ك
إصحاح
G2463
G2464. isaák
G2465
المعنى المختصر للكلمة
isaák: Isaac (i.e. Jitschak), the son of Abraham
اللفظ الأصلي Ἰσαάκ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق isaák (ee-sah-ak)
تكرار الورود في الكتاب 19 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

Isaac (i.e. Jitschak), the son of Abraham

الإنجليزية — KJV Translation Tags
Isaac

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

Ἰσαὰκ (9×) καὶ ; Ἰσαὰκ (3×) ἐν ; Ἰσαὰκ (2×) τὸν ; Ἰσαὰκ (2×) τὸν ; Ἰσαάκ· (1×) τοῦ ; Ἰσαὰκ (1×) καὶ ; ὁ ; Ἰσαὰκ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (19 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
إِبْراهِيمُ وَلَدَ إِسْحاقَ. وَإِسْحاقُ وَلَدَ يَعْقُوبَ. وَيَعْقُوبُ وَلَدَ يَهُوذَا وَإِخْوَتَهُ.
Ἀβραὰμ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰσαάκ· Ἰσαὰκ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰακώβ· Ἰακὼβ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰούδαν καὶ ; τοὺς ; ἀδελφοὺς ; αὐτοῦ·
وَأَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ كَثِيرِينَ سَيَأْتُونَ مِنَ الْمَشَارِقِ وَالْمَغَارِب وَيَتَّكِئُونَ مَعَ إِبْرَاهِيمَ وَإِسْحَاقَ وَيَعْقُوبَ فِي مَلَكُوتِ السَّمَاوَاتِ،
λέγω ; δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἥξουσιν ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ ; δυσμῶν καὶ ; ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ ; Ἰσαὰκ καὶ ; Ἰακὼβ ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τῶν ; οὐρανῶν.
متى 22: 32 Mat.22.32
أَنَا إِلهُ إِبْرَاهِيمَ وَإِلهُ إِسْحَاقَ وَإِلهُ يَعْقُوبَ. لَيْسَ اللهُ إِلهَ أَمْوَاتٍ بَلْ إِلهُ أَحْيَاءٍ.
ἐγώ ; εἰμι ὁ ; θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰακώβ; οὐκ ; ἔστιν ὁ ; θεὸς θεὸς νεκρῶν ἀλλὰ ζώντων.¶
وَأَمَّا مِنْ جِهَةِ الأَمْوَاتِ إِنَّهُمْ يَقُومُونَ: أَفَمَا قَرَأْتُمْ فِي كِتَابِ مُوسَى، فِي أَمْرِ الْعُلَّيْقَةِ، كَيْفَ كَلَّمَهُ اللهُ قَائِلاً: أَنَا إِلهُ إِبْرَاهِيمَ وَإِلهُ إِسْحَاقَ وَإِلهُ يَعْقُوبَ.
δὲ περὶ τῶν ; νεκρῶν ὅτι ἐγείρονται, οὐκ ἀνέγνωτε ἐν τῇ ; βίβλῳ Μωϋσέως ἐπὶ ; τῆς; βάτου ὡς εἶπεν ; αὐτῷ ὁ ; θεὸς λέγων· ἐγὼ ὁ ; θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰακώβ;
بْنِ يَعْقُوبَ، بْنِ إِسْحَاقَ، بْنِ إِبْرَاهِيمَ، بْنِ تَارَحَ، بْنِ نَاحُورَ،
τοῦ ; Ἰακὼβ τοῦ ; Ἰσαὰκ τοῦ ; Ἀβραὰμ τοῦ ; Θάρα τοῦ ; Ναχὼρ
هُنَاكَ يَكُونُ الْبُكَاءُ وَصَرِيرُ الأَسْنَانِ، مَتَى رَأَيْتُمْ إِبْرَاهِيمَ وَإِسْحَاقَ وَيَعْقُوبَ وَجَمِيعَ الأَنْبِيَاءِ فِي مَلَكُوتِ اللهِ، وَأَنْتُمْ مَطْرُوحُونَ خَارِجًا.
ἐκεῖ ἔσται ὁ ; κλαυθμὸς καὶ ; ὁ ; βρυγμὸς τῶν ; ὀδόντων, ὅταν ὄψησθε Ἀβραὰμ καὶ ; Ἰσαὰκ καὶ ; Ἰακὼβ καὶ ; πάντας τοὺς ; προφήτας ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τοῦ ; θεοῦ, ὑμᾶς ; δὲ ἐκβαλλομένους ἔξω.
وَأَمَّا أَنَّ الْمَوْتَى يَقُومُونَ، فَقَدْ دَلَّ عَلَيْهِ مُوسَى أَيْضًا فِي أَمْرِ الْعُلَّيْقَةِ كَمَا يَقُولُ: اَلرَّبُّ إِلهُ إِبْرَاهِيمَ وَإِلهُ إِسْحَاقَ وَإِلهُ يَعْقُوبَ.
δὲ ὅτι οἱ ; νεκροί, ἐγείρονται ἐμήνυσεν Μωϋσῆς καὶ ἐπὶ τῆς ; βάτου ὡς λέγει κύριον τὸν ; θεὸν Ἀβραὰμ καὶ ; τὸν ; θεὸν Ἰσαὰκ καὶ ; τὸν ; θεὸν Ἰακώβ.
إِنَّ إِلهَ إِبْرَاهِيمَ وَإِسْحَاقَ وَيَعْقُوبَ، إِلهَ آبَائِنَا، مَجَّدَ فَتَاهُ يَسُوعَ، الَّذِي أَسْلَمْتُمُوهُ أَنْتُمْ وَأَنْكَرْتُمُوهُ أَمَامَ وَجْهِ بِيلاَطُسَ، وَهُوَ حَاكِمٌ بِإِطْلاَقِهِ.
ὁ ; θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ; Ἰσαὰκ καὶ ; Ἰακώβ, ὁ ; θεὸς τῶν ; πατέρων ; ἡμῶν, ἐδόξασεν τὸν ; παῖδα ; αὐτοῦ Ἰησοῦν ὃν παρεδώκατε ὑμεῖς καὶ ; ἠρνήσασθε ; αὐτὸν κατὰ ; πρόσωπον Πιλάτου κρίναντος ἐκείνου ; ἀπολύειν·
وَأَعْطَاهُ عَهْدَ الْخِتَانِ، وَهكَذَا وَلَدَ إِسْحَاقَ وَخَتَنَهُ فِي الْيَوْمِ الثَّامِنِ. وَإِسْحَاقُ يَعْقُوبَ، وَيَعْقُوبُ رُؤَسَاءَ الآبَاءِ الاثْنَيْ عَشَرَ.
καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτῷ διαθήκην περιτομῆς· καὶ ; οὕτως ἐγέννησεν τὸν ; Ἰσαὰκ καὶ ; περιέτεμεν ; αὐτὸν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ; ὀγδόῃ, καὶ ; ὁ ; Ἰσαὰκ τὸν ; Ἰακώβ, καὶ ; ὁ ; Ἰακὼβ τοὺς ; πατριάρχας. δώδεκα
وَأَعْطَاهُ عَهْدَ الْخِتَانِ، وَهكَذَا وَلَدَ إِسْحَاقَ وَخَتَنَهُ فِي الْيَوْمِ الثَّامِنِ. وَإِسْحَاقُ يَعْقُوبَ، وَيَعْقُوبُ رُؤَسَاءَ الآبَاءِ الاثْنَيْ عَشَرَ.
καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτῷ διαθήκην περιτομῆς· καὶ ; οὕτως ἐγέννησεν τὸν ; Ἰσαὰκ καὶ ; περιέτεμεν ; αὐτὸν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ; ὀγδόῃ, καὶ ; ὁ ; Ἰσαὰκ τὸν ; Ἰακώβ, καὶ ; ὁ ; Ἰακὼβ τοὺς ; πατριάρχας. δώδεκα
أَنَا إِلهُ آبَائِكَ، إِلهُ إِبْرَاهِيمَ وَإِلهُ إِسْحَاقَ وَإِلهُ يَعْقُوبَ. فَارْتَعَدَ مُوسَى وَلَمْ يَجْسُرْ أَنْ يَتَطَلَّعَ.
ἐγὼ ὁ ; θεὸς τῶν ; πατέρων ; σου, ὁ ; θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰακώβ. ἔντρομος ; δὲ ; γενόμενος Μωϋσῆς οὐκ ἐτόλμα κατανοῆσαι.
وَلاَ لأَنَّهُمْ مِنْ نَسْلِ إِبْرَاهِيمَ هُمْ جَمِيعًا أَوْلاَدٌ. بَلْ بِإِسْحَاقَ يُدْعَى لَكَ نَسْلٌ.
οὐδ᾽ ὅτι ; εἰσὶν σπέρμα Ἀβραὰμ πάντες τέκνα, ἀλλ᾽ ἐν ; Ἰσαὰκ κληθήσεταί σοι σπέρμα.
وَلَيْسَ ذلِكَ فَقَطْ، بَلْ رِفْقَةُ أَيْضًا، وَهِيَ حُبْلَى مِنْ وَاحِدٍ وَهُوَ إِسْحَاقُ أَبُونَا.
Οὐ δέ, μόνον ἀλλὰ Ῥεβέκκα καὶ ἔχουσα κοίτην ἐξ ἑνὸς Ἰσαὰκ τοῦ ; πατρὸς ; ἡμῶν·
وَأَمَّا نَحْنُ أَيُّهَا الإِخْوَةُ فَنَظِيرُ إِسْحَاقَ، أَوْلاَدُ الْمَوْعِدِ.
δέ, ἡμεῖς ἀδελφοί, κατὰ Ἰσαὰκ τέκνα ; ἐσμέν ἐπαγγελίας
بِالإِيمَانِ تَغَرَّبَ فِي أَرْضِ الْمَوْعِدِ كَأَنَّهَا غَرِيبَةٌ، سَاكِنًا فِي خِيَامٍ مَعَ إِسْحَاقَ وَيَعْقُوبَ الْوَارِثَيْنِ مَعَهُ لِهذَا الْمَوْعِدِ عَيْنِهِ.
Πίστει παρῴκησεν εἰς τὴν ; γῆν τῆς ; ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν κατοικήσας ἐν σκηναῖς μετὰ Ἰσαὰκ καὶ ; Ἰακὼβ τῶν ; συγκληρονόμων τῆς ; ἐπαγγελίας τῆς ; αὐτῆς·
بِالإِيمَانِ قَدَّمَ إِبْرَاهِيمُ إِسْحَاقَ وَهُوَ مُجَرَّبٌ. قَدَّمَ الَّذِي قَبِلَ الْمَوَاعِيدَ، وَحِيدَهُ
Πίστει προσενήνοχεν Ἀβραὰμ τὸν ; Ἰσαὰκ πειραζόμενος, προσέφερεν ὁ ἀναδεξάμενος, τὰς ; ἐπαγγελίας καὶ ; τὸν ; μονογενῆ
الَّذِي قِيلَ لَهُ: إِنَّهُ بِإِسْحَاقَ يُدْعَى لَكَ نَسْلٌ.
πρὸς ; ὃν ἐλαλήθη ὅτι ἐν ; Ἰσαὰκ κληθήσεταί σοι σπέρμα·
بِالإِيمَانِ إِسْحَاقُ بَارَكَ يَعْقُوبَ وَعِيسُو مِنْ جِهَةِ أُمُورٍ عَتِيدَةٍ.
Πίστει Ἰσαὰκ εὐλόγησεν τὸν ; Ἰακὼβ καὶ ; τὸν ; Ἠσαῦ.¶ περὶ μελλόντων
أَلَمْ يَتَبَرَّرْ إِبْرَاهِيمُ أَبُونَا بِالأَعْمَالِ، إِذْ قَدَّمَ إِسْحَاقَ ابْنَهُ عَلَى الْمَذْبَحِ.
οὐκ ἐδικαιώθη Ἀβραὰμ ὁ ; πατὴρ ; ἡμῶν ἐξ ; ἔργων ἀνενέγκας Ἰσαὰκ τὸν ; υἱὸν ; αὐτοῦ ἐπὶ τὸ ; θυσιαστήριον;