ك
إصحاح
G815
G816. atenízō
G817
المعنى المختصر للكلمة
atenízō: to gaze intently
اللفظ الأصلي ἀτενίζω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق atenízō (at-en-id-zo)
تكرار الورود في الكتاب 12 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to gaze intently

الإنجليزية — KJV Translation Tags
behold earnestly (stedfastly) fasten (eyes) look (earnestly, stedfastly, up stedfastly) set eyes

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀτενίσας (3×) ἀτενίσαι (2×) ἀτενίζοντες (2×) ὃς ; ἀτενίσας (1×) ἀτενίζετε (1×) καὶ ; ἀτενίσασα (1×) καὶ ; ἀτενίσας (1×) καὶ ; ἀτενίσαντες (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (12 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
ثُمَّ طَوَى السِّفْرَ وَسَلَّمَهُ إِلَى الْخَادِمِ، وَجَلَسَ. وَجَمِيعُ الَّذِينَ فِي الْمَجْمَعِ كَانَتْ عُيُونُهُمْ شَاخِصَةً إِلَيْهِ.
καὶ πτύξας τὸ ; βιβλίον ἀποδοὺς τῷ ὑπηρέτῃ ἐκάθισεν, καὶ ; πάντων ἐν τῇ ; συναγωγῇ ἦσαν οἱ ; ὀφθαλμοὶ ἀτενίζοντες αὐτῷ.
فَرَأَتْهُ جَارِيَةٌ جَالِسًا عِنْدَ النَّارِ فَتَفَرَّسَتْ فيهِ وَقَالَتْ: وَهذَا كَانَ مَعَهُ..
ἰδοῦσα ; δὲ ; αὐτὸν παιδίσκη ; τις καθήμενον πρὸς τὸ ; φῶς καὶ ; ἀτενίσασα αὐτῷ εἶπεν· καὶ ; οὗτος ἦν. σὺν ; αὐτῷ
وَفِيمَا كَانُوا يَشْخَصُونَ إِلَى السَّمَاءِ وَهُوَ مُنْطَلِقٌ، إِذَا رَجُلاَنِ قَدْ وَقَفَا بِهِمْ بِلِبَاسٍ أَبْيَضَ،
καὶ ; ὡς ἦσαν ἀτενίζοντες εἰς τὸν ; οὐρανὸν αὐτοῦ, πορευομένου καὶ ; ἰδοὺ ἄνδρες ; δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ; ἐσθῆτι λευκῇ
فَلَمَّا رَأَى بُطْرُسُ أَجَابَ الشَّعْبَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِسْرَائِيلِيُّونَ، مَا بَالُكُمْ تَتَعَجَّبُونَ مِنْ هذَا. وَلِمَاذَا تَشْخَصُونَ إِلَيْنَا، كَأَنَّنَا بِقُوَّتِنَا أَوْ تَقْوَانَا قَدْ جَعَلْنَا هذَا يَمْشِي.
ἰδὼν ; δὲ Πέτρος ἀπεκρίνατο πρὸς ; τὸν ; λαόν· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, τί θαυμάζετε ἐπὶ τούτῳ, ἢ ; τί ἀτενίζετε ἡμῖν ὡς ἰδίᾳ ; δυνάμει ἢ εὐσεβείᾳ πεποιηκόσιν τοῦ ; αὐτόν; περιπατεῖν
فَشَخَصَ إِلَيْهِ جَمِيعُ الْجَالِسِينَ فِي الْمَجْمَعِ، وَرَأَوْا وَجْهَهُ كَأَنَّهُ وَجْهُ مَلاَكٍ.
καὶ ; ἀτενίσαντες εἰς ; αὐτὸν ἅπαντες οἱ ; καθεζόμενοι ἐν τῷ ; συνεδρίῳ, εἶδον τὸ ; πρόσωπον ; αὐτοῦ ὡσεὶ πρόσωπον ἀγγέλου.¶
وَأَمَّا هُوَ فَشَخَصَ إِلَى السَّمَاءِ وَهُوَ مُمْتَلِئٌ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، فَرَأَى مَجْدَ اللهِ، وَيَسُوعَ قَائِمًا عَنْ يَمِينِ اللهِ.
δὲ ἀτενίσας εἰς τὸν ; οὐρανὸν Ὑπάρχων πλήρης πνεύματος ἁγίου, εἶδεν δόξαν θεοῦ καὶ ; Ἰησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ ; θεοῦ
فَلَمَّا شَخَصَ إِلَيْهِ وَدَخَلَهُ الْخَوْفُ، قَالَ: مَاذَا يَا سَيِّدُ. فَقَالَ لَهُ: صَلَوَاتُكَ وَصَدَقَاتُكَ صَعِدَتْ تَذْكَارًا أَمَامَ اللهِ.
δὲ ἀτενίσας αὐτῷ καὶ ; γενόμενος ἔμφοβος ὁ ; εἶπεν· τί ; ἐστιν, κύριε; εἶπεν ; δὲ αὐτῷ· αἱ ; προσευχαί ; σου καὶ ; αἱ ; ἐλεημοσύναι ; σου ἀνέβησαν εἰς ; μνημόσυνον ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ.
فَتَفَرَّسْتُ فِيهِ مُتَأَمِّلاً، فَرَأَيْتُ دَوَابَّ الأَرْضِ وَالْوُحُوشَ وَالزَّحَّافَاتِ وَطُيُورَ السَّمَاءِ.
ἀτενίσας εἰς ; ἣν κατενόουν εἶδον ; τὰ τετράποδα τῆς ; γῆς καὶ ; τὰ ; θηρία καὶ ; τὰ ; ἑρπετὰ καὶ ; τὰ ; πετεινὰ τοῦ ; οὐρανοῦ.
وَأَمَّا شَاوُلُ، الَّذِي هُوَ بُولُسُ أَيْضًا، فَامْتَلأَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ وَشَخَصَ إِلَيْهِ
δὲ Σαῦλος ὁ Παῦλος καὶ πλησθεὶς πνεύματος ἁγίου καὶ ; ἀτενίσας εἰς ; αὐτὸν
هذَا كَانَ يَسْمَعُ بُولُسَ يَتَكَلَّمُ، فَشَخَصَ إِلَيْهِ، وَإِذْ رَأَى أَنَّ لَهُ إِيمَانًا لِيُشْفَى،
οὗτος ἤκουεν τοῦ ; Παύλου λαλοῦντος, ὃς ; ἀτενίσας αὐτῷ καὶ ἰδὼν ὅτι ἔχει πίστιν τοῦ ; σωθῆναι,
ثُمَّ إِنْ كَانَتْ خِدْمَةُ الْمَوْتِ، الْمَنْقُوشَةُ بِأَحْرُفٍ فِي حِجَارَةٍ، قَدْ حَصَلَتْ فِي مَجْدٍ، حَتَّى لَمْ يَقْدِرْ بَنُو إِسْرَائِيلَ أَنْ يَنْظُرُوا إِلَى وَجْهِ مُوسَى لِسَبَبِ مَجْدِ وَجْهِهِ الزَّائِلِ،
δὲ εἰ ἡ ; διακονία τοῦ ; θανάτου ἐντετυπωμένη ἐν ; γράμμασιν ἐν λίθοις ἐγενήθη ἐν δόξῃ, ὥστε μὴ δύνασθαι τοὺς ; υἱοὺς Ἰσραὴλ ἀτενίσαι εἰς τὸ ; πρόσωπον Μωϋσέως διὰ τὴν ; δόξαν τοῦ ; προσώπου ; αὐτοῦ τὴν ; καταργουμένην,
وَلَيْسَ كَمَا كَانَ مُوسَى يَضَعُ بُرْقُعًا عَلَى وَجْهِهِ لِكَيْ لاَ يَنْظُرَ بَنُو إِسْرَائِيلَ إِلَى نِهَايَةِ الزَّائِلِ.
καὶ ; οὐ καθάπερ Μωϋσῆς ἐτίθει κάλυμμα ἐπὶ τὸ ; πρόσωπον ; ἑαυτοῦ πρὸς μὴ ἀτενίσαι τοὺς ; υἱοὺς Ἰσραὴλ εἰς τὸ ; τέλος τοῦ ; καταργουμένου·