ك
إصحاح
G2445
G2446. iordánēs
G2447
المعنى المختصر للكلمة
iordánēs: the Jordanes (i.e. Jarden), a river of Palestine
اللفظ الأصلي Ἰορδάνης
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق iordánēs (ee-or-dan-ace)
تكرار الورود في الكتاب 15 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

the Jordanes (i.e. Jarden), a river of Palestine

الإنجليزية — KJV Translation Tags
Jordan

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τοῦ ; Ἰορδάνου (5×) τοῦ ; Ἰορδάνου, (4×) τὸν ; Ἰορδάνην (2×) Ἰορδάνῃ (1×) τῷ ; Ἰορδάνῃ (1×) τοῦ ; Ἰορδάνου.¶ (1×) τοῦ ; Ἰορδάνου. (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (15 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
حِينَئِذٍ خَرَجَ إِلَيْهِ أُورُشَلِيمُ وَكُلُّ الْيَهُودِيَّةِ وَجَمِيعُ الْكُورَةِ الْمُحِيطَةِ بِالأُرْدُنِّ،
Τότε ἐξεπορεύετο πρὸς ; αὐτὸν Ἱεροσόλυμα καὶ ; πᾶσα ἡ ; Ἰουδαία καὶ ; πᾶσα ἡ ; περίχωρος τοῦ ; Ἰορδάνου,
وَاعْتَمَدُوا مِنْهُ فِي الأُرْدُنِّ، مُعْتَرِفِينَ بِخَطَايَاهُمْ.
καὶ ; ἐβαπτίζοντο ὑπ᾽ ; αὐτοῦ ἐν τῷ ; Ἰορδάνῃ ἐξομολογούμενοι τὰς ; ἁμαρτίας ; αὐτῶν.¶
حِينَئِذٍ جَاءَ يَسُوعُ مِنَ الْجَلِيلِ إِلَى الأُرْدُنِّ إِلَى يُوحَنَّا لِيَعْتَمِدَ مِنْهُ.
Τότε παραγίνεται ὁ ; Ἰησοῦς ἀπὸ τῆς ; Γαλιλαίας ἐπὶ τὸν ; Ἰορδάνην πρὸς τὸν ; Ἰωάννην τοῦ ; βαπτισθῆναι αὐτοῦ. ; ὑπ᾽
أَرْضُ زَبُولُونَ، وَأَرْضُ نَفْتَالِيمَ، طَرِيقُ الْبَحْرِ، عَبْرُ الأُرْدُنِّ، جَلِيلُ الأُمَمِ.
γῆ Ζαβουλὼν καὶ ; γῆ Νεφθαλίμ, ὁδὸν θαλάσσης πέραν τοῦ ; Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ; ἐθνῶν,
فَتَبِعَتْهُ جُمُوعٌ كَثِيرَةٌ مِنَ الْجَلِيلِ وَالْعَشْرِ الْمُدُنِ وَأُورُشَلِيمَ وَالْيَهُودِيَّةِ وَمِنْ عَبْرِ الأُرْدُنِّ.
καὶ ; ἠκολούθησαν ; αὐτῷ ὄχλοι πολλοὶ ἀπὸ τῆς ; Γαλιλαίας καὶ ; Δεκαπόλεως καὶ ; Ἱεροσολύμων καὶ ; Ἰουδαίας καὶ πέραν τοῦ ; Ἰορδάνου.¶
وَلَمَّا أَكْمَلَ يَسُوعُ هذَا الْكَلاَمَ انْتَقَلَ مِنَ الْجَلِيلِ وَجَاءَ إِلَى تُخُومِ الْيَهُودِيَّةِ مِنْ عَبْرِ الأُرْدُنِّ.
Καὶ ; ἐγένετο ; ὅτε ἐτέλεσεν ὁ ; Ἰησοῦς τούτους, τοὺς ; λόγους μετῆρεν ἀπὸ Γαλιλαίας ; τῆς καὶ ; ἦλθεν εἰς τὰ ; ὅρια τῆς ; Ἰουδαίας πέραν τοῦ ; Ἰορδάνου.
وَخَرَجَ إِلَيْهِ جَمِيعُ كُورَةِ الْيَهُودِيَّةِ وَأَهْلُ أُورُشَلِيمَ وَاعْتَمَدُوا جَمِيعُهُمْ مِنْهُ فِي نَهْرِ الأُرْدُنِّ، مُعْتَرِفِينَ بِخَطَايَاهُمْ.
καὶ ; ἐξεπορεύετο πρὸς ; αὐτὸν πᾶσα χώρα ; ἡ Ἰουδαία καὶ ; οἱ ; Ἱεροσολυμῖται καὶ ; ἐβαπτίζοντο πάντες, ὑπ᾽ ; αὐτοῦ ἐν ποταμῷ ; τῷ Ἰορδάνῃ ἐξομολογούμενοι τὰς ; ἁμαρτίας ; αὐτῶν.
وَفِي تِلْكَ الأَيَّامِ جَاءَ يَسُوعُ مِنْ نَاصِرَةِ الْجَلِيلِ وَاعْتَمَدَ مِنْ يُوحَنَّا فِي الأُرْدُنِّ.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν ἐκείναις ταῖς ; ἡμέραις ἦλθεν Ἰησοῦς ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς ; Γαλιλαίας καὶ ; ἐβαπτίσθη ὑπὸ Ἰωάννου. εἰς τὸν ; Ἰορδάνην
وَمِنْ أُورُشَلِيمَ وَمِنْ أَدُومِيَّةَ وَمِنْ عَبْرِ الأُرْدُنِّ. وَالَّذِينَ حَوْلَ صُورَ وَصَيْدَاءَ، جَمْعٌ كَثِيرٌ، إِذْ سَمِعُوا كَمْ صَنَعَ أَتَوْا إِلَيْهِ.
καὶ ; ἀπὸ Ἱεροσολύμων καὶ ; ἀπὸ τῆς ; Ἰδουμαίας καὶ πέραν τοῦ ; Ἰορδάνου καὶ ; οἱ περὶ Τύρον καὶ ; Σιδῶνα, πλῆθος πολὺ ἀκούσαντες ὅσα ἐποίει ἦλθον πρὸς ; αὐτόν.¶
وَقَامَ مِنْ هُنَاكَ وَجَاءَ إِلَى تُخُومِ الْيَهُودِيَّةِ مِنْ عَبْرِ الأُرْدُنِّ. فَاجْتَمَعَ إِلَيْهِ جُمُوعٌ أَيْضًا، وَكَعَادَتِهِ كَانَ أَيْضًا يُعَلِّمُهُمْ.
ἀναστὰς ; Καὶ ἐκεῖθεν ἔρχεται εἰς τὰ ; ὅρια τῆς ; Ἰουδαίας διὰ τοῦ ; πέραν τοῦ ; Ἰορδάνου, καὶ ; συμπορεύονται πρὸς ; αὐτόν, ὄχλοι πάλιν καὶ ; εἰώθει ; ὡς πάλιν ἐδίδασκεν ; αὐτούς.
فَجَاءَ إِلَى جَمِيعِ الْكُورَةِ الْمُحِيطَةِ بِالأُرْدُنِّ يَكْرِزُ بِمَعْمُودِيَّةِ التَّوْبَةِ لِمَغْفِرَةِ الْخَطَايَا،
καὶ ; ἦλθεν εἰς πᾶσαν τὴν ; περίχωρον τοῦ ; Ἰορδάνου κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ; ἄφεσιν ἁμαρτιῶν
أَمَّا يَسُوعُ فَرَجَعَ مِنَ الأُرْدُنِّ مُمْتَلِئًا مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، يُقْتَادُ بِالرُّوحِ فِي الْبَرِّيَّةِ
δὲ Ἰησοῦς ὑπέστρεψεν ἀπὸ τοῦ ; Ἰορδάνου πλήρης πνεύματος ἁγίου καὶ ; ἤγετο ἐν ; τῷ ; πνεύματι εἰς τήν; ἔρημον
هذَا كَانَ فِي بَيْتِ عَبْرَةَ فِي عَبْرِ الأُرْدُنِّ حَيْثُ كَانَ يُوحَنَّا يُعَمِّدُ.
ταῦτα ἐγένετο ἐν Βηθαβαρᾶ πέραν τοῦ ; Ἰορδάνου ὅπου ἦν Ἰωάννης βαπτίζων.¶
فَجَاءُوا إِلَى يُوحَنَّا وَقَالُوا لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، هُوَذَا الَّذِي كَانَ مَعَكَ فِي عَبْرِ الأُرْدُنِّ، الَّذِي أَنْتَ قَدْ شَهِدْتَ هُوَ يُعَمِّدُ، وَالْجَمِيعُ يَأْتُونَ إِلَيْهِ
καὶ ; ἦλθον πρὸς τὸν ; Ἰωάννην καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· ῥαββί, ὃς ἦν μετὰ ; σοῦ πέραν τοῦ ; Ἰορδάνου, ᾧ σὺ μεμαρτύρηκας, οὗτος βαπτίζει, καὶ ; πάντες ἔρχονται πρὸς ; αὐτόν.
وَمَضَى أَيْضًا إِلَى عَبْرِ الأُرْدُنِّ إِلَى الْمَكَانِ الَّذِي كَانَ يُوحَنَّا يُعَمِّدُ فِيهِ أَوَّلاً وَمَكَثَ هُنَاكَ.
καὶ ; ἀπῆλθεν πάλιν πέραν τοῦ ; Ἰορδάνου εἰς τὸν ; τόπον ὅπου ἦν Ἰωάννης τὸ ; βαπτίζων, πρῶτον καὶ ; ἔμεινεν ἐκεῖ.