ك
إصحاح
G1908
G1909. epí
G1910
المعنى المختصر للكلمة
epí: properly, meaning superimposition (of time, place, order, etc.), as a relation of distribution (with the genitive case), i.e. over, upon, etc.
اللفظ الأصلي ἐπί
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق epí (ep-ee)
تكرار الورود في الكتاب 635 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary preposition;

المعنى والشرح المفصل
1 properly, meaning superimposition (of time, place, order, etc.), as a relation of distribution (with the genitive case), i.e. over, upon, etc.
2 of rest (with the dative case) at, on, etc.
3 of direction (with the accusative case) towards, upon, etc.
الإنجليزية — KJV Translation Tags
about (the times) above after against among as long as (touching) at beside X have charge of (be-, (where-))fore in (a place, as much as, the time of, -to) (because) of (up-)on (behalf of) over (by, for) the space of through(-out) (un-)to(-ward) with

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐπὶ (540×) καὶ ; ἐπὶ (34×) ἐφ᾽ (24×) ἐπ᾽ (20×) ἐπί (4×) αὐτόν, ; ἐπ᾽ (2×) ὃς ; ὤφθη ; ἐπὶ (1×) ἢ ; ἐπὶ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (635 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقَالَ لَهُمْ بُطْرُسُ: تُوبُوا وَلْيَعْتَمِدْ كُلُّ وَاحِدٍ مِنْكُمْ عَلَى اسْمِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ لِغُفْرَانِ الْخَطَايَا، فَتَقْبَلُوا عَطِيَّةَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
δὲ ; ἔφη αὐτούς· ; πρὸς Πέτρος μετανοήσατε καὶ ; βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπὶ τῷ ; ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς ; ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ; λήμψεσθε τὴν ; δωρεὰν τοῦ ; πνεύματος· ἁγίου
مُسَبِّحِينَ اللهَ، وَلَهُمْ نِعْمَةٌ لَدَى جَمِيعِ الشَّعْبِ. وَكَانَ الرَّبُّ كُلَّ يَوْمٍ يَضُمُّ إِلَى الْكَنِيسَةِ الَّذِينَ يَخْلُصُونَ.
αἰνοῦντες τὸν ; θεὸν καὶ ; ἔχοντες χάριν πρὸς ὅλον τὸν ; λαόν. δὲ ὁ ; κύριος καθ᾽ ἡμέραν προσετίθει ἐπὶ τοὺς ; ἐκκλησία τοὺς σῳζομένους
وَصَعِدَ بُطْرُسُ وَيُوحَنَّا مَعًا إِلَى الْهَيْكَلِ فِي سَاعَةِ الصَّلاَةِ التَّاسِعَةِ.
δὲ ; ἀνέβαινον Πέτρος καὶ ; Ἰωάννης Ἐπὶ ; τὸ ; αὐτὸ εἰς τὸ ; ἱερὸν ἐπὶ τὴν ; ὥραν τῆς ; προσευχῆς ἐνάτην. ; τὴν
وَعَرَفُوهُ هُوَ الَّذِي كَانَ يَجْلِسُ لأَجْلِ الصَّدَقَةِ عَلَى بَابِ الْهَيْكَلِ الْجَمِيلِ، فَامْتَلأُوا دَهْشَةً وَحَيْرَةً مِمَّا حَدَثَ لَهُ.
ἐπεγίνωσκον ; τε; αὐτὸν ὁ ἦν καθήμενος πρὸς τὴν ; ἐλεημοσύνην ἐπὶ τῇ ; πύλῃ τοῦ ; ἱεροῦ, ὡραίᾳ καὶ ; ἐπλήσθησαν θάμβους καὶ ; ἐκστάσεως ἐπὶ τῷ ; συμβεβηκότι αὐτῷ.
وَعَرَفُوهُ هُوَ الَّذِي كَانَ يَجْلِسُ لأَجْلِ الصَّدَقَةِ عَلَى بَابِ الْهَيْكَلِ الْجَمِيلِ، فَامْتَلأُوا دَهْشَةً وَحَيْرَةً مِمَّا حَدَثَ لَهُ.
ἐπεγίνωσκον ; τε; αὐτὸν ὁ ἦν καθήμενος πρὸς τὴν ; ἐλεημοσύνην ἐπὶ τῇ ; πύλῃ τοῦ ; ἱεροῦ, ὡραίᾳ καὶ ; ἐπλήσθησαν θάμβους καὶ ; ἐκστάσεως ἐπὶ τῷ ; συμβεβηκότι αὐτῷ.
وَبَيْنَمَا كَانَ الرَّجُلُ الأَعْرَجُ الَّذِي شُفِيَ مُتَمَسِّكًا بِبُطْرُسَ وَيُوحَنَّا، تَرَاكَضَ إِلَيْهِمْ جَمِيعُ الشَّعْبِ إِلَى الرِّوَاقِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ رِوَاقُ سُلَيْمَانَ وَهُمْ مُنْدَهِشُونَ.
δὲ χωλοῦ τοῦ; ἰαθέντος κρατοῦντος τὸν ; Πέτρον καὶ ; Ἰωάννην συνέδραμεν πρὸς ; αὐτοὺς πᾶς ὁ ; λαὸς ἐπὶ τῇ ; στοᾷ τῇ καλουμένῃ Σολομῶντος ἔκθαμβοι.
فَلَمَّا رَأَى بُطْرُسُ أَجَابَ الشَّعْبَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِسْرَائِيلِيُّونَ، مَا بَالُكُمْ تَتَعَجَّبُونَ مِنْ هذَا. وَلِمَاذَا تَشْخَصُونَ إِلَيْنَا، كَأَنَّنَا بِقُوَّتِنَا أَوْ تَقْوَانَا قَدْ جَعَلْنَا هذَا يَمْشِي.
ἰδὼν ; δὲ Πέτρος ἀπεκρίνατο πρὸς ; τὸν ; λαόν· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, τί θαυμάζετε ἐπὶ τούτῳ, ἢ ; τί ἀτενίζετε ἡμῖν ὡς ἰδίᾳ ; δυνάμει ἢ εὐσεβείᾳ πεποιηκόσιν τοῦ ; αὐτόν; περιπατεῖν
وَحَدَثَ فِي الْغَدِ أَنَّ رُؤَسَاءَهُمْ وَشُيُوخَهُمْ وَكَتَبَتَهُمُ اجْتَمَعُوا إِلَى أُورُشَلِيمَ
Ἐγένετο ; δὲ ἐπὶ τὴν ; αὔριον αὐτῶν ; τοὺς ; ἄρχοντας καὶ ; πρεσβυτέρους καὶ ; γραμματεῖς συναχθῆναι εἰς Ἰερουσαλὴμ
إِنْ كُنَّا نُفْحَصُ الْيَوْمَ عَنْ إِحْسَانٍ إِلَى إِنْسَانٍ سَقِيمٍ، بِمَاذَا شُفِيَ هذَا،
εἰ ἡμεῖς ἀνακρινόμεθα σήμερον ἐπὶ εὐεργεσίᾳ ἀνθρώπου ἀσθενοῦς, ἐν ; τίνι σέσωται, οὗτος
وَبَعْدَمَا هَدَّدُوهُمَا أَيْضًا أَطْلَقُوهُمَا، إِذْ لَمْ يَجِدُوا الْبَتَّةَ كَيْفَ يُعَاقِبُونَهُمَا بِسَبَبِ الشَّعْبِ، لأَنَّ الْجَمِيعَ كَانُوا يُمَجِّدُونَ اللهَ عَلَى مَا جَرَى،
δὲ ; προσαπειλησάμενοι οἱ ; ἀπέλυσαν ; αὐτοὺς εὑρίσκοντες ; μηδὲν τὸ ; πῶς κολάσωνται ; αὐτούς, διὰ τὸν ; λαόν, ὅτι πάντες ἐδόξαζον τὸν ; θεὸν ἐπὶ τῷ γεγονότι.
لأَنَّهُ بِالْحَقِيقَةِ اجْتَمَعَ عَلَى فَتَاكَ الْقُدُّوسِ يَسُوعَ، الَّذِي مَسَحْتَهُ، هِيرُودُسُ وَبِيلاَطُسُ الْبُنْطِيُّ مَعَ أُمَمٍ وَشُعُوبِ إِسْرَائِيلَ،
γὰρ ἐπ᾽ ; ἀληθείας συνήχθησαν ἐπὶ τὸν ; παῖδά ; σου, ἅγιον Ἰησοῦν ὃν ἔχρισας, Ἡρῴδης καὶ ; Πιλᾶτος Πόντιος σὺν ἔθνεσιν καὶ ; λαοῖς Ἰσραήλ
وَالآنَ يَا رَبُّ، انْظُرْ إِلَى تَهْدِيدَاتِهِمْ، وَامْنَحْ عَبِيدَكَ أَنْ يَتَكَلَّمُوا بِكَلاَمِكَ بِكُلِّ مُجَاهَرَةٍ،
καὶ ; νῦν, τὰ ; κύριε, ἔπιδε ἐπὶ τὰς ; ἀπειλὰς ; αὐτῶν καὶ ; δὸς τοῖς ; δούλοις ; σου λαλεῖν τὸν ; λόγον ; σου μετὰ ; πάσης παρρησίας
وَبِقُوَّةٍ عَظِيمَةٍ كَانَ الرُّسُلُ يُؤَدُّونَ الشَّهَادَةَ بِقِيَامَةِ الرَّبِّ يَسُوعَ، وَنِعْمَةٌ عَظِيمَةٌ كَانَتْ عَلَى جَمِيعِهِمْ،
καὶ ; δυνάμει μεγάλῃ οἱ ; ἀπόστολοι ἀπεδίδουν τὸ ; μαρτύριον ἀναστάσεως ; τῆς τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, χάρις ; τε μεγάλη ἦν ἐπὶ αὐτούς. ; πάντας
فَلَمَّا سَمِعَ حَنَانِيَّا هذَا الْكَلاَمَ وَقَعَ وَمَاتَ. وَصَارَ خَوْفٌ عَظِيمٌ عَلَى جَمِيعِ الَّذِينَ سَمِعُوا بِذلِكَ.
δὲ ἀκούων Ἁνανίας τούτους τοὺς ; λόγους πεσὼν ἐξέψυξεν. καὶ ; ἐγένετο φόβος μέγας ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας ταῦτα·
فَقَالَ لَهَا بُطْرُسُ: مَا بَالُكُمَا اتَّفَقْتُمَا عَلَى تَجْرِبَةِ رُوحِ الرَّبِّ. هُوَذَا أَرْجُلُ الَّذِينَ دَفَنُوا رَجُلَكِ عَلَى الْبَابِ، وَسَيَحْمِلُونَكِ خَارِجًا.
δὲ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτήν· ὁ ; Πέτρος τί ; ὅτι συνεφωνήθη ; ὑμῖν πειράσαι τὸ ; πνεῦμα κυρίου; ἰδοὺ οἱ ; πόδες τῶν θαψάντων τὸν ; ἄνδρα ; σου ἐπὶ τῇ ; θύρᾳ σε. ; ἐξοίσουσίν ; καὶ
فَصَارَ خَوْفٌ عَظِيمٌ عَلَى جَمِيعِ الْكَنِيسَةِ وَعَلَى جَمِيعِ الَّذِينَ سَمِعُوا بِذلِكَ.
καὶ ; ἐγένετο φόβος μέγας ἐφ᾽ ὅλην τὴν ; ἐκκλησίαν καὶ ; ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας ταῦτα.¶
فَصَارَ خَوْفٌ عَظِيمٌ عَلَى جَمِيعِ الْكَنِيسَةِ وَعَلَى جَمِيعِ الَّذِينَ سَمِعُوا بِذلِكَ.
καὶ ; ἐγένετο φόβος μέγας ἐφ᾽ ὅλην τὴν ; ἐκκλησίαν καὶ ; ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας ταῦτα.¶
حَتَّى إِنَّهُمْ كَانُوا يَحْمِلُونَ الْمَرْضَى خَارِجًا فِي الشَّوَارِعِ وَيَضَعُونَهُمْ عَلَى فُرُشٍ وَأَسِرَّةٍ، حَتَّى إِذَا جَاءَ بُطْرُسُ يُخَيِّمُ وَلَوْ ظِلُّهُ عَلَى أَحَدٍ مِنْهُمْ.
ὥστε ἐκφέρειν τοὺς ; ἀσθενεῖς κατὰ τὰς ; πλατείας καὶ ; τιθέναι ἐπὶ κλινῶν καὶ ; κραβάττων, ἵνα ἐρχομένου Πέτρου ἐπισκιάσῃ κἂν ; καὶ ἡ ; σκιὰ τινὶ ; αὐτῶν.
فَأَلْقَوْا أَيْدِيَهُمْ عَلَى الرُّسُلِ وَوَضَعُوهُمْ فِي حَبْسِ الْعَامَّةِ.
καὶ ; ἐπέβαλον τὰς ; χεῖρας ; αὐτῶν ἐπὶ τοὺς ; ἀποστόλους καὶ ; ἔθεντο ; αὐτοὺς ἐν τηρήσει δημοσίᾳ.¶
إِلهُ آبَائِنَا أَقَامَ يَسُوعَ الَّذِي أَنْتُمْ قَتَلْتُمُوهُ مُعَلِّقِينَ إِيَّاهُ عَلَى خَشَبَةٍ.
ὁ ; θεὸς τῶν ; πατέρων ; ἡμῶν ἤγειρεν Ἰησοῦν ὃν ὑμεῖς διεχειρίσασθε κρεμάσαντες ἐπὶ ξύλου·
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِسْرَائِيلِيُّونَ، احْتَرِزُوا لأَنْفُسِكُمْ مِنْ جِهَةِ هؤُلاَءِ النَّاسِ فِي مَا أَنْتُمْ مُزْمِعُونَ أَنْ تَفْعَلُوا.
τε εἶπέν πρὸς ; αὐτούς· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, προσέχετε ἑαυτοῖς ἐπὶ τούτοις τοῖς ; ἀνθρώποις τί μέλλετε πράσσειν.
فَانْتَخِبُوا أَيُّهَا الإِخْوَةُ سَبْعَةَ رِجَال مِنْكُمْ، مَشْهُودًا لَهُمْ وَمَمْلُوِّينَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ وَحِكْمَةٍ، فَنُقِيمَهُمْ عَلَى هذِهِ الْحَاجَةِ.
οὖν; ἐπισκέψασθε ἀδελφοί, ἑπτὰ ἄνδρας ἐξ ; ὑμῶν μαρτυρουμένους πλήρεις πνεύματος ἁγίου σοφίας οὓς ; καταστήσομεν ἐπὶ ταύτης· τῆς ; χρείας
وَأَنْقَذَهُ مِنْ جَمِيعِ ضِيقَاتِهِ، وَأَعْطَاهُ نِعْمَةً وَحِكْمَةً أَمَامَ فِرْعَوْنَ مَلِكِ مِصْرَ، فَأَقَامَهُ مُدَبِّرًا عَلَى مِصْرَ وَعَلَى كُلِّ بَيْتِهِ.
καὶ ; ἐξείλατο ; αὐτὸν ἐκ πασῶν τῶν ; θλίψεων ; αὐτοῦ καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτῷ χάριν καὶ ; σοφίαν ἐναντίον Φαραὼ βασιλέως Αἰγύπτου καὶ ; κατέστησεν ; αὐτὸν ἡγούμενον ἐπ᾽ Αἴγυπτον καὶ ὅλον τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ.
ثُمَّ أَتَى جُوعٌ عَلَى كُلِّ أَرْضِ مِصْرَ وَكَنْعَانَ، وَضِيقٌ عَظِيمٌ، فَكَانَ آبَاؤُنَا لاَ يَجِدُونَ قُوتًا.
δὲ ἦλθεν λιμὸς ἐφ᾽ ὅλην τὴν ; γῆν Αἰγύπτου καὶ ; Χανάαν καὶ ; θλῖψις μεγάλη καὶ οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν.¶ οὐχ ηὕρισκον χορτάσματα
وَلَمَّا كَمِلَتْ لَهُ مُدَّةُ أَرْبَعِينَ سَنَةً، خَطَرَ عَلَى بَالِهِ أَنْ يَفْتَقِدَ إِخْوَتَهُ بَنِي إِسْرَائِيلَ.
ὡς ; δὲ ἐπληροῦτο αὐτῷ χρόνος, τεσσερακονταετὴς ἀνέβη ἐπὶ τὴν ; καρδίαν ; αὐτοῦ ἐπισκέψασθαι τοὺς ; ἀδελφοὺς ; αὐτοῦ τοὺς ; υἱοὺς Ἰσραήλ.
وَكَانَ شَاوُلُ رَاضِيًا بِقَتْلِهِ. وَحَدَثَ فِي ذلِكَ الْيَوْمِ اضْطِهَادٌ عَظِيمٌ عَلَى الْكَنِيسَةِ الَّتِي فِي أُورُشَلِيمَ، فَتَشَتَّتَ الْجَمِيعُ فِي كُوَرِ الْيَهُودِيَّةِ وَالسَّامِرَةِ، مَا عَدَا الرُّسُلَ.
ἦν Σαῦλος συνευδοκῶν τῇ ; ἀναιρέσει ; αὐτοῦ.¶ Ἐγένετο ; δὲ ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ διωγμὸς μέγας ἐπὶ τὴν ; ἐκκλησίαν τὴν ἐν Ἱεροσολύμοις· τε; διεσπάρησαν πάντες κατὰ τὰς ; χώρας τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Σαμαρείας πλὴν τῶν ; ἀποστόλων.¶
لأَنَّهُ لَمْ يَكُنْ قَدْ حَلَّ عَلَى أَحَدٍ مِنْهُمْ، غَيْرَ أَنَّهُمْ كَانُوا مُعْتَمِدِينَ بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ.
γὰρ οὔπω ἦν ἐπιπεπτωκός, ἐπ᾽ οὐδενὶ αὐτῶν μόνον ; δὲ ὑπῆρχον βεβαπτισμένοι εἰς ; τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ.
ثُمَّ إِنَّ مَلاَكَ الرَّبِّ كَلَّمَ فِيلُبُّسَ قِائِلاً: قُمْ وَاذْهَبْ نَحْوَ الْجَنُوبِ، عَلَى الطَّرِيقِ الْمُنْحَدِرَةِ مِنْ أُورُشَلِيمَ إِلَى غَزَّةَ الَّتِي هِيَ بَرِّيَّةٌ.
δὲ Ἄγγελος κυρίου ἐλάλησεν πρὸς ; Φίλιππον λέγων· ἀνάστηθι καὶ ; πορεύου κατὰ μεσημβρίαν ἐπὶ τὴν ; ὁδὸν τὴν ; καταβαίνουσαν ἀπὸ Ἰερουσαλὴμ εἰς Γάζαν· αὕτη ἐστὶν ἔρημος.
فَقَامَ وَذَهَبَ. وَإِذَا رَجُلٌ حَبَشِيٌّ خَصِيٌّ، وَزِيرٌ لِكَنْدَاكَةَ مَلِكَةِ الْحَبَشَةِ، كَانَ عَلَى جَمِيعِ خَزَائِنِهَا. فَهذَا كَانَ قَدْ جَاءَ إِلَى أُورُشَلِيمَ لِيَسْجُدَ.
καὶ ; ἀναστὰς ἐπορεύθη· καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ Αἰθίοψ εὐνοῦχος δυνάστης Κανδάκης τῆς ; βασιλίσσης Αἰθιόπων, ὃς ; ἦν ἐπὶ πάσης γάζης ; αὐτῆς, ; τῆς ὃς ἐληλύθει εἰς Ἰερουσαλήμ, προσκυνήσων
وَكَانَ رَاجِعًا وَجَالِسًا عَلَى مَرْكَبَتِهِ وَهُوَ يَقْرَأُ النَّبِيَّ إِشَعْيَاءَ.
ἦν ; τε ὑποστρέφων καθήμενος ; καὶ ἐπὶ τοῦ ; ἅρματος ; αὐτοῦ καὶ ; ἀνεγίνωσκεν τὸν ; προφήτην Ἠσαΐαν.