ك
إصحاح
G2096
G2097. euangelízō
G2098
المعنى المختصر للكلمة
euangelízō: to announce good news ("evangelize") especially the gospel
اللفظ الأصلي εὐαγγελίζω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق euangelízō (yoo-ang-ghel-id-zo)
تكرار الورود في الكتاب 38 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to announce good news ("evangelize") especially the gospel

الإنجليزية — KJV Translation Tags
declare bring (declare, show) glad (good) tidings preach (the gospel)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

εὐαγγελιζόμενοι (4×) τῶν ; εὐαγγελιζομένων (2×) καὶ ; εὐαγγελιζόμενοι (2×) εὐηγγελίζετο (2×) εὐαγγελίζεσθαι (2×) εὐαγγελιζόμενος (2×) ὑμᾶς ; εὐαγγελίζεται (1×) ὑμᾶς ; εὐαγγελιζόμεθα (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (38 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
اَلْعُمْيُ يُبْصِرُونَ، وَالْعُرْجُ يَمْشُونَ، وَالْبُرْصُ يُطَهَّرُونَ، وَالصُّمُّ يَسْمَعُونَ، وَالْمَوْتَى يَقُومُونَ، وَالْمَسَاكِينُ يُبَشَّرُونَ.
τυφλοὶ ἀναβλέπουσιν, καὶ ; χωλοὶ περιπατοῦσιν, λεπροὶ καθαρίζονται, καὶ ; κωφοὶ ἀκούουσιν, νεκροὶ ἐγείρονται, καὶ ; πτωχοὶ εὐαγγελίζονται·
وَبِأَشْيَاءَ أُخَرَ كَثِيرَةٍ كَانَ يَعِظُ الشَّعْبَ وَيُبَشِّرُهُمْ.
οὖν ; ἕτερα καὶ Πολλὰ παρακαλῶν τὸν ; λαόν.¶ εὐηγγελίζετο
رُوحُ الرَّبِّ عَلَيَّ، لأَنَّهُ مَسَحَنِي لأُبَشِّرَ الْمَسَاكِينَ، أَرْسَلَنِي لأَشْفِيَ الْمُنْكَسِرِي الْقُلُوبِ، لأُنَادِيَ لِلْمَأْسُورِينَ بِالإِطْلاَقِ ولِلْعُمْيِ بِالْبَصَرِ، وَأُرْسِلَ الْمُنْسَحِقِينَ فِي الْحُرِّيَّةِ،
πνεῦμα κυρίου ἐπ᾽ ; ἐμέ, οὗ ; εἵνεκεν ἔχρισέν ; με εὐαγγελίζεσθαι πτωχοῖς, ἀπέσταλκέν ; με ἰὰσασθαι τοὺς ; συντετριμμένους τὴν ; καρδίαν κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ ; τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει,
فَقَالَ لَهُمْ: إِنَّهُ يَنْبَغِي لِي أَنْ أُبَشِّرَ الْمُدُنَ الأُخَرَ أَيْضًا بِمَلَكُوتِ اللهِ، لأَنِّي لِهذَا قَدْ أُرْسِلْتُ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτοὺς ὅτι ; δεῖ με εὐαγγελίσασθαί ταῖς ; πόλεσιν ἑτέραις καὶ τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ, ὅτι εἰς; τοῦτο ἀπεστάλμαι
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُماَ: اذْهَبَا وَأَخْبِرَا يُوحَنَّا بِمَا رَأَيْتُمَا وَسَمِعْتُمَا: إِنَّ الْعُمْيَ يُبْصِرُونَ، وَالْعُرْجَ يَمْشُونَ، وَالْبُرْصَ يُطَهَّرُونَ، وَالصُّمَّ يَسْمَعُونَ، وَالْمَوْتَى يَقُومُونَ، وَالْمَسَاكِينَ يُبَشَّرُونَ.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἀπαγγείλατε Ἰωάννῃ ἃ εἴδετε καὶ ; ἠκούσατε· ὅτι τυφλοὶ ἀναβλέπουσιν, χωλοὶ περιπατοῦσιν, λεπροὶ καθαρίζονται, κωφοὶ ἀκούουσιν, νεκροὶ ἐγείρονται, πτωχοὶ εὐαγγελίζονται,
وَعَلَى أَثَرِ ذلِكَ كَانَ يَسِيرُ فِي مَدِينَةٍ وَقَرْيَةٍ يَكْرِزُ وَيُبَشِّرُ بِمَلَكُوتِ اللهِ، وَمَعَهُ الاثْنَا عَشَرَ.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν αὐτὸς ; διώδευεν κατὰ πόλιν καὶ ; κώμην κηρύσσων καὶ ; εὐαγγελιζόμενος τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ καὶ ; σὺν ; αὐτῷ οἱ ; δώδεκα
فَلَمَّا خَرَجُوا كَانُوا يَجْتَازُونَ فِي كُلِّ قَرْيَةٍ يُبَشِّرُونَ وَيَشْفُونَ فِي كُلِّ مَوْضِعٍ.
δὲ ἐξερχόμενοι διήρχοντο κατὰ τὰς ; κώμας εὐαγγελιζόμενοι καὶ ; θεραπεύοντες πανταχοῦ.¶
كَانَ النَّامُوسُ وَالأَنْبِيَاءُ إِلَى يُوحَنَّا. وَمِنْ ذلِكَ الْوَقْتِ يُبَشَّرُ بِمَلَكُوتِ اللهِ، وَكُلُّ وَاحِدٍ يَغْتَصِبُ نَفْسَهُ إِلَيْهِ.
Ὁ ; νόμος καὶ ; οἱ ; προφῆται ἕως Ἰωάννου· ἀπὸ τότε εὐαγγελίζεται, ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ καὶ ; πᾶς βιάζεται. εἰς ; αὐτὴν
وَفِي أَحَدِ تِلْكَ الأَيَّامِ إِذْ كَانَ يُعَلِّمُ الشَّعْبَ فِي الْهَيْكَلِ وَيُبَشِّرُ، وَقَفَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ مَعَ الشُّيُوخِ،
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν μιᾷ ἐκείνων τῶν ; ἡμερῶν διδάσκοντος ; αὐτοῦ τὸν ; λαὸν ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; εὐαγγελιζομένου ἐπέστησαν οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; γραμματεῖς σὺν τοῖς ; πρεσβυτέροις
وَكَانُوا لاَ يَزَالُونَ كُلَّ يَوْمٍ فِي الْهَيْكَلِ وَفِي الْبُيُوتِ مُعَلِّمِينَ وَمُبَشِّرِينَ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ.
τε ; ἐπαύοντο οὐκ ἐπαύοντο πᾶσάν ἡμέραν ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; κατ᾽ οἶκον διδάσκοντες καὶ ; εὐαγγελιζόμενοι Ἰησοῦν.¶ τὸν ; χριστὸν
فَالَّذِينَ تَشَتَّتُوا جَالُوا مُبَشِّرِينَ بِالْكَلِمَةِ.
Οἱ ; μὲν ; οὖν διασπαρέντες διῆλθον εὐαγγελιζόμενοι λόγον. ; τὸν
وَلكِنْ لَمَّا صَدَّقُوا فِيلُبُّسَ وَهُوَ يُبَشِّرُ بِالأُمُورِ الْمُخْتَصَّةِ بِمَلَكُوتِ اللهِ وَبِاسْمِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ، اعْتَمَدُوا رِجَالاً وَنِسَاءً.
δὲ ὅτε ἐπίστευσαν τῷ ; Φιλίππῳ εὐαγγελιζομένῳ τὰ ; περὶ τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ καὶ ; τοῦ ; ὀνόματος τοῦ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐβαπτίζοντο ἄνδρες καὶ ; γυναῖκες.
وَأَمَّا فِيلُبُّسُ فَوُجِدَ فِي أَشْدُودَ. وَبَيْنَمَا هُوَ مُجْتَازٌ، كَانَ يُبَشِّرُ جَمِيعَ الْمُدُنِ حَتَّى جَاءَ إِلَى قَيْصَرِيَّةَ.
δὲ Φίλιππος εὑρέθη εἰς Ἄζωτον, καὶ ; διερχόμενος εὐηγγελίζετο πάσας τὰς ; πόλεις ἕως τοῦ ; ἐλθεῖν ; αὐτὸν εἰς Καισάρειαν.¶
الْكَلِمَةُ الَّتِي أَرْسَلَهَا إِلَى بَنِي إِسْرَائِيلَ يُبَشِّرُ بِالسَّلاَمِ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ. هذَا هُوَ رَبُّ الْكُلِّ.
τὸν ; λόγον ὃν ἀπέστειλεν τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ εὐαγγελιζόμενος εἰρήνην διὰ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ, οὗτός ἐστιν κύριος, πάντων
وَلكِنْ كَانَ مِنْهُمْ قَوْمٌ، وَهُمْ رِجَالٌ قُبْرُسِيُّونَ وَقَيْرَوَانِيُّونَ، الَّذِينَ لَمَّا دَخَلُوا أَنْطَاكِيَةَ كَانُوا يُخَاطِبُونَ الْيُونَانِيِّينَ مُبَشِّرِينَ بِالرَّبِّ يَسُوعَ.
δέ Ἦσαν ἐξ ; αὐτῶν τινες ἄνδρες Κύπριοι καὶ ; Κυρηναῖοι, οἵτινες εἰσελθόντες εἰς ; Ἀντιόχειαν ἐλάλουν πρὸς ; τοὺς ; Ἑλληνιστὰς εὐαγγελιζόμενοι τὸν ; κύριον Ἰησοῦν.
وَنَحْنُ نُبَشِّرُكُمْ بِالْمَوْعِدِ الَّذِي صَارَ لآبَائِنَا،
καὶ ; ἡμεῖς ὑμᾶς ; εὐαγγελιζόμεθα τὴν ; ἐπαγγελίαν γενομένην, πρὸς ; τοὺς ; πατέρας
وَكَانَا هُنَاكَ يُبَشِّرَانِ.
ἦσαν.¶ κἀκεῖ εὐαγγελιζόμενοι
أَمَّا بُولُسُ وَبَرْنَابَا فَأَقَامَا فِي أَنْطَاكِيَةَ يُعَلِّمَانِ وَيُبَشِّرَانِ مَعَ آخَرِينَ كَثِيرِينَ أَيْضًا بِكَلِمَةِ الرَّبِّ.
δὲ Παῦλος καὶ ; Βαρναβᾶς διέτριβον ἐν Ἀντιοχείᾳ διδάσκοντες καὶ ; εὐαγγελιζόμενοι μετὰ ἑτέρων πολλῶν καὶ τὸν ; λόγον τοῦ ; κυρίου.¶
فَقَابَلَهُ قَوْمٌ مِنَ الْفَلاَسِفَةِ الأَبِيكُورِيِّينَ وَالرِّوَاقِيِّينَ، وَقَالَ بَعْضٌ: تُرَى مَاذَا يُرِيدُ هذَا الْمِهْذَارُ أَنْ يَقُولَ. وَبَعْضٌ: إِنَّهُ يَظْهَرُ مُنَادِيًا بِآلِهَةٍ غَرِيبَةٍ. لأَنَّهُ كَانَ يُبَشِّرُهُمْ بِيَسُوعَ وَالْقِيَامَةِ.
δὲ ; καὶ ; συνέβαλλον ; αὐτῷ· τινὲς τῶν φιλοσόφων Ἐπικουρείων καὶ ; τῶν ; Στοϊκῶν καί ; ἔλεγον· τινες τί ; ἂν θέλοι οὗτος σπερμολόγος λέγειν; οἱ ; δέ· δοκεῖ ; εἶναι· καταγγελεὺς δαιμονίων ξένων ὅτι αὐτοῖς ; εὐηγγελίζετο.¶ τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; τὴν ; ἀνάστασιν
فَهكَذَا مَا هُوَ لِي مُسْتَعَدٌّ لِتَبْشِيرِكُمْ أَنْتُمُ الَّذِينَ فِي رُومِيَةَ أَيْضًا،
οὕτως κατ᾽ ἐμὲ τὸ ; πρόθυμον εὐαγγελίσασθαι. ὑμῖν τοῖς ἐν Ῥώμῃ καὶ
وَكَيْفَ يَكْرِزُونَ إِنْ لَمْ يُرْسَلُوا. كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: مَا أَجْمَلَ أَقْدَامَ الْمُبَشِّرِينَ بِالسَّلاَمِ، الْمُبَشِّرِينَ بِالْخَيْرَاتِ.
πῶς ; δὲ κηρύξουσιν ἐὰν μὴ ἀποσταλῶσιν; καθὼς γέγραπται· ὡς ὡραῖοι πόδες τῶν ; εὐαγγελιζομένων εἰρήνην τῶν ; εὐαγγελιζομένων τὰ ; ἀγαθά.
وَكَيْفَ يَكْرِزُونَ إِنْ لَمْ يُرْسَلُوا. كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: مَا أَجْمَلَ أَقْدَامَ الْمُبَشِّرِينَ بِالسَّلاَمِ، الْمُبَشِّرِينَ بِالْخَيْرَاتِ.
πῶς ; δὲ κηρύξουσιν ἐὰν μὴ ἀποσταλῶσιν; καθὼς γέγραπται· ὡς ὡραῖοι πόδες τῶν ; εὐαγγελιζομένων εἰρήνην τῶν ; εὐαγγελιζομένων τὰ ; ἀγαθά.
وَلكِنْ كُنْتُ مُحْتَرِصًا أَنْ أُبَشِّرَ هكَذَا: لَيْسَ حَيْثُ سُمِّيَ الْمَسِيحُ، لِئَلاَّ أَبْنِيَ عَلَى أَسَاسٍ لآخَرَ.
δὲ φιλοτιμούμενον εὐαγγελίζεσθαι οὕτως οὐχ ὅπου ὠνομάσθη Χριστός, ἵνα ; μὴ οἰκοδομῶ ἐπ᾽ θεμέλιον ἀλλότριον
لأَنَّ الْمَسِيحَ لَمْ يُرْسِلْنِي لأُعَمِّدَ بَلْ لأُبَشِّرَ، لاَ بِحِكْمَةِ كَلاَمٍ لِئَلاَّ يَتَعَطَّلَ صَلِيبُ الْمَسِيحِ.
γὰρ Χριστὸς οὐ ἀπέστειλέν ; με βαπτίζειν ἀλλ᾽ εὐαγγελίζεσθαι· οὐκ ἐν ; σοφίᾳ λόγου, ἵνα ; μὴ κενωθῇ ὁ ; σταυρὸς τοῦ ; Χριστοῦ.¶
لأَنَّهُ إِنْ كُنْتُ أُبَشِّرُ فَلَيْسَ لِي فَخْرٌ، إِذِ الضَّرُورَةُ مَوْضُوعَةٌ عَلَيَّ، فَوَيْلٌ لِي إِنْ كُنْتُ لاَ أُبَشِّرُ.
γὰρ ἐὰν εὐαγγελίζωμαι, οὐκ ἔστιν ; μοι καύχημα· γάρ ἀνάγκη ἐπίκειται· μοι οὐαὶ ; δέ μοί ἐὰν ἐστιν μὴ εὐαγγελίζωμαι
لأَنَّهُ إِنْ كُنْتُ أُبَشِّرُ فَلَيْسَ لِي فَخْرٌ، إِذِ الضَّرُورَةُ مَوْضُوعَةٌ عَلَيَّ، فَوَيْلٌ لِي إِنْ كُنْتُ لاَ أُبَشِّرُ.
γὰρ ἐὰν εὐαγγελίζωμαι, οὐκ ἔστιν ; μοι καύχημα· γάρ ἀνάγκη ἐπίκειται· μοι οὐαὶ ; δέ μοί ἐὰν ἐστιν μὴ εὐαγγελίζωμαι
فَمَا هُوَ أَجْرِي. إِذْ وَأَنَا أُبَشِّرُ أَجْعَلُ إِنْجِيلَ الْمَسِيحِ بِلاَ نَفَقَةٍ، حَتَّى لَمْ أَسْتَعْمِلْ سُلْطَانِي فِي الإِنْجِيلِ.
τίς ; οὖν ἐστιν μου ; ὁ ; μισθός; ἵνα εὐαγγελιζόμενος θήσω τὸ ; εὐαγγέλιον τοῦ ; Χριστοῦ ἀδάπανον εἰς μὴ τὸ ; καταχρήσασθαι τῇ ; ἐξουσίᾳ ; μου ἐν τῷ ; εὐαγγελίῳ.¶
لِنُبَشِّرَ إِلَى مَا وَرَاءَكُمْ. لاَ لِنَفْتَخِرَ بِالأُمُورِ الْمُعَدَّةِ فِي قَانُونِ غَيْرِنَا.
εὐαγγελίσασθαι, εἰς τὰ ὑπερέκεινα ; ὑμῶν οὐκ καυχήσασθαι. εἰς ; τὰ ἕτοιμα ἐν κανόνι ἀλλοτρίῳ
كَمَا سَبَقْنَا فَقُلْنَا أَقُولُ الآنَ أَيْضًا: إِنْ كَانَ أَحَدٌ يُبَشِّرُكُمْ بِغَيْرِ مَا قَبِلْتُمْ، فَلْيَكُنْ أَنَاثِيمَا.
ὡς προειρήκαμεν, λέγω, καὶ ; ἄρτι πάλιν εἴ τις ὑμᾶς ; εὐαγγελίζεται παρ᾽ ὃ παρελάβετε, ἔστω. ἀνάθεμα
أَنْ يُعْلِنَ ابْنَهُ فِيَّ لأُبَشِّرَ بِهِ بَيْنَ الأُمَمِ، لِلْوَقْتِ لَمْ أَسْتَشِرْ لَحْمًا وَدَمًا
ἀποκαλύψαι τὸν ; υἱὸν ; αὐτοῦ ἐν ; ἐμοί, ἵνα ; εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ; ἔθνεσιν, εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ ; αἵματι,