ك
إصحاح
G1260
G1261. dialogismós
G1262
المعنى المختصر للكلمة
dialogismós: discussion, i.e. (internal) consideration (by implication, purpose), or (external) debate
اللفظ الأصلي διαλογισμός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق dialogismós (dee-al-og-is-mos)
تكرار الورود في الكتاب 10 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

discussion, i.e. (internal) consideration (by implication, purpose), or (external) debate

الإنجليزية — KJV Translation Tags
dispute doubtful(-ing) imagination reasoning thought

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

διαλογισμοὶ (2×) τὸν ; διαλογισμὸν (1×) τοὺς ; διαλογισμοὺς (1×) οἱ ; διαλογισμοὶ (1×) διαλογισμῶν. (1×) διαλογισμῶν, (1×) διαλογισμῶν (1×) διαλογισμοῦ· (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (10 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 15: 19 Mat.15.19
لأَنْ مِنَ الْقَلْب تَخْرُجُ أَفْكَارٌ شِرِّيرَةٌ: قَتْلٌ، زِنىً، فِسْقٌ، سِرْقَةٌ، شَهَادَةُ زُورٍ، تَجْدِيفٌ.
γὰρ ἐκ τῆς ; καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι.
لأَنَّهُ مِنَ الدَّاخِلِ، مِنْ قُلُوبِ النَّاسِ، تَخْرُجُ الأَفْكَارُ الشِّرِّيرَةُ: زِنىً، فِسْقٌ، قَتْلٌ،
γὰρ ἐκ ἔσωθεν τῆς ; καρδίας τῶν ; ἀνθρώπων ἐκπορεύονται οἱ ; διαλογισμοὶ οἱ ; κακοὶ μοιχεῖαι, πορνεῖαι, φόνοι,
وَأَنْتِ أَيْضًا يَجُوزُ فِي نَفْسِكِ سَيْفٌ، لِتُعْلَنَ أَفْكَارٌ مِنْ قُلُوبٍ كَثِيرَةٍ.
καὶ ; σοῦ δὲ διελεύσεται τὴν ; ψυχὴν ; αὐτῆς ῥομφαία ὅπως ; ἂν ; ἀποκαλυφθῶσιν διαλογισμοί.¶ ἐκ καρδιῶν πολλῶν
فَعَلِمَ يَسُوعُ فِكْرَ قَلْبِهِمْ، وَأَخَذَ وَلَدًا وَأَقَامَهُ عِنْدَهُ،
δὲ ; ἰδὼν ὁ ; Ἰησοῦς τὸν ; διαλογισμὸν τῆς ; καρδίας ; αὐτῶν, ἐπιλαβόμενος παιδίου ἔστησεν ; αὐτὸ παρ᾽ ; ἑαυτῷ
فَقَالَ لَهُمْ: مَا بَالُكُمْ مُضْطَرِبِينَ، وَلِمَاذَا تَخْطُرُ أَفْكَارٌ فِي قُلُوبِكُمْ.
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· τί ; ἐστὲ τεταραγμένοι καὶ ; διὰ ; τί ἀναβαίνουσιν διαλογισμοὶ ἐν ταῖς; καρδίαις; ὑμῶν;
وَمَنْ هُوَ ضَعِيفٌ فِي الإِيمَانِ فَاقْبَلُوهُ، لاَ لِمُحَاكَمَةِ الأَفْكَارِ.
Τὸν ; δὲ ἀσθενοῦντα τῇ πίστει προσλαμβάνεσθε μὴ εἰς ; διακρίσεις διαλογισμῶν.
وَأَيْضًا: الرَّبُّ يَعْلَمُ أَفْكَارَ الْحُكَمَاءِ أَنَّهَا بَاطِلَةٌ.
καὶ ; πάλιν· κύριος γινώσκει τοὺς ; διαλογισμοὺς τῶν ; σοφῶν ὅτι ; εἰσὶν μάταιοι.¶
اِفْعَلُوا كُلَّ شَيْءٍ بِلاَ دَمْدَمَةٍ وَلاَ مُجَادَلَةٍ،
ποιεῖτε πάντα χωρὶς γογγυσμῶν καὶ διαλογισμῶν,
فَأُرِيدُ أَنْ يُصَلِّيَ الرِّجَالُ فِي كُلِّ مَكَانٍ، رَافِعِينَ أَيَادِيَ طَاهِرَةً، بِدُونِ غَضَبٍ وَلاَ جِدَال.
Βούλομαι οὖν προσεύχεσθαι τοὺς ; ἄνδρας ἐν παντὶ τόπῳ ἐπαίροντας χεῖρας ὁσίους χωρὶς ὀργῆς καὶ διαλογισμοῦ·
فَهَلْ لاَ تَرْتَابُونَ فِي أَنْفُسِكُمْ، وَتَصِيرُونَ قُضَاةَ أَفْكَارٍ شِرِّيرَةٍ.
καὶ ; οὐ διεκρίθητε ἐν ἑαυτοῖς καὶ ; ἐγένεσθε κριταὶ διαλογισμῶν πονηρῶν;¶