ك
إصحاح
G987
G988. blasphēmía
G989
المعنى المختصر للكلمة
blasphēmía: vilification (especially against God)
اللفظ الأصلي βλασφημία
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق blasphēmía (blas-fay-me-ah)
تكرار الورود في الكتاب 18 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

vilification (especially against God)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
blasphemy evil speaking railing

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καὶ ; βλασφημία (2×) βλασφημίας, (2×) βλασφημίας (2×) ἡ ; βλασφημία (1×) τῆς ; βλασφημίας· (1×) καὶ ; τὴν ; βλασφημίαν (1×) καὶ ; βλασφημίας (1×) καὶ ; βλασφημίαι (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (18 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 12: 31 Mat.12.31
لِذلِكَ أَقُولُ لَكُمْ: كُلُّ خَطِيَّةٍ وَتَجْدِيفٍ يُغْفَرُ لِلنَّاسِ، وَأَمَّا التَّجْدِيفُ عَلَى الرُّوحِ فَلَنْ يُغْفَرَ لِلنَّاسِ.
διὰ ; τοῦτο λέγω ὑμῖν· πᾶσα ἁμαρτία καὶ ; βλασφημία ἀφεθήσεται τοῖς ; ἀνθρώποις, δὲ ἡ ; βλασφημία τοῦ πνεύματος οὐκ ἀφεθήσεται τοῖς ; ἀνθρώποις.
متى 12: 31 Mat.12.31
لِذلِكَ أَقُولُ لَكُمْ: كُلُّ خَطِيَّةٍ وَتَجْدِيفٍ يُغْفَرُ لِلنَّاسِ، وَأَمَّا التَّجْدِيفُ عَلَى الرُّوحِ فَلَنْ يُغْفَرَ لِلنَّاسِ.
διὰ ; τοῦτο λέγω ὑμῖν· πᾶσα ἁμαρτία καὶ ; βλασφημία ἀφεθήσεται τοῖς ; ἀνθρώποις, δὲ ἡ ; βλασφημία τοῦ πνεύματος οὐκ ἀφεθήσεται τοῖς ; ἀνθρώποις.
متى 15: 19 Mat.15.19
لأَنْ مِنَ الْقَلْب تَخْرُجُ أَفْكَارٌ شِرِّيرَةٌ: قَتْلٌ، زِنىً، فِسْقٌ، سِرْقَةٌ، شَهَادَةُ زُورٍ، تَجْدِيفٌ.
γὰρ ἐκ τῆς ; καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι.
لِمَاذَا يَتَكَلَّمُ هذَا هكَذَا بِتَجَادِيفَ. مَنْ يَقْدِرُ أَنْ يَغْفِرَ خَطَايَا إِلاَّ اللهُ وَحْدَهُ.
τί λαλεῖ; οὗτος οὕτως βλασφημίας τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ ; μὴ ὁ ; θεός; εἷς
اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ جَمِيعَ الْخَطَايَا تُغْفَرُ لِبَنِي الْبَشَرِ، وَالتَّجَادِيفَ الَّتِي يُجَدِّفُونَهَا.
Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πάντα τὰ ; ἁμαρτήματα ἀφεθήσεται τοῖς ; υἱοῖς τῶν ; ἀνθρώπων καὶ ; βλασφημίαι ὅσας; ἂν βλασφημήσωσιν·
سِرْقَةٌ، طَمَعٌ، خُبْثٌ، مَكْرٌ، عَهَارَةٌ، عَيْنٌ شِرِّيرَةٌ، تَجْدِيفٌ، كِبْرِيَاءُ، جَهْلٌ.
κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ἀσέλγεια, ὀφθαλμὸς πονηρός, βλασφημία, ὑπερηφανία, ἀφροσύνη·
قَدْ سَمِعْتُمُ التَّجَادِيفَ. مَا رَأْيُكُمْ. فَالْجَمِيعُ حَكَمُوا عَلَيْهِ أَنَّهُ مُسْتَوْجِبُ الْمَوْتِ.
ἠκούσατε τῆς ; βλασφημίας· τί ὑμῖν ; φαίνεται; δὲ ; πάντες κατέκριναν αὐτὸν εἶναι ἔνοχον θανάτου.
فَابْتَدَأَ الْكَتَبَةُ وَالْفَرِّيسِيُّونَ يُفَكِّرُونَ قَائِلِينَ مَنْ هذَا الَّذِي يَتَكَلَّمُ بِتَجَادِيفَ. مَنْ يَقْدِرُ أَنْ يَغْفِرَ خَطَايَا إِلاَّ اللهُ وَحْدَهُ.
καὶ ; ἤρξαντο οἱ ; γραμματεῖς καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι διαλογίζεσθαι λέγοντες· τίς ἐστιν ; οὗτος ὃς λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ ; μὴ ὁ ; θεός;¶ μόνος
أَجَابَهُ الْيَهُودُ قَائِلِينَ: لَسْنَا نَرْجُمُكَ لأَجْلِ عَمَل حَسَنٍ، بَلْ لأَجْلِ تَجْدِيفٍ، فَإِنَّكَ وَأَنْتَ إِنْسَانٌ تَجْعَلُ نَفْسَكَ إِلهًا
ἀπεκρίθησαν ; αὐτῷ οἱ ; Ἰουδαῖοι λέγοντες· οὐ λιθάζομέν ; σε περὶ ἔργου καλοῦ ἀλλὰ περὶ βλασφημίας, καὶ ; ὅτι ; σὺ ἄνθρωπος ; ὢν ποιεῖς σεαυτὸν θεόν.¶
لِيُرْفَعْ مِنْ بَيْنِكُمْ كُلُّ مَرَارَةٍ وَسَخَطٍ وَغَضَبٍ وَصِيَاحٍ وَتَجْدِيفٍ مَعَ كُلِّ خُبْثٍ.
ἀρθήτω ἀφ᾽ ὑμῶν Πᾶσα πικρία καὶ ; θυμὸς καὶ ; ὀργὴ καὶ ; κραυγὴ καὶ ; βλασφημία σὺν πάσῃ κακίᾳ.
وَأَمَّا الآنَ فَاطْرَحُوا عَنْكُمْ أَنْتُمْ أَيْضًا الْكُلَّ: الْغَضَبَ، السَّخَطَ، الْخُبْثَ، التَّجْدِيفَ، الْكَلاَمَ الْقَبِيحَ مِنْ أَفْوَاهِكُمْ.
δὲ Νυνὶ ἀπόθεσθε ὑμεῖς καὶ τὰ ; πάντα, ὀργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αἰσχρολογίαν ἐκ τοῦ ; στόματος ; ὑμῶν.¶
فَقَدْ تَصَلَّفَ، وَهُوَ لاَ يَفْهَمُ شَيْئًا، بَلْ هُوَ مُتَعَلِّلٌ بِمُبَاحَثَاتٍ وَمُمَاحَكَاتِ الْكَلاَمِ، الَّتِي مِنْهَا يَحْصُلُ الْحَسَدُ وَالْخِصَامُ وَالافْتِرَاءُ وَالظُّنُونُ الرَّدِيَّةُ،
τετύφωται μηδὲν ; ἐπιστάμενος ἀλλὰ νοσῶν περὶ ; ζητήσεις καὶ ; λογομαχίας, ὧν ἐξ γίνεται φθόνος, ἔρις, βλασφημίαι, ὑπόνοιαι πονηραί,
وَأَمَّا مِيخَائِيلُ رَئِيسُ الْمَلاَئِكَةِ، فَلَمَّا خَاصَمَ إِبْلِيسَ مُحَاجًّا عَنْ جَسَدِ مُوسَى، لَمْ يَجْسُرْ أَنْ يُورِدَ حُكْمَ افْتِرَاءٍ، بَلْ قَالَ: لِيَنْتَهِرْكَ الرَّبُّ..
δὲ Μιχαὴλ ἀρχάγγελος, ὅτε διακρινόμενος διαβόλῳ διελέγετο περὶ σώματος, Μωϋσέως οὐκ ἐτόλμησεν ἐπενεγκεῖν κρίσιν βλασφημίας ἀλλ᾽ εἶπεν· ἐπιτιμήσαι ; σοι κύριος.
أَنَا أَعْرِفُ أَعْمَالَكَ وَضِيْقَتَكَ وَفَقْرَكَ مَعَ أَنَّكَ غَنِيٌّ. وَتَجْدِيفَ الْقَائِلِينَ: إِنَّهُمْ يَهُودٌ وَلَيْسُوا يَهُودًا، بَلْ هُمْ مَجْمَعُ الشَّيْطَانِ.
οἶδά σου ; τὰ ; ἔργα καὶ ; τὴν ; θλῖψιν καὶ ; τὴν ; πτωχείαν, δὲ ; εἶ, πλούσιος καὶ ; τὴν ; βλασφημίαν ἐκ ; τῶν ; λεγόντων εἶναι ; ἑαυτοὺς Ἰουδαίους καὶ ; οὐκ ; εἰσίν, ἀλλὰ συναγωγὴ τοῦ ; σατανᾶ.
ثُمَّ وَقَفْتُ عَلَى رَمْلِ الْبَحْرِ، فَرَأَيْتُ وَحْشًا طَالِعًا مِنَ الْبَحْرِ لَهُ سَبْعَةُ رُؤُوسٍ وَعَشَرَةُ قُرُونٍ، وَعَلَى قُرُونِهِ عَشَرَةُ تِيجَانٍ، وَعَلَى رُؤُوسِهِ اسْمُ تَجْدِيفٍ.
καὶ ἐστάθην ἐπὶ ἄμμον θαλάσσης.¶ Καὶ ; εἶδον θηρίον ἀναβαῖνον, ἐκ τῆς ; θαλάσσης ἔχον ἑπτὰ κεφαλὰς δέκα κέρατα καὶ ; ἐπὶ τῶν ; κεράτων ; αὐτοῦ δέκα διαδήματα καὶ ; ἐπὶ τὰς ; κεφαλὰς ; αὐτοῦ ὄνομα βλασφημίας.
وَأُعْطِيَ فَمًا يَتَكَلَّمُ بِعَظَائِمَ وَتَجَادِيفَ، وَأُعْطِيَ سُلْطَانًا أَنْ يَفْعَلَ اثْنَيْنِ وَأَرْبَعِينَ شَهْرًا.
καὶ ; ἐδόθη ; αὐτῷ στόμα λαλοῦν μεγάλα καὶ ; βλασφημίας καὶ ; ἐδόθη ; αὐτῷ ἐξουσία ποιῆσαι δύο. τεσσεράκοντα μῆνας
فَفَتَحَ فَمَهُ بِالتَّجْدِيفِ عَلَى اللهِ، لِيُجَدِّفَ عَلَى اسْمِهِ، وَعَلَى مَسْكَنِهِ، وَعَلَى السَّاكِنِينَ فِي السَّمَاءِ.
καὶ ; ἤνοιξεν τὸ ; στόμα ; αὐτοῦ εἰς ; βλασφημίαν πρὸς τὸν ; θεὸν βλασφημῆσαι τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ καὶ ; τὴν ; σκηνὴν ; αὐτοῦ, καὶ ; τοὺς σκηνοῦντας. ἐν τῷ ; οὐρανῷ
فَمَضَى بِي بِالرُّوحِ إِلَى بَرِّيَّةٍ، فَرَأَيْتُ امْرَأَةً جَالِسَةً عَلَى وَحْشٍ قِرْمِزِيٍّ مَمْلُوءٍ أَسْمَاءَ تَجْدِيفٍ، لَهُ سَبْعَةُ رُؤُوسٍ وَعَشَرَةُ قُرُونٍ.
Καὶ ; ἀπήνεγκέν με ἐν ; πνεύματι. εἰς ἔρημον καὶ ; εἶδον γυναῖκα καθημένην ἐπὶ θηρίον κόκκινον γέμον ὀνομάτων βλασφημίας, ἔχον ἑπτὰ κεφαλὰς καὶ ; δέκα. κέρατα