ك
إصحاح
G2295
G2296. thaumázō
G2297
المعنى المختصر للكلمة
thaumázō: to wonder
اللفظ الأصلي θαυμάζω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق thaumázō (thou-mad-zo)
تكرار الورود في الكتاب 45 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 to wonder
2 by implication, to admire
الإنجليزية — KJV Translation Tags
admire have in admiration marvel wonder

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐθαύμασαν (4×) καὶ ; ἐθαύμασαν (4×) καὶ ; ἐθαύμαζον (4×) ἐθαύμασεν (3×) θαυμάζοντες (2×) θαυμάζετε (2×) θαυμάζειν (2×) δὲ ; ἐθαύμασαν (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (45 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَتَعَجَّبَ الْيَهُودُ قَائِلِينَ: كَيْفَ هذَا يَعْرِفُ الْكُتُبَ، وَهُوَ لَمْ يَتَعَلَّمْ.
καὶ ; ἐθαύμαζον οἱ ; Ἰουδαῖοι λέγοντες· πῶς οὗτος οἶδεν γράμματα μὴ μεμαθηκώς;¶
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: عَمَلاً وَاحِدًا عَمِلْتُ فَتَتَعَجَّبُونَ جَمِيعًا.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἔργον ἓν ἐποίησα, καὶ ; θαυμάζετε. πάντες
فَبُهِتَ الْجَمِيعُ وَتَعَجَّبُوا قَائِلِينَ بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: أَتُرَى لَيْسَ جَمِيعُ هؤُلاَءِ الْمُتَكَلِّمِينَ جَلِيلِيِّينَ.
ἐξίσταντο ; δὲ πάντες καὶ ; ἐθαύμαζον λέγοντες πρὸς ; ἀλλήλους· ἰδοὺ οὐχ πάντες οὗτοί ; εἰσιν οἱ ; λαλοῦντες Γαλιλαῖοι;
فَلَمَّا رَأَى بُطْرُسُ أَجَابَ الشَّعْبَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِسْرَائِيلِيُّونَ، مَا بَالُكُمْ تَتَعَجَّبُونَ مِنْ هذَا. وَلِمَاذَا تَشْخَصُونَ إِلَيْنَا، كَأَنَّنَا بِقُوَّتِنَا أَوْ تَقْوَانَا قَدْ جَعَلْنَا هذَا يَمْشِي.
ἰδὼν ; δὲ Πέτρος ἀπεκρίνατο πρὸς ; τὸν ; λαόν· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, τί θαυμάζετε ἐπὶ τούτῳ, ἢ ; τί ἀτενίζετε ἡμῖν ὡς ἰδίᾳ ; δυνάμει ἢ εὐσεβείᾳ πεποιηκόσιν τοῦ ; αὐτόν; περιπατεῖν
فَلَمَّا رَأَوْا مُجَاهَرَةَ بُطْرُسَ وَيُوحَنَّا، وَوَجَدُوا أَنَّهُمَا إِنْسَانَانِ عَدِيمَا الْعِلْمِ وَعَامِّيَّانِ، تَعَجَّبُوا. فَعَرَفُوهُمَا أَنَّهُمَا كَانَا مَعَ يَسُوعَ.
Θεωροῦντες ; δὲ τὴν ; παρρησίαν τοῦ ; Πέτρου καὶ ; Ἰωάννου καὶ ; καταλαβόμενοι ὅτι ἄνθρωποι ἀγράμματοί ; εἰσιν καὶ ; ἰδιῶται, ἐθαύμαζον, ἐπεγίνωσκόν τε ; αὐτοὺς ; ὅτι ἦσαν, σὺν τῷ ; Ἰησοῦ
فَلَمَّا رَأَى مُوسَى تَعَجَّبَ مِنَ الْمَنْظَرِ. وَفِيمَا هُوَ يَتَقَدَّمُ لِيَتَطَلَّعَ، صَارَ إِلَيْهِ صَوْتُ الرَّبِّ:
δὲ ἰδὼν ὁ ; Μωϋσῆς ἐθαύμαζεν τὸ ; ὅραμα· δὲ αὐτοῦ προσερχομένου κατανοῆσαι, ἐγένετο πρὸς ; αὐτόν· φωνὴ κυρίου
اُنْظُرُوا أَيُّهَا الْمُتَهَاوِنُونَ، وَتَعَجَّبُوا وَاهْلِكُوا. لأَنَّنِي عَمَلاً أَعْمَلُ فِي أَيَّامِكُمْ. عَمَلاً لاَ تُصَدِّقُونَ إِنْ أَخْبَرَكُمْ أَحَدٌ بِهِ.
ἴδετε, οἱ ; καταφρονηταί, καὶ ; θαυμάσατε καὶ ; ἀφανίσθητε, ὅτι ἔργον ἐργάζομαι ; ἐγὼ ἐν ταῖς ; ἡμέραις ; ὑμῶν, ἔργον ὣ; οὐ ; μὴ πιστεύσητε ἐάν τις ; ἐκδιηγῆται ; ὑμῖν.¶
إِنِّي أَتَعَجَّبُ أَنَّكُمْ تَنْتَقِلُونَ هكَذَا سَرِيعًا عَنِ الَّذِي دَعَاكُمْ بِنِعْمَةِ الْمَسِيحِ إِلَى إِنْجِيل آخَرَ.
Θαυμάζω ὅτι μετατίθεσθε οὕτως ταχέως ἀπὸ τοῦ καλέσαντος ; ὑμᾶς ἐν ; χάριτι Χριστοῦ εἰς εὐαγγέλιον ἕτερον
مَتَى جَاءَ لِيَتَمَجَّدَ فِي قِدِّيسِيهِ وَيُتَعَجَّبَ مِنْهُ فِي جَمِيعِ الْمُؤْمِنِينَ. لأَنَّ شَهَادَتَنَا عِنْدَكُمْ صُدِّقَتْ فِي ذلِكَ الْيَوْمِ.
ὅταν ἔλθῃ ἐνδοξασθῆναι ἐν τοῖς ; ἁγίοις ; αὐτοῦ θαυμασθῆναι ἐν πᾶσιν ; τοῖς πιστεύουσιν ὅτι τὸ ; μαρτύριον ; ἡμῶν ἐφ᾽ ; ὑμᾶς, ἐπιστεύθη ἐν ἐκείνῃ. τῇ ; ἡμέρᾳ
لاَ تَتَعَجَّبُوا يَا إِخْوَتِي إِنْ كَانَ الْعَالَمُ يُبْغِضُكُمْ.
μὴ θαυμάζετε, ἀδελφοί ; μου, εἰ ὁ ; κόσμος. μισεῖ ; ὑμᾶς
هؤُلاَءِ هُمْ مُدَمْدِمُونَ مُتَشَكُّونَ، سَالِكُونَ بِحَسَبِ شَهَوَاتِهِمْ، وَفَمُهُمْ يَتَكَلَّمُ بِعَظَائِمَ، يُحَابُونَ بِالْوُجُوهِ مِنْ أَجْلِ الْمَنْفَعَةِ.
οὗτοί εἰσιν γογγυσταὶ μεμψίμοιροι, πορευόμενοι, κατὰ τὰς ; ἐπιθυμίας ; αὐτῶν καὶ ; τὸ ; στόμα ; αὐτῶν λαλεῖ ὑπέρογκα, θαυμάζοντες πρόσωπα χάριν.¶ ὠφελείας
وَرَأَيْتُ وَاحِدًا مِنْ رُؤُوسِهِ كَأَنَّهُ مَذْبُوحٌ لِلْمَوْتِ، وَجُرْحُهُ الْمُمِيتُ قَدْ شُفِيَ. وَتَعَجَّبَتْ كُلُّ الأَرْضِ وَرَاءَ الْوَحْشِ،
καὶ ; εἶδον μίαν ἐκ τῶν ; κεφαλῶν ; αὐτοῦ ὡς ἐσφαγμένην εἰς ; θάνατον, καὶ ; ἡ ; πληγὴ ; αὐτοῦ τοῦ ; θανάτου ἐθεραπεύθη, καὶ ; ἐθαυμάσθη ἐν ; ὅλη ἡ ; γῆ ὀπίσω τοῦ ; θηρίου.
وَرَأَيْتُ الْمَرْأَةَ سَكْرَى مِنْ دَمِ الْقِدِّيسِينَ وَمِنْ دَمِ شُهَدَاءِ يَسُوعَ. فَتَعَجَّبْتُ لَمَّا رَأَيْتُهَا تَعَجُّبًا عَظِيمًا.
καὶ ; εἶδον τὴν ; γυναῖκα μεθύουσαν ἐκ τοῦ ; αἵματος τῶν ; ἁγίων καὶ ; ἐκ τοῦ ; αἵματος τῶν ; μαρτύρων Ἰησοῦ, καὶ ; ἐθαύμασα ἰδὼν ; αὐτὴν θαῦμα μέγα.
ثُمَّ قَالَ لِي الْمَلاَكُ: لِمَاذَا تَعَجَّبْتَ. أَنَا أَقُولُ لَكَ سِرَّ الْمَرْأَةِ وَالْوَحْشِ الْحَامِلِ لَهَا، الَّذِي لَهُ السَّبْعَةُ الرُّؤُوسِ وَالْعَشَرَةُ الْقُرُونِ:
καὶ εἶπέν μοι ὁ ; ἄγγελος· διὰ ; τί ἐθαύμασας; ἐγὼ ἐρῶ σοι τὸ ; μυστήριον τῆς ; γυναικὸς καὶ ; τοῦ ; θηρίου τοῦ ; βαστάζοντος αὐτὴν τοῦ ἔχοντος τὰς ; ἑπτὰ κεφαλὰς καὶ ; τὰ ; δέκα κέρατα.¶
الْوَحْشُ الَّذِي رَأَيْتَ، كَانَ وَلَيْسَ الآنَ، وَهُوَ عَتِيدٌ أَنْ يَصْعَدَ مِنَ الْهَاوِيَةِ وَيَمْضِيَ إِلَى الْهَلاَكِ. وَسَيَتَعَجَّبُ السَّاكِنُونَ عَلَى الأَرْضِ، الَّذِينَ لَيْسَتْ أَسْمَاؤُهُمْ مَكْتُوبَةً فِي سِفْرِ الْحَيَاةِ مُنْذُ تَأْسِيسِ الْعَالَمِ، حِينَمَا يَرَوْنَ الْوَحْشَ أَنَّهُ كَانَ وَلَيْسَ الآنَ، مَعَ أَنَّهُ كَائِنٌ.
Τὸ ; θηρίον ὃ εἶδες, ἦν καὶ ; οὐκ ; ἔστιν καὶ ; μέλλει ἀναβαίνειν ἐκ τῆς ; ἀβύσσου καὶ ; ὑπάγειν εἰς ἀπώλειαν καὶ ; θαυμάσονται οἱ ; κατοικοῦντες ἐπὶ τῆς ; γῆς, ὧν οὐ τὰ; ὀνόματα γέγραπται ἐπὶ τὸ ; βιβλίον τῆς ; ζωῆς ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, βλεπόντες τὸ ; θηρίον ὃ τι ἦν καὶ ; οὐκ ἔστιν καὶπερ ἔστιν