ك
إصحاح
G90
G91. adikéō
G92
المعنى المختصر للكلمة
adikéō: to be unjust, i.e. (actively) do wrong (morally, socially or physically)
اللفظ الأصلي ἀδικέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق adikéō (ad-ee-keh-o)
تكرار الورود في الكتاب 25 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to be unjust, i.e. (actively) do wrong (morally, socially or physically)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
hurt injure be an offender be unjust (do, suffer, take) wrong

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀδικῶν (2×) ἀδικῆσαι (2×) ἀδικεῖτε (2×) αὐτοὺς ; ἀδικῆσαι, (2×) ὑμᾶς ; ἀδικήσῃ. (1×) ὁ ; ἀδικῶν (1×) ἠδίκησεν (1×) ἠδίκησα, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (25 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
هَا أَنَا أُعْطِيكُمْ سُلْطَانًا لِتَدُوسُوا الْحَيَّاتِ وَالْعَقَارِبَ وَكُلَّ قُوَّةِ الْعَدُوِّ، وَلاَ يَضُرُّكُمْ شَيْءٌ.
ἰδοὺ δίδωμι; ὑμῖν τὴν ; ἐξουσίαν τοῦ ; πατεῖν ἐπάνω ; ὄφεων καὶ ; σκορπίων καὶ ; ἐπὶ ; πᾶσαν τὴν ; δύναμιν τοῦ ; ἐχθροῦ, καὶ ; οὐ ; μὴ ὑμᾶς ; ἀδικήσῃ. οὐδὲν
وَإِذْ رَأَى وَاحِدًا مَظْلُومًا حَامَى وَأَنْصَفَ الْمَغْلُوبَ، إِذْ قَتَلَ الْمِصْرِيَّ.
καὶ ; ἰδών τινα ἀδικούμενον ἠμύνατο καὶ ; ἐποίησεν ; ἐκδίκησιν τῷ ; καταπονουμένῳ πατάξας Αἰγύπτιον. ; τὸν
الْيَوْمِ الثَّانِي ظَهَرَ لَهُمْ وَهُمْ يَتَخَاصَمُونَ، فَسَاقَهُمْ إِلَى السَّلاَمَةِ قَائِلاً: أَيُّهَا الرِّجَالُ، أَنْتُمْ إِخْوَةٌ. لِمَاذَا تَظْلِمُونَ بَعْضُكُمْ بَعْضًا.
ἡμέρᾳ τῇ ; ἐπιούσῃ ὤφθη αὐτοῖς καὶ μαχομένοις συνήλασεν; αὐτοὺς εἰς εἰρήνην εἰπών· ἄνδρες, ὑμεῖς· ἀδελφοί ; ἐστε ἱνατί ἀδικεῖτε ἀλλήλους;
فَالَّذِي كَانَ يَظْلِمُ قَرِيبَهُ دَفَعَهُ قَائِلاً: مَنْ أَقَامَكَ رَئِيسًا وَقَاضِيًا عَلَيْنَا.
ὁ ; δὲ ἀδικῶν τὸν ; πλησίον ἀπώσατο ; αὐτὸν εἰπών· τίς κατέστησεν ; σε ἄρχοντα καὶ ; δικαστὴν ἐφ᾽ ; ἡμᾶς
فَقَالَ بُولُسُ: أَنَا وَاقِفٌ لَدَى كُرْسِيِّ وِلاَيَةِ قَيْصَرَ حَيْثُ يَنْبَغِي أَنْ أُحَاكَمَ. أَنَا لَمْ أَظْلِمِ الْيَهُودَ كَمَا تَعْلَمُ أَنْتَ أَيْضًا جَيِّدًا.
εἶπεν ; δὲ ὁ ; Παῦλος· εἰμι, ἑστώς ἐπὶ τοῦ ; βήματος Καίσαρος οὗ δεῖ κρίνεσθαι. με οὐδὲν ἠδίκησα, Ἰουδαίους ὡς ἐπιγινώσκεις· σὺ καὶ κάλλιον
لأَنِّي إِنْ كُنْتُ آثِمًا، أَوْ صَنَعْتُ شَيْئًا يَسْتَحِقُّ الْمَوْتَ، فَلَسْتُ أَسْتَعْفِي مِنَ الْمَوْتِ. وَلكِنْ إِنْ لَمْ يَكُنْ شَيْءٌ مِمَّا يَشْتَكِي عَلَيَّ هؤُلاَءِ، فَلَيْسَ أَحَدٌ يَسْتَطِيعُ أَنْ يُسَلِّمَنِي لَهُمْ. إِلَى قَيْصَرَ أَنَا رَافِعٌ دَعْوَايَ..
γὰρ εἰ ; μὲν ; ἀδικῶ καὶ πέπραχά τι, ἄξιον θανάτου οὐ παραιτοῦμαι ἀποθανεῖν· δὲ εἰ οὐδέν ; ἐστιν ὧν κατηγοροῦσίν μου, οὗτοι οὐδείς δύναται χαρίσασθαι. ; με αὐτοῖς Καίσαρα ἐπικαλοῦμαι.¶
فَالآنَ فِيكُمْ عَيْبٌ مُطْلَقًا، لأَنَّ عِنْدَكُمْ مُحَاكَمَاتٍ بَعْضِكُمْ مَعَ بَعْضٍ. لِمَاذَا لاَ تُظْلَمُونَ بِالْحَرِيِّ. لِمَاذَا لاَ تُسْلَبُونَ بِالْحَرِيِّ.
ἤδη ; μὲν ; οὖν ἐν ; ὑμῖν ; ἐστιν ἥττημα ὅλως ὅτι ἔχετε κρίματα μεθ᾽ ; ἑαυτῶν. διὰ ; τί οὐχὶ ἀδικεῖσθε; μᾶλλον διὰ ; τί οὐχὶ ἀποστερεῖσθε; μᾶλλον
لكِنْ أَنْتُمْ تَظْلِمُونَ وَتَسْلُبُونَ، وَذلِكَ لِلإِخْوَةِ.
ἀλλ᾽ ὑμεῖς ἀδικεῖτε καὶ ; ἀποστερεῖτε, καὶ ; ταῦτα ἀδελφούς.
اِقْبَلُونَا. لَمْ نَظْلِمْ أَحَدًا. لَمْ نُفْسِدْ أَحَدًا. لَمْ نَطْمَعْ فِي أَحَدٍ.
Χωρήσατε ; ἡμᾶς· οὐδένα ἠδικήσαμεν, οὐδένα ἐφθείραμεν, οὐδένα ἐπλεονεκτήσαμεν.
إِذًا وَإِنْ كُنْتُ قَدْ كَتَبْتُ إِلَيْكُمْ، فَلَيْسَ لأَجْلِ الْمُذْنِبِ وَلاَ لأَجْلِ الْمُذْنَبِ إِلَيْهِ، بَلْ لِكَيْ يَظْهَرَ لَكُمْ أَمَامَ اللهِ اجْتِهَادُنَا لأَجْلِكُمْ.
ἄρα εἰ ἔγραψα ὑμῖν, οὐχ ἕνεκεν τοῦ ; ἀδικήσαντος οὐδὲ ἕνεκεν τοῦ ; ἀδικηθέντος, ἀλλ᾽ ἕνεκεν τοῦ ; φανερωθῆναι πρὸς ; ὑμᾶς ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ. τὴν ; σπουδὴν ; τὴν ; ὑπὲρ ; ἡμῶν ὑμῶν
إِذًا وَإِنْ كُنْتُ قَدْ كَتَبْتُ إِلَيْكُمْ، فَلَيْسَ لأَجْلِ الْمُذْنِبِ وَلاَ لأَجْلِ الْمُذْنَبِ إِلَيْهِ، بَلْ لِكَيْ يَظْهَرَ لَكُمْ أَمَامَ اللهِ اجْتِهَادُنَا لأَجْلِكُمْ.
ἄρα εἰ ἔγραψα ὑμῖν, οὐχ ἕνεκεν τοῦ ; ἀδικήσαντος οὐδὲ ἕνεκεν τοῦ ; ἀδικηθέντος, ἀλλ᾽ ἕνεκεν τοῦ ; φανερωθῆναι πρὸς ; ὑμᾶς ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ. τὴν ; σπουδὴν ; τὴν ; ὑπὲρ ; ἡμῶν ὑμῶν
أَتَضَرَّعُ إِلَيْكُمْ أَيُّهَا الإِخْوَةُ، كُونُوا كَمَا أَنَا لأَنِّي أَنَا كَمَا أَنْتُمْ. لَمْ تَظْلِمُونِي شَيْئًا.
δέομαι ὑμῶν· Ἀδελφοί, Γίνεσθε ὡς ἐγώ, ὅτι κἀγὼ ὡς ὑμεῖς.¶ οὐδέν ; με ; ἠδικήσατε.
وَأَمَّا الظَّالِمُ فَسَينَالُ مَا ظَلَمَ بِهِ، وَلَيْسَ مُحَابَاةٌ.
δὲ ἀδικῶν κομίσεται ὃ ἠδίκησεν καὶ ; οὐκ ; ἔστιν προσωπολημψία.¶
وَأَمَّا الظَّالِمُ فَسَينَالُ مَا ظَلَمَ بِهِ، وَلَيْسَ مُحَابَاةٌ.
δὲ ἀδικῶν κομίσεται ὃ ἠδίκησεν καὶ ; οὐκ ; ἔστιν προσωπολημψία.¶
مَنْ لَهُ أُذُنٌ فَلْيَسْمَعْ مَا يَقُولُهُ الرُّوحُ لِلْكَنَائِسِ. مَنْ يَغْلِبُ فَلاَ يُؤْذِيهِ الْمَوْتُ الثَّانِي.
ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί λέγει τὸ ; πνεῦμα ταῖς ; ἐκκλησίαις· ὁ νικῶν οὐ ; μὴ ἀδικηθῇ ἐκ ; τοῦ ; θανάτου τοῦ ; δευτέρου.¶
وَسَمِعْتُ صَوْتًا فِي وَسَطِ الأَرْبَعَةِ الْحَيَوَانَاتِ قَائِلاً: ثُمْنِيَّةُ قَمْحٍ بِدِينَارٍ، وَثَلاَثُ ثَمَانِيِّ شَعِيرٍ بِدِينَارٍ. وَأَمَّا الزَّيْتُ وَالْخَمْرُ فَلاَ تَضُرَّهُمَا.
καὶ ; ἤκουσα φωνὴν ἐν μέσῳ τῶν ; τεσσάρων ζῴων λέγουσαν· χοῖνιξ σίτου δηναρίου καὶ ; τρεῖς χοίνικες κριθῆς δηναρίου, καὶ τὸ ; ἔλαιον καὶ ; τὸν ; οἶνον μὴ ἀδικήσῃς.¶
وَرَأَيْتُ مَلاَكًا آخَرَ طَالِعًا مِنْ مَشْرِقِ الشَّمْسِ مَعَهُ خَتْمُ اللهِ الْحَيِّ، فَنَادَى بِصَوْتٍ عَظِيمٍ إِلَى الْمَلاَئِكَةِ الأَرْبَعَةِ، الَّذِينَ أُعْطُوا أَنْ يَضُرُّوا الأَرْضَ وَالْبَحْرَ،
Καὶ ; εἶδον ἄγγελον ἄλλον ἀναβάντα ἀπὸ ἀνατολῆς ἡλίου ἔχοντα σφραγῖδα θεοῦ ζῶντος. καὶ ; ἔκραξεν φωνῇ μεγάλῃ τοῖς ἀγγέλοις τέσσαρσιν οἷς ἐδόθη ; αὐτοῖς ἀδικῆσαι τὴν ; γῆν καὶ ; τὴν ; θάλασσαν
قَائِلاً: لاَ تَضُرُّوا الأَرْضَ وَلاَ الْبَحْرَ وَلاَ الأَشْجَارَ، حَتَّى نَخْتِمَ عَبِيدَ إِلهِنَا عَلَى جِبَاهِهِمْ.
λέγων· μὴ ἀδικήσητε τὴν ; γῆν μήτε τὴν ; θάλασσαν μήτε τὰ ; δένδρα ἄχρι ; οὗ σφραγίζωμεν τοὺς ; δούλους τοῦ ; θεοῦ ; ἡμῶν ἐπὶ τῶν ; μετώπων ; αὐτῶν.¶
وَقِيلَ لَهُ أَنْ لاَ يَضُرَّ عُشْبَ الأَرْضِ، وَلاَ شَيْئًا أَخْضَرَ وَلاَ شَجَرَةً مَا، إِلاَّ النَّاسَ فَقَطِ الَّذِينَ لَيْسَ لَهُمْ خَتْمُ اللهِ عَلَى جِبَاهِهِمْ.
καὶ ; ἐρρέθη αὐταῖς ἵνα μὴ ἀδικήσωσιν τὸν ; χόρτον τῆς ; γῆς οὐδὲ πᾶν χλωρὸν οὐδὲ δένδρον, πᾶν εἰ ; μὴ τοὺς ; ἀνθρώπους μόνους οἵτινες οὐκ ἔχουσιν τὴν ; σφραγῖδα τοῦ ; θεοῦ ἐπὶ τῶν ; μετώπων ; αὐτῶν.
وَلَهَا أَذْنَابٌ شِبْهُ الْعَقَارِبِ، وَكَانَتْ فِي أَذْنَابِهَا حُمَاتٌ، وَسُلْطَانُهَا أَنْ تُؤْذِيَ النَّاسَ خَمْسَةَ أَشْهُرٍ.
καὶ ; ἔχουσιν οὐρὰς ὁμοίας σκορπίοις καὶ ; ἦν, καὶ ; ἐν ταῖς ; οὐραῖς ; αὐτῶν κέντρα καὶ ; ἡ ; ἐξουσία ; αὐτῶν ἀδικῆσαι τοὺς ; ἀνθρώπους πέντε. μῆνας
فَإِنَّ سُلْطَانَهَا هُوَ فِي أَفْوَاهِهَا وَفِي أَذْنَابِهَا، لأَنَّ أَذْنَابَهَا شِبْهُ الْحَيَّاتِ، وَلَهَا رُؤُوسٌ وَبِهَا تَضُرُّ.
γὰρ αἱ; ἐξουσίαι; αὐτῶν ἐν ; εἰσιν τῷ ; στόματι ; αὐτῶν καὶ ; ἐν τῷ ; οὐραῖς ; αὐτῶν. γὰρ ταῖς ; οὐραὶ ; αὐτῶν ὅμοιαι ὄφεσιν ἔχουσαι κεφαλὰς καὶ ; ἐν ; αὐταῖς ἀδικοῦσιν.
وَإِنْ كَانَ أَحَدٌ يُرِيدُ أَنْ يُؤْذِيَهُمَا، تَخْرُجُ نَارٌ مِنْ فَمِهِمَا وَتَأْكُلُ أَعْدَاءَهُمَا. وَإِنْ كَانَ أَحَدٌ يُرِيدُ أَنْ يُؤْذِيَهُمَا، فَهكَذَا لاَ بُدَّ أَنَّهُ يُقْتَلُ.
καὶ ; εἴ τις θέλῃ αὐτοὺς ; ἀδικῆσαι, ἐκπορεύεται πῦρ ἐκ τοῦ ; στόματος ; αὐτῶν καὶ ; κατεσθίει τοὺς ; ἐχθροὺς ; αὐτῶν· καὶ ; εἴ τις θελήσῃ αὐτοὺς ; ἀδικῆσαι, οὕτως δεῖ αὐτὸν ἀποκτανθῆναι.
وَإِنْ كَانَ أَحَدٌ يُرِيدُ أَنْ يُؤْذِيَهُمَا، تَخْرُجُ نَارٌ مِنْ فَمِهِمَا وَتَأْكُلُ أَعْدَاءَهُمَا. وَإِنْ كَانَ أَحَدٌ يُرِيدُ أَنْ يُؤْذِيَهُمَا، فَهكَذَا لاَ بُدَّ أَنَّهُ يُقْتَلُ.
καὶ ; εἴ τις θέλῃ αὐτοὺς ; ἀδικῆσαι, ἐκπορεύεται πῦρ ἐκ τοῦ ; στόματος ; αὐτῶν καὶ ; κατεσθίει τοὺς ; ἐχθροὺς ; αὐτῶν· καὶ ; εἴ τις θελήσῃ αὐτοὺς ; ἀδικῆσαι, οὕτως δεῖ αὐτὸν ἀποκτανθῆναι.
مَنْ يَظْلِمْ فَلْيَظْلِمْ بَعْدُ. وَمَنْ هُوَ نَجِسٌ فَلْيَتَنَجَّسْ بَعْدُ. وَمَنْ هُوَ بَارٌّ فَلْيَتَبَرَّرْ بَعْدُ. وَمَنْ هُوَ مُقَدَّسٌ فَلْيَتَقَدَّسْ بَعْدُ.
ὁ ; ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι, καὶ ; ὁ ῥυπῶν ῥυπωσάτω ἔτι, καὶ ; ὁ δίκαιος δικαιωθήτω ἔτι· καὶ ; ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι.
مَنْ يَظْلِمْ فَلْيَظْلِمْ بَعْدُ. وَمَنْ هُوَ نَجِسٌ فَلْيَتَنَجَّسْ بَعْدُ. وَمَنْ هُوَ بَارٌّ فَلْيَتَبَرَّرْ بَعْدُ. وَمَنْ هُوَ مُقَدَّسٌ فَلْيَتَقَدَّسْ بَعْدُ.
ὁ ; ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι, καὶ ; ὁ ῥυπῶν ῥυπωσάτω ἔτι, καὶ ; ὁ δίκαιος δικαιωθήτω ἔτι· καὶ ; ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι.