ك
إصحاح
G2333
G2334. theōréō
G2335
المعنى المختصر للكلمة
theōréō: to be a spectator of, i.e. discern, (literally, figuratively (experience) or intensively (acknowledge))
اللفظ الأصلي θεωρέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق theōréō (theh-o-reh-o)
تكرار الورود في الكتاب 45 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to be a spectator of, i.e. discern, (literally, figuratively (experience) or intensively (acknowledge))

الإنجليزية — KJV Translation Tags
behold consider look on perceive see

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καὶ ; θεωρεῖ (5×) θεωρεῖτε (4×) θεωρῶ (3×) ἐθεώρουν (2×) θεωροῦσιν (2×) θεωροῦσαι (2×) θεωροῦντες (2×) θεωρεῖν. (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (45 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَبِالإِيمَانِ بِاسْمِهِ، شَدَّدَ اسْمُهُ هذَا الَّذِي تَنْظُرُونَهُ وَتَعْرِفُونَهُ، وَالإِيمَانُ الَّذِي بِوَاسِطَتِهِ أَعْطَاهُ هذِهِ الصِّحَّةَ أَمَامَ جَمِيعِكُمْ.
καὶ ; ἐπὶ ; τῇ ; πίστει τοῦ ; ὀνόματος ; αὐτοῦ ἐστερέωσεν τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ τοῦτον ὃν θεωρεῖτε καὶ ; οἴδατε, καὶ ; ἡ ; πίστις ἡ δι᾽ ; αὐτοῦ ἔδωκεν ; αὐτῷ ταύτην ὁλοκληρίαν ; τὴν ἀπέναντι πάντων ; ὑμῶν.
فَقَالَ: هَا أَنَا أَنْظُرُ السَّمَاوَاتِ مَفْتُوحَةً، وَابْنَ الإِنْسَانِ قَائِمًا عَنْ يَمِينِ اللهِ.
καὶ ; εἶπεν· ἰδοὺ θεωρῶ τοὺς ; οὐρανοὺς ἀνεῳγμένους καὶ ; τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ ; θεοῦ.
وَسِيمُونُ أَيْضًا نَفْسُهُ آمَنَ. وَلَمَّا اعْتَمَدَ كَانَ يُلاَزِمُ فِيلُبُّسَ، رَأَى آيَاتٍ وَقُوَّاتٍ عَظِيمَةً تُجْرَى انْدَهَشَ.
ὁ ; δὲ ; Σίμων καὶ αὐτὸς ἐπίστευσεν, καὶ βαπτισθεὶς ἦν προσκαρτερῶν τῷ ; Φιλίππῳ, θεωρῶν τε ; σημεῖα καὶ ; δυνάμεις μεγάλας γινομένας ἐξίστατο.¶
وَأَمَّا الرِّجَالُ الْمُسَافِرُونَ مَعَهُ فَوَقَفُوا صَامِتِينَ، يَسْمَعُونَ الصَّوْتَ وَلاَ يَنْظُرُونَ أَحَدًا.
δὲ ἄνδρες ; οἱ οἱ ; συνοδεύοντες αὐτῷ εἱστήκεισαν ἐνεοί, ἀκούοντες τῆς ; φωνῆς, μηδένα ; δὲ ; θεωροῦντες.
فَرَأَى السَّمَاءَ مَفْتُوحَةً، وَإِنَاءً نَازِلاً عَلَيْهِ مِثْلَ مُلاَءَةٍ عَظِيمَةٍ مَرْبُوطَةٍ بِأَرْبَعَةِ أَطْرَافٍ وَمُدَّلاَةٍ عَلَى الأَرْضِ.
καὶ ; θεωρεῖ τὸν ; οὐρανὸν ἀνεῳγμένον σκεῦός ; τι ; καὶ καταβαῖνον ἐπ᾽ ; αὐτὸν ὡς ὀθόνην μεγάλην δεδεμένον τέσσαρσιν ἀρχαῖς καὶ ; καθιέμενον ἐπὶ τῆς ; γῆς·
وَبَيْنَمَا بُولُسُ يَنْتَظِرُهُمَا فِي أَثِينَا احْتَدَّتْ رُوحُهُ فِيهِ، إِذْ رَأَى الْمَدِينَةَ مَمْلُؤَةً أَصْنَامًا.
δὲ τοῦ ; Παύλου ἐκδεχομένου ; αὐτοὺς Ἐν ταῖς ; Ἀθήναις παρωξύνετο τὸ ; πνεῦμα ; αὐτοῦ ἐν ; αὐτῷ θεωροῦντι τὴν ; πόλιν. κατείδωλον ; οὖσαν
فَوَقَفَ بُولُسُ فِي وَسْطِ أَرِيُوسَ بَاغُوسَ وَقَالَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الأَثِينِوِيُّونَ. أَرَاكُمْ مِنْ كُلِّ وَجْهٍ كَأَنَّكُمْ مُتَدَيِّنُونَ كَثِيرًا،
Σταθεὶς ; δὲ ὁ ; Παῦλος ἐν μέσῳ τοῦ ; Ἀρείου πάγου ἔφη· ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὑμᾶς ; θεωρῶ· κατὰ πάντα ὡς δεισιδαιμονεστέρους
وَأَنْتُمْ تَنْظُرُونَ وَتَسْمَعُونَ أَنَّهُ لَيْسَ مِنْ أَفَسُسَ فَقَطْ، بَلْ مِنْ جَمِيعِ أَسِيَّا تَقْرِيبًا، اسْتَمَالَ وَأَزَاغَ بُولُسُ هذَا جَمْعًا كَثِيرًا قَائِلاً: إِنَّ الَّتِي تُصْنَعُ بِالأَيَادِي لَيْسَتْ آلِهَةً.
καὶ ; θεωρεῖτε καὶ ; ἀκούετε ὅτι οὐ Ἐφέσου μόνον ἀλλὰ πάσης τῆς ; Ἀσίας σχεδὸν πείσας μετέστησεν ὁ ; Παῦλος οὗτος ὄχλον ἱκανὸν λέγων ὅτι γινόμενοι. ; οἱ διὰ ; χειρῶν οὐκ ; εἰσὶν θεοὶ
مُتَوَجِّعِينَ، وَلاَ سِيَّمَا مِنَ الْكَلِمَةِ الَّتِي قَالَهَا: إِنَّهُمْ لَنْ يَرَوْا وَجْهَهُ ثُمَّ شَيَّعُوهُ إِلَى السَّفِينَةِ.
ὀδυνώμενοι μάλιστα ἐπὶ τῷ ; λόγῳ ᾧ εἰρήκει ὅτι οὐκέτι θεωρεῖν. τὸ ; πρόσωπον ; αὐτοῦ δὲ προέπεμπον ; αὐτὸν εἰς τὸ ; πλοῖον.¶
فَلَمَّا سَمِعُوا كَانُوا يُمَجِّدُونَ الرَّبَّ. وَقَالُوا لَهُ: أَنْتَ تَرَى أَيُّهَا الأَخُ كَمْ يُوجَدُ رَبْوَةً مِنَ الْيَهُودِ الَّذِينَ آمَنُوا، وَهُمْ جَمِيعًا غَيُورُونَ لِلنَّامُوسِ.
δὲ οἱ ; ἀκούσαντες ἐδόξαζον τὸν ; κύριον εἶπόν ; τε αὐτῷ· θεωρεῖς ἀδελφέ, πόσαι εἰσὶν μυριάδες ἐν ; τοῖς ; Ἰουδαίων τῶν πεπιστευκότων καὶ πάντες ζηλωταὶ ; ὑπάρχουσιν. τοῦ ; νόμου
فَقَالَ فَسْتُوسُ: أَيُّهَا الْمَلِكُ أَغْرِيبَاسُ وَالرِّجَالُ الْحَاضِرُونَ مَعَنَا أَجْمَعُونَ، أَنْتُمْ تَنْظُرُونَ هذَا الَّذِي تَوَسَّلَ إِلَيَّ مِنْ جِهَتِهِ كُلُّ جُمْهُورِ الْيَهُودِ فِي أُورُشَلِيمَ وَهُنَا، صَارِخِينَ أَنَّهُ لاَ يَنْبَغِي أَنْ يَعِيشَ بَعْدُ.
Καί ; φησιν ὁ ; Φῆστος· βασιλεῦ Ἀγρίππα καὶ ; ἄνδρες, οἱ ; συμπαρόντες ἡμῖν πάντες θεωρεῖτε τοῦτον ἐνέτυχόν μοι περὶ ; οὗ πᾶν τὸ ; πλῆθος τῶν ; Ἰουδαίων ἔν τε ; Ἱεροσολύμοις καὶ ; ἐνθάδε ἐπιβοῶντες μὴ δεῖν αὐτὸν ζῆν μηκέτι.
قَائِلاً: أَيُّهَا الرِّجَالُ، أَنَا أَرَى أَنَّ هذَا السَّفَرَ عَتِيدٌ أَنْ يَكُونَ بِضَرَرٍ وَخَسَارَةٍ كَثِيرَةٍ، لَيْسَ لِلشَّحْنِ وَالسَّفِينَةِ فَقَطْ، بَلْ لأَنْفُسِنَا أَيْضًا.
λέγων ; αὐτοῖς· ἄνδρες, θεωρῶ ὅτι τὸν ; πλοῦν. μέλλειν ἔσεσθαι μετὰ ; ὕβρεως καὶ ; ζημίας πολλῆς οὐ τοῦ ; φόρτου καὶ ; τοῦ ; πλοίου μόνον ἀλλὰ τῶν ; ψυχῶν ; ἡμῶν καὶ
وَأَمَّا هُمْ فَكَانُوا يَنْتَظِرُونَ أَنَّهُ عَتِيدٌ أَنْ يَنْتَفِخَ أَوْ يَسْقُطَ بَغْتَةً مَيْتًا. فَإِذِ انْتَظَرُوا كَثِيرًا وَرَأَوْا أَنَّهُ لَمْ يَعْرِضْ لَهُ شَيْءٌ مُضِرٌّ، تَغَيَّرُوا وَقَالُوا: هُوَ إِلهٌ..
δὲ οἱ ; προσεδόκων αὐτὸν μέλλειν πίμπρασθαι ἢ καταπίπτειν ἄφνω νεκρόν· δὲ αὐτῶν ; προσδοκώντων πολὺ καὶ ; θεωρούντων μηδὲν γινόμενον εἰς ; αὐτὸν ἄτοπον μεταβαλλόμενοι ἔλεγον αὐτὸν ; εἶναι θεόν.¶
ثُمَّ انْظُرُوا مَا أَعْظَمَ هذَا الَّذِي أَعْطَاهُ إِبْرَاهِيمُ رَئِيسُ الآبَاءِ، عُشْرًا أَيْضًا مِنْ رَأْسِ الْغَنَائِمِ.
δὲ Θεωρεῖτε πηλίκος οὗτος, ᾧ ἔδωκεν Ἀβραὰμ ὁ ; πατριάρχης. δεκάτην καὶ ἐκ τῶν ; ἀκροθινίων
وَأَمَّا مَنْ كَانَ لَهُ مَعِيشَةُ الْعَالَمِ، وَنَظَرَ أَخَاهُ مُحْتَاجًا، وَأَغْلَقَ أَحْشَاءَهُ عَنْهُ، فَكَيْفَ تَثْبُتُ مَحَبَّةُ اللهِ فِيهِ.
Ὃς ; δ᾽ ἂν ἔχῃ βίον κόσμου θεωρῇ ἀδελφὸν χρείαν κλείσῃ σπλάγχνα αὐτοῦ πῶς μένει ἀγάπη θεοῦ ἐν ; αὐτῷ;¶