ك
إصحاح
G986
G987. blasphēméō
G988
المعنى المختصر للكلمة
blasphēméō: to vilify
اللفظ الأصلي βλασφημέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق blasphēméō (blas-fay-meh-o)
تكرار الورود في الكتاب 35 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 to vilify
2 specially, to speak impiously
الإنجليزية — KJV Translation Tags
(speak) blaspheme(-er, -mously, -my) defame rail on revile speak evil

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καὶ ; ἐβλασφήμησαν (3×) ἐβλασφήμουν (2×) βλασφημοῦντες (2×) βλασφημεῖται (2×) βλασφημεῖν, (2×) ἐβλασφήμησεν· (1×) ἐβλασφήμει (1×) καὶ ; βλασφημοῦντες. (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (35 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَإِذَا قَوْمٌ مِنَ الْكَتَبَةِ قَدْ قَالُوا فِي أَنْفُسِهِمْ: هذَا يُجَدِّفُ.
καὶ ; ἰδού τινες τῶν γραμματέων εἶπαν ἐν ἑαυτοῖς· οὗτος βλασφημεῖ.
متى 26: 65 Mat.26.65
فَمَزَّقَ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ حِينَئِذٍ ثِيَابَهُ قَائِلاً: قَدْ جَدَّفَ. مَا حَاجَتُنَا بَعْدُ إِلَى شُهُودٍ. هَا قَدْ سَمِعْتُمْ تَجْدِيفَهُ.
διέρρηξεν ὁ ; ἀρχιερεὺς Τότε τὰ ; ἱμάτια ; αὐτοῦ λέγων ὅτι· ἐβλασφήμησεν· τί χρείαν ; ἔχομεν ἔτι μαρτύρων; ἴδε ; νῦν ἠκούσατε τὴν ; βλασφημίαν ; αὐτοῦ.
متى 27: 39 Mat.27.39
وَكَانَ الْمُجْتَازُونَ يُجَدِّفُونَ عَلَيْهِ وَهُمْ يَهُزُّونَ رُؤُوسَهُمْ
δὲ παραπορευόμενοι ; οἱ ἐβλασφήμουν αὐτὸν κινοῦντες τὰς ; κεφαλὰς ; αὐτῶν
اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ جَمِيعَ الْخَطَايَا تُغْفَرُ لِبَنِي الْبَشَرِ، وَالتَّجَادِيفَ الَّتِي يُجَدِّفُونَهَا.
Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πάντα τὰ ; ἁμαρτήματα ἀφεθήσεται τοῖς ; υἱοῖς τῶν ; ἀνθρώπων καὶ ; βλασφημίαι ὅσας; ἂν βλασφημήσωσιν·
وَلكِنْ مَنْ جَدَّفَ عَلَى الرُّوحِ الْقُدُسِ فَلَيْسَ لَهُ مَغْفِرَةٌ إِلَى الأَبَدِ، بَلْ هُوَ مُسْتَوْجِبٌ دَيْنُونَةً أَبَدِيَّةً.
δ᾽ ὃς ; ἂν βλασφημήσῃ εἰς τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον, οὐκ ἔχει ἄφεσιν εἰς τὸν ; αἰῶνα, ἀλλ᾽ ἐστιν ἔνοχός κρίσεως αἰωνίου
وَكَانَ الْمُجْتَازُونَ يُجَدِّفُونَ عَلَيْهِ، وَهُمْ يَهُزُّونَ رُؤُوسَهُمْ قَائِلِينَ: آهِ يَا نَاقِضَ الْهَيْكَلِ وَبَانِيَهُ فِي ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ.
καὶ οἱ ; παραπορευόμενοι ἐβλασφήμουν αὐτὸν κινοῦντες τὰς ; κεφαλὰς ; αὐτῶν καὶ ; λέγοντες· Οὐά, ὁ ; καταλύων τὸν ; ναὸν καὶ ; οἰκοδομῶν ἐν τρισὶν ἡμέραις,
وَكُلُّ مَنْ قَالَ كَلِمَةً عَلَى ابْنِ الإِنْسَانِ يُغْفَرُ لَهُ، وَأَمَّا مَنْ جَدَّفَ عَلَى الرُّوحِ الْقُدُسِ فَلاَ يُغْفَرُ لَهُ.
καὶ ; πᾶς ὃς ἐρεῖ λόγον εἰς τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου, ἀφεθήσεται αὐτῷ· δὲ τῷ βλασφημήσαντι εἰς τὸ ; πνεῦμα ἅγιον οὐκ ἀφεθήσεται.¶
وَأَشْيَاءَ أُخَرَ كَثِيرَةً كَانُوا يَقُولُونَ عَلَيْهِ مُجَدِّفِينَ.
καὶ ; ἕτερα πολλὰ ἔλεγον εἰς ; αὐτόν.¶ βλασφημοῦντες
وَكَانَ وَاحِدٌ مِنَ الْمُذْنِبَيْنِ الْمُعَلَّقَيْنِ يُجَدِّفُ عَلَيْهِ قَائِلاً: إِنْ كُنْتَ أَنْتَ الْمَسِيحَ، فَخَلِّصْ نَفْسَكَ وَإِيَّانَا.
δὲ Εἷς τῶν κακούργων κρεμασθέντων ἐβλασφήμει αὐτὸν λέγων· Εἰ εἶ σὺ ὁ ; χριστός; σῶσον σεαυτὸν καὶ ; ἡμᾶς.¶
فَالَّذِي قَدَّسَهُ الآبُ وَأَرْسَلَهُ إِلَى الْعَالَمِ، أَتَقُولُونَ إِنَّكَ تُجَدِّفُ، لأَنِّي قُلْتُ: إِنِّي ابْنُ اللهِ.
ὃν ἡγίασεν ὁ ; πατὴρ καὶ ; ἀπέστειλεν εἰς τὸν ; κόσμον, ὑμεῖς ; λέγετε ὅτι βλασφημεῖς, ὅτι εἶπον· εἰμι; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ
فَلَمَّا رَأَى الْيَهُودُ الْجُمُوعَ امْتَلأُوا غَيْرَةً، وَجَعَلُوا يُقَاوِمُونَ مَا قَالَهُ بُولُسُ مُنَاقِضِينَ وَمُجَدِّفِينَ.
δὲ ἰδόντες οἱ ; Ἰουδαῖοι τοὺς ; ὄχλους ἐπλήσθησαν ζήλου καὶ ; ἀντέλεγον τοῖς λεγομένοις ὑπὸ ; τοῦ ; Παύλου ἀντιλέγοντες καὶ ; βλασφημοῦντες.
وَإِذْ كَانُوا يُقَاوِمُونَ وَيُجَدِّفُونَ نَفَضَ ثِيَابَهُ وَقَالَ لَهُمْ: دَمُكُمْ عَلَى رُؤُوسِكُمْ. أَنَا بَرِيءٌ. مِنَ الآنَ أَذْهَبُ إِلَى الأُمَمِ.
δὲ αὐτῶν Ἀντιτασσομένων καὶ ; βλασφημούντων, ἐκτιναξάμενος τὰ ; ἱμάτια εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· τὸ ; αἷμα ; ὑμῶν ἐπὶ τὴν ; κεφαλὴν ; ὑμῶν, ἐγώ· καθαρὸς ἀπὸ τοῦ ; νῦν πορεύσομαι.¶ εἰς τὰ ; ἔθνη
لأَنَّكُمْ أَتَيْتُمْ بِهذَيْنِ الرَّجُلَيْنِ، وَهُمَا لَيْسَا سَارِقَيْ هَيَاكِلَ، وَلاَ مُجَدِّفَيْنِ عَلَى إِلهَتِكُمْ.
γὰρ ἠγάγετε τούτους τοὺς ; ἄνδρας οὔτε ἱεροσύλους οὔτε βλασφημοῦντας τὴν ; θεὰν; ὑμῶν
وَفِي كُلِّ الْمَجَامِعِ كُنْتُ أُعَاقِبُهُمْ مِرَارًا كَثِيرَةً، وَأَضْطَرُّهُمْ إِلَى التَّجْدِيفِ. وَإِذْ أَفْرَطَ حَنَقِي عَلَيْهِمْ كُنْتُ أَطْرُدُهُمْ إِلَى الْمُدُنِ الَّتِي فِي الْخَارِجِ.
καὶ ; κατὰ πάσας τὰς ; συναγωγὰς τιμωρῶν ; αὐτοὺς πολλάκις ἠνάγκαζον βλασφημεῖν, τε περισσῶς ἐμμαινόμενος αὐτοῖς ἐδίωκον ἕως ; καὶ ; εἰς τὰς ; πόλεις. ἔξω
لأَنَّ اسْمَ اللهِ يُجَدَّفُ عَلَيْهِ بِسَبَبِكُمْ بَيْنَ الأُمَمِ، كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ.
γὰρ τὸ ; ὄνομα τοῦ ; θεοῦ βλασφημεῖται δι᾽ ; ὑμᾶς ἐν τοῖς ; ἔθνεσιν καθὼς γέγραπται.¶
أَمَا كَمَا يُفْتَرَى عَلَيْنَا، وَكَمَا يَزْعُمُ قَوْمٌ أَنَّنَا نَقُولُ: لِنَفْعَلِ السَّيِّآتِ لِكَيْ تَأْتِيَ الْخَيْرَاتُ. الَّذِينَ دَيْنُونَتُهُمْ عَادِلَةٌ.
καὶ ; μὴ καθὼς βλασφημούμεθα καὶ ; καθώς φασίν τινες ἡμᾶς λέγειν ποιήσωμεν τὰ ; κακὰ ἵνα ἔλθῃ τὰ ; ἀγαθά; ὧν τὸ ; κρίμα ἔνδικόν ; ἐστιν.¶
فَلاَ يُفْتَرَ عَلَى صَلاَحِكُمْ،
μὴ ; οὖν βλασφημείσθω ὑμῶν ; τὸ ; ἀγαθόν.
يُفْتَرَى عَلَيْنَا فَنَعِظُ. صِرْنَا كَأَقْذَارِ الْعَالَمِ وَوَسَخِ كُلِّ شَيْءٍ إِلَى الآنَ.
βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν, ἐγενήθημεν, ὡς ; περικαθάρματα τοῦ ; κόσμου περίψημα πάντων ἕως ἄρτι.
فَإِنْ كُنْتُ أَنَا أَتَنَاوَلُ بِشُكْرٍ، فَلِمَاذَا يُفْتَرَى عَلَيَّ لأَجْلِ مَا أَشْكُرُ عَلَيْهِ.
εἰ ; δὲ ἐγὼ μετέχω, χάριτι τί βλασφημοῦμαι ὑπὲρ οὗ ἐγὼ ; εὐχαριστῶ;
الَّذِينَ مِنْهُمْ هِيمِينَايُسُ وَالإِسْكَنْدَرُ، اللَّذَانِ أَسْلَمْتُهُمَا لِلشَّيْطَانِ لِكَيْ يُؤَدَّبَا حَتَّى لاَ يُجَدِّفَا.
ὧν Ὑμέναιος Ἀλέξανδρος οὓς παρέδωκα τῷ ; σατανᾷ ἵνα παιδευθῶσιν μὴ βλασφημεῖν.¶
جَمِيعُ الَّذِينَ هُمْ عَبِيدٌ تَحْتَ نِيرٍ فَلْيَحْسِبُوا سَادَتَهُمْ مُسْتَحِقِّينَ كُلَّ إِكْرَامٍ، لِئَلاَّ يُفْتَرَى عَلَى اسْمِ اللهِ وَتَعْلِيمِهِ.
Ὅσοι εἰσὶν δοῦλοι, ὑπὸ ζυγὸν ἡγείσθωσαν, τοὺς ; ἰδίους ; δεσπότας ἀξίους πάσης τιμῆς ἵνα ; μὴ βλασφημῆται. τὸ ; ὄνομα τοῦ ; θεοῦ καὶ ; ἡ ; διδασκαλία
مُتَعَقِّلاَتٍ، عَفِيفَاتٍ، مُلاَزِمَاتٍ بُيُوتَهُنَّ، صَالِحَاتٍ، خَاضِعَاتٍ لِرِجَالِهِنَّ، لِكَيْ لاَ يُجَدَّفَ عَلَى كَلِمَةِ اللهِ.
σώφρονας, ἁγνάς, οἰκουρούς ἀγαθάς, ὑποτασσομένας τοῖς ; ἰδίοις ; ἀνδράσιν, ἵνα μὴ βλασφημῆται.¶ ὁ ; λόγος τοῦ ; θεοῦ
وَلاَ يَطْعَنُوا فِي أَحَدٍ، وَيَكُونُوا غَيْرَ مُخَاصِمِينَ، حُلَمَاءَ، مُظْهِرِينَ كُلَّ وَدَاعَةٍ لِجَمِيعِ النَّاسِ.
βλασφημεῖν, μηδένα εἶναι, ἀμάχους ἐπιεικεῖς, ἐνδεικνυμένους πᾶσαν πραΰτητα πρὸς ; πάντας ἀνθρώπους.
أَمَا هُمْ يُجَدِّفُونَ عَلَى الاسْمِ الْحَسَنِ الَّذِي دُعِيَ بِهِ عَلَيْكُمْ.
οὐκ αὐτοὶ βλασφημοῦσιν τὸ ; ὄνομα καλὸν τὸ ἐπικληθὲν ἐφ᾽ ; ὑμᾶς;
الأَمْرُ الَّذِي فِيهِ يَسْتَغْرِبُونَ أَنَّكُمْ لَسْتُمْ تَرْكُضُونَ مَعَهُمْ إِلَى فَيْضِ هذِهِ الْخَلاَعَةِ عَيْنِهَا، مُجَدِّفِينَ.
ἐν ; ᾧ ξενίζονται ὑμῶν μὴ συντρεχόντων εἰς ἀνάχυσιν τῆς ἀσωτίας αὐτὴν βλασφημοῦντες,
إِنْ عُيِّرْتُمْ بِاسْمِ الْمَسِيحِ، فَطُوبَى لَكُمْ، لأَنَّ رُوحَ الْمَجْدِ وَاللهِ يَحِلُّ عَلَيْكُمْ. أَمَّا مِنْ جِهَتِهِمْ فَيُجَدَّفُ عَلَيْهِ، وَأَمَّا مِنْ جِهَتِكُمْ فَيُمَجَّدُ.
εἰ ὀνειδίζεσθε ἐν ; ὀνόματι Χριστοῦ, μακάριοι· ὅτι πνεῦμα τῆς ; δόξης τοῦ ; θεοῦ ἀναπαύεται ἐφ᾽ ; ὑμᾶς μὲν κατὰ αὐτοὺς βλασφημεῖται δὲ ὑμᾶς δοξάζεται.¶
وَسَيَتْبَعُ كَثِيرُونَ تَهْلُكَاتِهِمْ. الَّذِينَ بِسَبَبِهِمْ يُجَدَّفُ عَلَى طَرِيقِ الْحَقِّ.
καὶ ; ἐξακολουθήσουσιν πολλοὶ αὐτῶν ; ταῖς ; ἀπωλείαις οὓς δι᾽ βλασφημηθήσεται· ἡ ; ὁδὸς τῆς ; ἀληθείας
وَلاَ سِيَّمَا الَّذِينَ يَذْهَبُونَ وَرَاءَ الْجَسَدِ فِي شَهْوَةِ النَّجَاسَةِ، وَيَسْتَهِينُونَ بِالسِّيَادَةِ. جَسُورُونَ، مُعْجِبُونَ بِأَنْفُسِهِمْ، لاَ يَرْتَعِبُونَ أَنْ يَفْتَرُوا عَلَى ذَوِي الأَمْجَادِ،
μάλιστα ; δὲ τοὺς πορευομένους ὀπίσω σαρκὸς ἐν ἐπιθυμίᾳ μιασμοῦ καταφρονοῦντας. κυριότητος τολμηταί, αὐθάδεις, οὐ τρέμουσιν βλασφημοῦντες· δόξας
أَمَّا هؤُلاَءِ فَكَحَيَوَانَاتٍ غَيْرِ نَاطِقَةٍ، طَبِيعِيَّةٍ، مَوْلُودَةٍ لِلصَّيْدِ وَالْهَلاَكِ، يَفْتَرُونَ عَلَى مَا يَجْهَلُونَ، فَسَيَهْلِكُونَ فِي فَسَادِهِمْ
οὗτοι ὡς ; ζῷα ἄλογα φυσικὰ γεγεννημένα εἰς ; ἅλωσιν καὶ ; φθοράν, βλασφημοῦντες ἐν οἷς ἀγνοοῦσιν καὶ ; καταφθαρήσονται ἐν τῇ ; φθορᾷ ; αὐτῶν
وَلكِنْ كَذلِكَ هؤُلاَءِ أَيْضًا، الْمُحْتَلِمُونَ، يُنَجِّسُونَ الْجَسَدَ، وَيَتَهَاوَنُونَ بِالسِّيَادَةِ، وَيَفْتَرُونَ عَلَى ذَوِي الأَمْجَادِ.
μέντοι ὁμοίως οὗτοι καὶ ἐνυπνιαζόμενοι μιαίνουσιν, σάρκα ἀθετοῦσιν, κυριότητα βλασφημοῦσιν. δόξας