ك
إصحاح
G2343
G2344. thēsaurós
G2345
المعنى المختصر للكلمة
thēsaurós: a deposit, i.e. wealth (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي θησαυρός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق thēsaurós (thay-sow-ros)
تكرار الورود في الكتاب 13 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

a deposit, i.e. wealth (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
treasure

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

θησαυρὸν (4×) τοῦ ; θησαυροῦ (3×) θησαυροὺς (2×) τὸν ; θησαυρὸν (1×) οἱ ; θησαυροὶ (1×) θησαυρῷ (1×) θησαυρῶν (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (13 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لاَ تَكْنِزُوا لَكُمْ كُنُوزًا عَلَى الأَرْضِ حَيْثُ يُفْسِدُ السُّوسُ وَالصَّدَأُ، وَحَيْثُ يَنْقُبُ السَّارِقُونَ وَيَسْرِقُونَ.
Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς ; γῆς, ὅπου ἀφανίζει σὴς καὶ ; βρῶσις καὶ ; ὅπου διορύσσουσιν κλέπται καὶ ; κλέπτουσιν·
بَلِ اكْنِزُوا لَكُمْ كُنُوزًا فِي السَّمَاءِ، حَيْثُ لاَ يُفْسِدُ سُوسٌ وَلاَ صَدَأٌ، وَحَيْثُ لاَ يَنْقُبُ سَارِقُونَ وَلاَ يَسْرِقُونَ،
δὲ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε ἀφανίζει σὴς οὔτε βρῶσις καὶ ; ὅπου οὐ διορύσσουσιν κλέπται οὐδὲ κλέπτουσιν·
متى 12: 35 Mat.12.35
اَلإِنْسَانُ الصَّالِحُ مِنَ الْكَنْزِ الصَّالِحِ فِي الْقَلْب يُخْرِجُ الصَّالِحَاتِ، وَالإِنْسَانُ الشِّرِّيرُ مِنَ الْكَنْزِ الشِّرِّيرِ يُخْرِجُ الشُّرُورَ.
Ὁ ; ἄνθρωπος ἀγαθὸς ἐκ τοῦ ; θησαυροῦ ἀγαθοῦ τῆς ; καρδίας ἐκβάλλει τά ; ἀγαθά, καὶ ; ὁ ; ἄνθρωπος πονηρὸς ἐκ θησαυροῦ ; τοῦ πονηροῦ ἐκβάλλει πονηρά.¶
متى 13: 44 Mat.13.44
أَيْضًا يُشْبِهُ مَلَكُوتُ السَّمَاوَاتِ كَنْزًا مُخْفىً فِي حَقْل، وَجَدَهُ إِنْسَانٌ فَأَخْفَاهُ. وَمِنْ فَرَحِهِ مَضَى وَبَاعَ كُلَّ مَا كَانَ لَهُ وَاشْتَرَى ذلِكَ الْحَقْلَ.
Πάλιν ὁμοία ; ἐστὶν ἡ ; βασιλεία τῶν ; οὐρανῶν θησαυρῷ κεκρυμμένῳ ἐν τῷ ; ἀγρῷ, ὃν ; εὑρὼν ἄνθρωπος ἔκρυψεν. καὶ ; ἀπὸ τῆς ; χαρᾶς ; αὐτοῦ ὑπάγει καὶ ; πωλεῖ πάντα ὅσα ἔχει καὶ ; ἀγοράζει ἐκεῖνον.¶ τὸν ; ἀγρὸν
متى 19: 21 Mat.19.21
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: إِنْ أَرَدْتَ أَنْ تَكُونَ كَامِلاً فَاذْهَبْ وَبعْ أَمْلاَكَكَ وَأَعْطِ الْفُقَرَاءَ، فَيَكُونَ لَكَ كَنْزٌ فِي السَّمَاءِ، وَتَعَالَ اتْبَعْنِي.
Ἔφη αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· εἰ θέλεις εἶναι, τέλειος ὕπαγε πώλησόν σου ; τὰ ; ὑπάρχοντα καὶ ; δὸς πτωχοῖς· καὶ ; ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ καὶ ; δεῦρο ἀκολούθει ; μοι.¶
فَنَظَرَ إِلَيْهِ يَسُوعُ وَأَحَبَّهُ، وَقَالَ لَهُ: يُعْوِزُكَ شَيْءٌ وَاحِدٌ: اِذْهَبْ بِعْ كُلَّ مَا لَكَ وَأَعْطِ الْفُقَرَاءَ، فَيَكُونَ لَكَ كَنْزٌ فِي السَّمَاءِ، وَتَعَالَ اتْبَعْنِي حَامِلاً الصَّلِيبَ.
δὲ ; ἐμβλέψας αὐτῷ Ὁ ; Ἰησοῦς ἠγάπησεν ; αὐτὸν καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· σοί; ὑστερεῖ· ἕν ὕπαγε, πώλησον ὅσα ἔχεις καὶ ; δὸς τοῖς ; πτωχοῖς καὶ ; ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ. καὶ ; δεῦρο, ἀκολούθει ; μοι ἄρας τὸν ; σταυρόν.
اَلإِنْسَانُ الصَّالِحُ مِنْ كَنْزِ قَلْبِهِ الصَّالِحِ يُخْرِجُ الصَّلاَحَ، وَالإِنْسَانُ الشِّرِّيرُ مِنْ كَنْزِ قَلْبِهِ الشِّرِّيرِ يُخْرِجُ الشَّرَّ. فَإِنَّهُ مِنْ فَضْلَةِ الْقَلْبِ يَتَكَلَّمُ فَمُهُ.
Ὁ ; ἄνθρωπος ἀγαθὸς ἐκ τοῦ ; θησαυροῦ τῆς ; καρδίας ; αὐτοῦ ἀγαθοῦ προφέρει τὸ ; ἀγαθόν, καὶ ; ὁ ; ἄνθρωπος πονηρὸς ἐκ τοῦ ; θησαυροῦ τῆς ; καρδίας ; αὑτοῦ πονηροῦ προφέρει τὸ ; πονηρόν· γὰρ ἐκ τοῦ ; περισσεύματος τῆς ; καρδίας λαλεῖ τὸ ; στόμα ; αὐτοῦ.
اَلإِنْسَانُ الصَّالِحُ مِنْ كَنْزِ قَلْبِهِ الصَّالِحِ يُخْرِجُ الصَّلاَحَ، وَالإِنْسَانُ الشِّرِّيرُ مِنْ كَنْزِ قَلْبِهِ الشِّرِّيرِ يُخْرِجُ الشَّرَّ. فَإِنَّهُ مِنْ فَضْلَةِ الْقَلْبِ يَتَكَلَّمُ فَمُهُ.
Ὁ ; ἄνθρωπος ἀγαθὸς ἐκ τοῦ ; θησαυροῦ τῆς ; καρδίας ; αὐτοῦ ἀγαθοῦ προφέρει τὸ ; ἀγαθόν, καὶ ; ὁ ; ἄνθρωπος πονηρὸς ἐκ τοῦ ; θησαυροῦ τῆς ; καρδίας ; αὑτοῦ πονηροῦ προφέρει τὸ ; πονηρόν· γὰρ ἐκ τοῦ ; περισσεύματος τῆς ; καρδίας λαλεῖ τὸ ; στόμα ; αὐτοῦ.
بِيعُوا مَا لَكُمْ وَأَعْطُوا صَدَقَةً. اِعْمَلُوا لَكُمْ أَكْيَاسًا لاَ تَفْنَى وَكَنْزًا لاَ يَنْفَدُ فِي السَّمَاوَاتِ، حَيْثُ لاَ يَقْرَبُ سَارِقٌ وَلاَ يُبْلِي سُوسٌ،
πωλήσατε τὰ ; ὑπάρχοντα ; ὑμῶν καὶ ; δότε ἐλεημοσύνην· ποιήσατε ἑαυτοῖς βαλλάντια μὴ παλαιούμενα, θησαυρὸν ἀνέκλειπτον ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς ὅπου οὐκ ἐγγίζει κλέπτης οὐδὲ διαφθείρει· σὴς
فَلَمَّا سَمِعَ يَسُوعُ ذلِكَ قَالَ لَهُ: يُعْوِزُكَ أَيْضًا شَيْءٌ: بعْ كُلَّ مَا لَكَ وَوَزِّعْ عَلَى الْفُقَرَاءِ، فَيَكُونَ لَكَ كَنْزٌ فِي السَّمَاءِ، وَتَعَالَ اتْبَعْنِي.
δὲ Ἀκούσας ὁ ; Ἰησοῦς ταῦτα εἶπεν αὐτῷ· σοι ; λείπει· ἔτι ἕν πώλησον πάντα ὅσα ἔχεις καὶ ; διάδος πτωχοῖς, καὶ ; ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ καὶ ; δεῦρο, ἀκολούθει ; μοι.¶
وَلكِنْ لَنَا هذَا الْكَنْزُ فِي أَوَانٍ خَزَفِيَّةٍ، لِيَكُونَ فَضْلُ الْقُوَّةِ ِللهِ لاَ مِنَّا.
δὲ Ἔχομεν τοῦτον τὸν ; θησαυρὸν ἐν σκεύεσιν, ὀστρακίνοις ἵνα ἡ ; ὑπερβολὴ τῆς ; δυνάμεως ᾖ ; τοῦ ; θεοῦ καὶ ; μὴ ἐξ ; ἡμῶν,
الْمُذَّخَرِ فِيهِ جَمِيعُ كُنُوزِ الْحِكْمَةِ وَالْعِلْمِ.
ἀπόκρυφοι· ἐν ; ᾧ εἰσιν ; πάντες οἱ ; θησαυροὶ τῆς ; σοφίας καὶ ; τῆς ; γνώσεως
حَاسِبًا عَارَ الْمَسِيحِ غِنًى أَعْظَمَ مِنْ خَزَائِنِ مِصْرَ، لأَنَّهُ كَانَ يَنْظُرُ إِلَى الْمُجَازَاةِ.
ἡγησάμενος τὸν ; ὀνειδισμὸν τοῦ ; Χριστοῦ· πλοῦτον μείζονα τῶν θησαυρῶν ἐν ; Αἰγύπτῳ γὰρ ἀπέβλεπεν εἰς μισθαποδοσίαν.¶