ك
إصحاح
G1259
G1260. dialogízomai
G1261
المعنى المختصر للكلمة
dialogízomai: to reckon thoroughly, i.e. (genitive case) to deliberate (by reflection or discussion)
اللفظ الأصلي διαλογίζομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق dialogízomai (dee-al-og-id-zom-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 16 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to reckon thoroughly, i.e. (genitive case) to deliberate (by reflection or discussion)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
cast in mind consider dispute muse reason think

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

διαλογίζεσθε (5×) καὶ ; διελογίζετο (2×) οἱ ; δὲ ; διελογίζοντο (1×) καὶ ; διελογίζοντο (1×) καὶ ; διαλογιζόμενοι (1×) διελογίζοντο (1×) διελογίζεσθε; (1×) διαλογίζονται (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (16 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَفَكَّرُوا فِي أَنْفُسِهِمْ قَائِلِينَ: إِنَّنَا لَمْ نَأْخُذْ خُبْزًا.
οἱ ; δὲ ; διελογίζοντο ἐν ἑαυτοῖς λέγοντες ὅτι ; οὐκ ἐλάβομεν.¶ ἄρτους
فَعَلِمَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا تُفَكِّرُونَ فِي أَنْفُسِكُمْ يَا قَلِيلِي الإِيمَانِ أَنَّكُمْ لَمْ تَأْخُذُوا خُبْزًا.
Γνοὺς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· τί διαλογίζεσθε ἐν ἑαυτοῖς, ὀλιγόπιστοι, ὅτι ; οὐκ ἐλάβετε ἄρτους
متى 21: 25 Mat.21.25
مَعْمُودِيَّةُ يُوحَنَّا: مِنْ أَيْنَ كَانَتْ. مِنَ السَّمَاءِ أَمْ مِنَ النَّاسِ. فَفَكَّرُوا فِي أَنْفُسِهِمْ قَائِلِينَ: إِنْ قُلْنَا: مِنَ السَّمَاءِ، يَقُولُ لَنَا: فَلِمَاذَا لَمْ تُؤْمِنُوا بِهِ.
τὸ ; βάπτισμα Ἰωάννου πόθεν ἦν; ἐξ οὐρανοῦ ἢ ἐξ ἀνθρώπων;¶ Οἱ ; δὲ ; διελογίζοντο παρ᾽ ἑαυτοῖς λέγοντες· ἐὰν εἴπωμεν· ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ ἡμῖν· διὰ ; τί ; οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ;
وَكَانَ قَوْمٌ مِنَ الْكَتَبَةِ هُنَاكَ جَالِسِينَ يُفَكِّرُونَ فِي قُلُوبِهِمْ:
ἦσαν ; δέ τινες τῶν γραμματέων ἐκεῖ καθήμενοι καὶ ; διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς ; καρδίαις ; αὐτῶν·
فَلِلْوَقْتِ شَعَرَ يَسُوعُ بِرُوحِهِ أَنَّهُمْ يُفَكِّرُونَ هكَذَا فِي أَنْفُسِهِمْ، فَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا تُفَكِّرُونَ بِهذَا فِي قُلُوبِكُمْ.
καὶ ; εὐθὺς ἐπιγνοὺς ὁ ; Ἰησοῦς τῷ ; πνεύματι ; αὐτοῦ ὅτι διαλογίζονται οὕτως ἐν ἑαυτοῖς εἶπεν αὐτοῖς· τί διαλογίζεσθε ταῦτα ἐν ταῖς ; καρδίαις ; ὑμῶν;
فَلِلْوَقْتِ شَعَرَ يَسُوعُ بِرُوحِهِ أَنَّهُمْ يُفَكِّرُونَ هكَذَا فِي أَنْفُسِهِمْ، فَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا تُفَكِّرُونَ بِهذَا فِي قُلُوبِكُمْ.
καὶ ; εὐθὺς ἐπιγνοὺς ὁ ; Ἰησοῦς τῷ ; πνεύματι ; αὐτοῦ ὅτι διαλογίζονται οὕτως ἐν ἑαυτοῖς εἶπεν αὐτοῖς· τί διαλογίζεσθε ταῦτα ἐν ταῖς ; καρδίαις ; ὑμῶν;
فَفَكَّرُوا قَائِلِينَ بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: لَيْسَ عِنْدَنَا خُبْزٌ.
καὶ ; διελογίζοντο λέγοντες πρὸς ; ἀλλήλους ὅτι ; οὐκ ἔχομεν ἄρτους
فَعَلِمَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا تُفَكِّرُونَ أَنْ لَيْسَ عِنْدَكُمْ خُبْزٌ. أَلاَ تَشْعُرُونَ وَلاَ تَفْهَمُونَ. أَحَتَّى الآنَ قُلُوبُكُمْ غَلِيظَةٌ.
καὶ ; γνοὺς ὁ ; Ἰησοῦς λέγει αὐτοῖς· τί διαλογίζεσθε ὅτι οὐκ ἔχετε; ἄρτους οὔπω νοεῖτε οὐδὲ συνίετε; ἔτι ἔχετε ; τὴν ; καρδίαν ; ὑμῶν; πεπωρωμένην
وَجَاءَ إِلَى كَفْرِنَاحُومَ. وَإِذْ كَانَ فِي الْبَيْتِ سَأَلَهُمْ: بِمَاذَا كُنْتُمْ تَتَكَالَمُونَ فِيمَا بَيْنَكُمْ فِي الطَّرِيقِ.
Καὶ ; ἦλθεν εἰς Καφαρναούμ· καὶ γενόμενος ἐν τῇ ; οἰκίᾳ ἐπηρώτα ; αὐτούς· τί διελογίζεσθε; πρὸς ἑαυτοὺς ἐν τῇ ; ὁδῷ
فَلَمَّا رَأَتْهُ اضْطَرَبَتْ مِنْ كَلاَمِهِ، وَفَكَّرَتْ: مَا عَسَى أَنْ تَكُونَ هذِهِ التَّحِيَّةُ.
ἡ ; δὲ ; ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ ; λόγῳ ; αὐτοῦ καὶ ; διελογίζετο ποταπὸς εἴη οὗτος. ὁ ; ἀσπασμὸς
وَإِذْ كَانَ الشَّعْبُ يَنْتَظِرُ، وَالْجَمِيعُ يُفَكِّرُونَ فِي قُلُوبِهِمْ عَنْ يُوحَنَّا لَعَلَّهُ الْمَسِيحُ،
δὲ τοῦ ; λαοῦ Προσδοκῶντος καὶ ; πάντων διαλογιζομένων ἐν ταῖς ; καρδίαις ; αὐτῶν περὶ τοῦ ; Ἰωάννου, μήποτε ; αὐτὸς ; εἴη ὁ ; χριστός,
فَابْتَدَأَ الْكَتَبَةُ وَالْفَرِّيسِيُّونَ يُفَكِّرُونَ قَائِلِينَ مَنْ هذَا الَّذِي يَتَكَلَّمُ بِتَجَادِيفَ. مَنْ يَقْدِرُ أَنْ يَغْفِرَ خَطَايَا إِلاَّ اللهُ وَحْدَهُ.
καὶ ; ἤρξαντο οἱ ; γραμματεῖς καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι διαλογίζεσθαι λέγοντες· τίς ἐστιν ; οὗτος ὃς λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ ; μὴ ὁ ; θεός;¶ μόνος
فَشَعَرَ يَسُوعُ بِأَفْكَارِهِمْ، وَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: مَاذَا تُفَكِّرُونَ فِي قُلُوبِكُمْ.
Ἐπιγνοὺς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς τοὺς ; διαλογισμοὺς ; αὐτῶν ἀποκριθεὶς εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· τί διαλογίζεσθε ἐν ταῖς ; καρδίαις ; ὑμῶν;
فَفَكَّرَ فِي نَفْسِهِ قَائِلاً: مَاذَا أَعْمَلُ، لأَنْ لَيْسَ لِي مَوْضِعٌ أَجْمَعُ فِيهِ أَثْمَارِي.
καὶ ; διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων· τί ποιήσω ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς ; καρπούς ; μου;
فَلَمَّا رَآهُ الْكَرَّامُونَ تَآمَرُوا فِيمَا بَيْنَهُمْ قَائِلِينَ: هذَا هُوَ الْوَارِثُ. هَلُمُّوا نَقْتُلْهُ لِكَيْ يَصِيرَ لَنَا الْمِيرَاثُ.
δὲ ἰδόντες ; αὐτὸν οἱ ; γεωργοὶ διελογίζοντο πρὸς ἑαυτούς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ ; κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν ; αὐτὸν ἵνα γένηται ἡμῶν ἡ ; κληρονομία.
وَلاَ تُفَكِّرُونَ أَنَّهُ خَيْرٌ لَنَا أَنْ يَمُوتَ إِنْسَانٌ وَاحِدٌ عَنِ الشَّعْبِ وَلاَ تَهْلِكَ الأُمَّةُ كُلُّهَا..
οὐδὲ διαλογίζεσθε ὅτι συμφέρει ἡμῖν ἵνα ἀποθάνῃ ἄνθρωπος εἷς ὑπὲρ τοῦ ; λαοῦ, καὶ ; μὴ ἀπόληται. τὸ ; ἔθνος ὅλον