّنِي الآبُ كَذلِكَ أَحْبَبْتُكُمْ أَنَا. اُثْبُتُوا فِي مَحَبَّتِي.
καθὼς ἠγάπησέν ; με ὁ ; πατήρ, κἀγὼ ; ὑμᾶς ; ἠγάπησα· μείνατε ἐν τῇ ; ἀγάπῃ ; τῇ ; ἐμῇ.
هذِهِ هِيَ وَصِيَّتِي أَنْ تُحِبُّوا بَعْضُكُمْ بَعْضًا كَمَا أَحْبَبْتُكُمْ.
αὕτη ἐστὶν ἡ ; ἐντολὴ ; ἡ ; ἐμὴ ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς ἠγάπησα ; ὑμᾶς.
بِهذَا أُوصِيكُمْ حَتَّى تُحِبُّوا بَعْضُكُمْ بَعْضًا.
Ταῦτα ἐντέλλομαι ; ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους.
أَنَا فِيهِمْ وَأَنْتَ فِيَّ لِيَكُونُوا مُكَمَّلِينَ إِلَى وَاحِدٍ، وَلِيَعْلَمَ الْعَالَمُ أَنَّكَ أَرْسَلْتَنِي، وَأَحْبَبْتَهُمْ كَمَا أَحْبَبْتَنِي.
ἐγὼ ἐν ; αὐτοῖς καὶ ; σὺ ἐν ; ἐμοί, ἵνα ; ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν, καὶ ; ἵνα ; γινώσκῃ ὁ ; κόσμος ὅτι ; σύ με ; ἀπέστειλας καὶ ; ἠγάπησας ; αὐτοὺς καθὼς ἐμὲ ; ἠγάπησας.¶
فَلَمَّا رَأَى يَسُوعُ أُمَّهُ، وَالتِّلْمِيذَ الَّذِي كَانَ يُحِبُّهُ وَاقِفًا، قَالَ لأُمِّهِ: يَا امْرَأَةُ، هُوَذَا ابْنُكِ.
οὖν ἰδὼν Ἰησοῦς τὴν ; μητέρα καὶ ; τὸν ; μαθητὴν ὃν ἠγάπα, παρεστῶτα λέγει τῇ ; μητρί ; αὐτοῦ· γύναι, ἰδοὺ ὁ ; υἱός ; σου.
فَقَالَ ذلِكَ التِّلْمِيذُ الَّذِي كَانَ يَسُوعُ يُحِبُّهُ لِبُطْرُسَ: هُوَ الرَّبُّ.. فَلَمَّا سَمِعَ سِمْعَانُ بُطْرُسُ أَنَّهُ الرَّبُّ، اتَّزَرَ بِثَوْبِهِ، لأَنَّهُ كَانَ عُرْيَانًا، وَأَلْقَى نَفْسَهُ فِي الْبَحْرِ.
λέγει ; οὖν ἐκεῖνος ὁ ; μαθητὴς ὃν ὁ ; Ἰησοῦς ἠγάπα τῷ ; Πέτρῳ· ἐστιν. ὁ ; κύριός οὖν ἀκούσας Σίμων Πέτρος ὅτι ; ἐστιν ὁ ; κύριός διεζώσατο, τὸν ; ἐπενδύτην γὰρ ἦν γυμνός, καὶ ; ἔβαλεν ἑαυτὸν εἰς τὴν ; θάλασσαν.
فَالْتَفَتَ بُطْرُسُ وَنَظَرَ التِّلْمِيذَ الَّذِي كَانَ يَسُوعُ يُحِبُّهُ يَتْبَعُهُ، وَهُوَ أَيْضًا الَّذِي اتَّكَأَ عَلَى صَدْرِهِ وَقْتَ الْعَشَاءِ، وَقَالَ: يَا سَيِّدُ، مَنْ هُوَ الَّذِي يُسَلِّمُكَ.
Ἐπιστραφεὶς ὁ ; Πέτρος δὲ ; βλέπει τὸν ; μαθητὴν ὃν ὁ ; Ἰησοῦς ἠγάπα ἀκολουθοῦντα ὃς καὶ ἀνέπεσεν ἐπὶ τὸ ; στῆθος ; αὐτοῦ ἐν ; τῷ ; δείπνῳ καὶ ; εἶπεν· κύριε, τίς ἐστιν ὁ σε; ; παραδιδούς
وَنَحْنُ نَعْلَمُ أَنَّ كُلَّ الأَشْيَاءِ تَعْمَلُ مَعًا لِلْخَيْرِ لِلَّذِينَ يُحِبُّونَ اللهَ، الَّذِينَ هُمْ مَدْعُوُّونَ حَسَبَ قَصْدِهِ.
Οἴδαμεν ; δὲ ὅτι πάντα συνεργεῖ εἰς ; ἀγαθόν, τοῖς ἀγαπῶσιν τὸν ; θεὸν τοῖς οὖσιν. κλητοῖς κατὰ πρόθεσιν
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: أَحْبَبْتُ يَعْقُوبَ وَأَبْغَضْتُ عِيسُوَ.
καθὼς γέγραπται· ἠγάπησα, τὸν ; Ἰακὼβ δὲ ; ἐμίσησα.¶ τὸν ; Ἠσαῦ
كَمَا يَقُولُ فِي هُوشَعَ أَيْضًا: سَأَدْعُو الَّذِي لَيْسَ شَعْبِي شَعْبِي، وَالَّتِي لَيْسَتْ مَحْبُوبَةً مَحْبُوبَةً.
ὡς λέγει· ἐν τῷ ; Ὡσηὲ καὶ καλέσω τὸν οὐ λαόν ; μου λαόν ; μου καὶ ; τὴν οὐκ ἠγαπημένην ἠγαπημένην.
كَمَا يَقُولُ فِي هُوشَعَ أَيْضًا: سَأَدْعُو الَّذِي لَيْسَ شَعْبِي شَعْبِي، وَالَّتِي لَيْسَتْ مَحْبُوبَةً مَحْبُوبَةً.
ὡς λέγει· ἐν τῷ ; Ὡσηὲ καὶ καλέσω τὸν οὐ λαόν ; μου λαόν ; μου καὶ ; τὴν οὐκ ἠγαπημένην ἠγαπημένην.
لاَ تَكُونُوا مَدْيُونِينَ لأَحَدٍ إِلاَّ بِأَنْ يُحِبَّ بَعْضُكُمْ بَعْضًا، لأَنَّ مَنْ أَحَبَّ غَيْرَهُ فَقَدْ أَكْمَلَ النَّامُوسَ.
μηδὲν ; ὀφείλετε μηδενὶ εἰ ; μὴ τὸ ; ἀγαπᾶν· ἀλλήλους γὰρ ὁ ἀγαπῶν τὸν ; ἕτερον πεπλήρωκεν· νόμον
لاَ تَكُونُوا مَدْيُونِينَ لأَحَدٍ إِلاَّ بِأَنْ يُحِبَّ بَعْضُكُمْ بَعْضًا، لأَنَّ مَنْ أَحَبَّ غَيْرَهُ فَقَدْ أَكْمَلَ النَّامُوسَ.
μηδὲν ; ὀφείλετε μηδενὶ εἰ ; μὴ τὸ ; ἀγαπᾶν· ἀλλήλους γὰρ ὁ ἀγαπῶν τὸν ; ἕτερον πεπλήρωκεν· νόμον
لأَنَّ لاَ تَزْنِ، لاَ تَقْتُلْ، لاَ تَسْرِقْ، لاَ تَشْهَدْ بِالزُّورِ، لاَ تَشْتَهِ، وَإِنْ كَانَتْ وَصِيَّةً أُخْرَى، هِيَ مَجْمُوعَةٌ فِي هذِهِ الْكَلِمَةِ: أَنْ تُحِبَّ قَرِيبَكَ كَنَفْسِكَ.
γὰρ οὐ μοιχεύσεις, οὐ φονεύσεις, οὐ κλέψεις οὐ ψευδομαρτυρήσεις, οὐκ ἐπιθυμήσεις, καὶ ; εἴ τις ; ἐντολή, ἑτέρα ἀνακεφαλαιοῦται, ἐν τούτῳ τῷ ; λόγῳ ἐν ; τῷ ; ἀγαπήσεις πλησίον ; σου ὡς ; σου
وَلكِنْ إِنْ كَانَ أَحَدٌ يُحِبُّ اللهَ، فَهذَا مَعْرُوفٌ عِنْدَهُ.
δέ εἰ τις ἀγαπᾷ θεόν, οὗτος ἔγνωσται ὑπ᾽ ; αὐτοῦ.¶
كُلُّ وَاحِدٍ كَمَا يَنْوِي بِقَلْبِهِ، لَيْسَ عَنْ حُزْنٍ أَوِ اضْطِرَارٍ. لأَنَّ الْمُعْطِيَ الْمَسْرُورَ يُحِبُّهُ اللهُ.
ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ ; καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ; ἀνάγκης· γὰρ δότην ἱλαρὸν ἀγαπᾷ ὁ ; θεός.¶
وَأَمَّا أَنَا فَبِكُلِّ سُرُورٍ أُنْفِقُ وَأُنْفَقُ لأَجْلِ أَنْفُسِكُمْ، وَإِنْ كُنْتُ كُلَّمَا أُحِبُّكُمْ أَكْثَرَ أُحَبُّ أَقَلَّ.
δὲ ἐγὼ ἥδιστα δαπανήσω καὶ ; ἐκδαπανηθήσομαι ὑπὲρ τῶν ; ψυχῶν ; ὑμῶν, εἰ καὶ ὑμᾶς ; ἀγαπῶν περισσοτέρως ἀγαπῶμαι. ἧττον
وَأَمَّا أَنَا فَبِكُلِّ سُرُورٍ أُنْفِقُ وَأُنْفَقُ لأَجْلِ أَنْفُسِكُمْ، وَإِنْ كُنْتُ كُلَّمَا أُحِبُّكُمْ أَكْثَرَ أُحَبُّ أَقَلَّ.
δὲ ἐγὼ ἥδιστα δαπανήσω καὶ ; ἐκδαπανηθήσομαι ὑπὲρ τῶν ; ψυχῶν ; ὑμῶν, εἰ καὶ ὑμᾶς ; ἀγαπῶν περισσοτέρως ἀγαπῶμαι. ἧττον
لأَنَّ كُلَّ النَّامُوسِ فِي كَلِمَةٍ وَاحِدَةٍ يُكْمَلُ: تُحِبُّ قَرِيبَكَ كَنَفْسِكَ.
γὰρ πᾶς νόμος ἐν λόγῳ ἑνὶ πληροῦται ἀγαπήσεις τὸν ; πλησίον ; σου ὡς ; σου
لِمَدْحِ مَجْدِ نِعْمَتِهِ الَّتِي أَنْعَمَ بِهَا عَلَيْنَا فِي الْمَحْبُوبِ،
εἰς ; ἔπαινον δόξης τῆς ; χάριτος ; αὐτοῦ, ἐν ; ᾗ ἐχαρίτωσεν ἡμᾶς ἐν τῷ ; ἠγαπημένῳ,
أَيُّهَا الرِّجَالُ، أَحِبُّوا نِسَاءَكُمْ كَمَا أَحَبَّ الْمَسِيحُ أَيْضًا الْكَنِيسَةَ وَأَسْلَمَ نَفْسَهُ لأَجْلِهَا،
Οἱ ἄνδρες, ἀγαπᾶτε τὰς ; γυναῖκας ; ἑαυτῶν καθὼς ἠγάπησεν ὁ ; Χριστὸς καὶ τὴν ; ἐκκλησίαν καὶ ; παρέδωκεν ἑαυτὸν ὑπὲρ ; αὐτῆς
أَيُّهَا الرِّجَالُ، أَحِبُّوا نِسَاءَكُمْ كَمَا أَحَبَّ الْمَسِيحُ أَيْضًا الْكَنِيسَةَ وَأَسْلَمَ نَفْسَهُ لأَجْلِهَا،
Οἱ ἄνδρες, ἀγαπᾶτε τὰς ; γυναῖκας ; ἑαυτῶν καθὼς ἠγάπησεν ὁ ; Χριστὸς καὶ τὴν ; ἐκκλησίαν καὶ ; παρέδωκεν ἑαυτὸν ὑπὲρ ; αὐτῆς
كَذلِكَ يَجِبُ عَلَى الرِّجَالِ أَنْ يُحِبُّوا نِسَاءَهُمْ كَأَجْسَادِهِمْ. مَنْ يُحِبُّ امْرَأَتَهُ يُحِبُّ نَفْسَهُ.
οὕτως ὀφείλουσιν οἱ ; ἄνδρες ἀγαπᾶν τὰς ; ἑαυτῶν ; γυναῖκας ὡς ; τὰ ; ἑαυτῶν ; σώματα. ὁ ἀγαπῶν τὴν ; ἑαυτοῦ ; γυναῖκα ἀγαπᾷ· ἑαυτὸν
كَذلِكَ يَجِبُ عَلَى الرِّجَالِ أَنْ يُحِبُّوا نِسَاءَهُمْ كَأَجْسَادِهِمْ. مَنْ يُحِبُّ امْرَأَتَهُ يُحِبُّ نَفْسَهُ.
οὕτως ὀφείλουσιν οἱ ; ἄνδρες ἀγαπᾶν τὰς ; ἑαυτῶν ; γυναῖκας ὡς ; τὰ ; ἑαυτῶν ; σώματα. ὁ ἀγαπῶν τὴν ; ἑαυτοῦ ; γυναῖκα ἀγαπᾷ· ἑαυτὸν
كَذلِكَ يَجِبُ عَلَى الرِّجَالِ أَنْ يُحِبُّوا نِسَاءَهُمْ كَأَجْسَادِهِمْ. مَنْ يُحِبُّ امْرَأَتَهُ يُحِبُّ نَفْسَهُ.
οὕτως ὀφείλουσιν οἱ ; ἄνδρες ἀγαπᾶν τὰς ; ἑαυτῶν ; γυναῖκας ὡς ; τὰ ; ἑαυτῶν ; σώματα. ὁ ἀγαπῶν τὴν ; ἑαυτοῦ ; γυναῖκα ἀγαπᾷ· ἑαυτὸν
وَأَمَّا أَنْتُمُ الأَفْرَادُ، فَلْيُحِبَّ كُلُّ وَاحِدٍ امْرَأَتَهُ هكَذَا كَنَفْسِهِ، وَأَمَّا الْمَرْأَةُ فَلْتَهَبْ رَجُلَهَا.
πλὴν ; καὶ ὑμεῖς οἱ ; καθ᾽ ; ἕνα, ἀγαπάτω ἕκαστος τὴν ; ἑαυτοῦ ; γυναῖκα οὕτως ὡς ; ἑαυτόν, δὲ ἡ ; γυνὴ φοβῆται τὸν ; ἄνδρα.¶