ك
إصحاح
G5556
G5557. chrysós
G5558
المعنى المختصر للكلمة
chrysós: gold
اللفظ الأصلي χρυσός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق chrysós (khroo-sos)
تكرار الورود في الكتاب 12 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 gold
2 by extension, a golden article, as an ornament or coin
الإنجليزية — KJV Translation Tags
gold

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

χρυσῷ (3×) χρυσὸν (2×) ὁ ; χρυσὸς (1×) ἐν ; χρυσῷ (1×) ἐν ; τῷ ; χρυσῷ (1×) χρυσῷ, (1×) χρυσόν, (1×) χρυσοῦ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (12 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَأَتَوْا إِلَى الْبَيْتِ، وَرَأَوْا الصَّبِيَّ مَعَ مَرْيَمَ أُمِّهِ. فَخَرُّوا وَسَجَدُوا لَهُ. ثُمَّ فَتَحُوا كُنُوزَهُمْ وَقَدَّمُوا لَهُ هَدَايَا: ذَهَبًا وَلُبَانًا وَمُرًّا.
καὶ ; ἐλθόντες εἰς τὴν ; οἰκίαν εὗρον τὸ ; παιδίον μετὰ Μαρίας τῆς ; μητρὸς ; αὐτοῦ, καὶ ; πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ, καὶ ἀνοίξαντες τοὺς ; θησαυροὺς ; αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ ; λίβανον καὶ ; σμύρναν.
لاَ تَقْتَنُوا ذَهَبًا وَلاَ فِضَّةً وَلاَ نُحَاسًا فِي مَنَاطِقِكُمْ،
Μὴ κτήσησθε χρυσὸν μηδὲ ἄργυρον μηδὲ χαλκὸν εἰς τὰς ; ζώνας ; ὑμῶν,
متى 23: 16 Mat.23.16
وَيْلٌ لَكُمْ أَيُّهَا الْقَادَةُ الْعُمْيَانُ. الْقَائِلُونَ: مَنْ حَلَفَ بِالْهَيْكَلِ فَلَيْسَ بِشَيْءٍ، وَلكِنْ مَنْ حَلَفَ بِذَهَب الْهَيْكَلِ يَلْتَزِمُ.
Οὐαὶ ὑμῖν, ὁδηγοὶ τυφλοὶ οἱ ; λέγοντες· ὃς ; ἂν ὀμόσῃ ἐν ; τῷ ; ναῷ, οὐδέν ; ἐστιν· δ᾽ ὃς ; ἂν ὀμόσῃ ἐν ; τῷ ; χρυσῷ τοῦ ; ναοῦ, ὀφείλει.
متى 23: 17 Mat.23.17
أَيُّهَا الْجُهَّالُ وَالْعُمْيَانُ. أَيُّمَا أَعْظَمُ: أَلذَّهَبُ أَمِ الْهَيْكَلُ الَّذِي يُقَدِّسُ الذَّهَبَ.
μωροὶ καὶ ; τυφλοί, τίς ; γὰρ μείζων ; ἐστίν, ὁ ; χρυσὸς ἢ ὁ ; ναὸς ὁ ἁγιάζων τὸν ; χρυσόν;
متى 23: 17 Mat.23.17
أَيُّهَا الْجُهَّالُ وَالْعُمْيَانُ. أَيُّمَا أَعْظَمُ: أَلذَّهَبُ أَمِ الْهَيْكَلُ الَّذِي يُقَدِّسُ الذَّهَبَ.
μωροὶ καὶ ; τυφλοί, τίς ; γὰρ μείζων ; ἐστίν, ὁ ; χρυσὸς ἢ ὁ ; ναὸς ὁ ἁγιάζων τὸν ; χρυσόν;
فَإِذْ نَحْنُ ذُرِّيَّةُ اللهِ، لاَ يَنْبَغِي أَنْ نَظُنَّ أَنَّ اللاَّهُوتَ شَبِيهٌ بِذَهَبٍ أَوْ فِضَّةٍ أَوْ حَجَرِ نَقْشِ صِنَاعَةِ وَاخْتِرَاعِ إِنْسَانٍ.
οὖν ὑπάρχοντες γένος τοῦ ; θεοῦ οὐκ ὀφείλομεν νομίζειν τὸ ; θεῖον εἶναι ; ὅμοιον. χρυσῷ ἢ ἀργύρῳ ἢ λίθῳ, χαράγματι τέχνης καὶ ; ἐνθυμήσεως ἀνθρώπου,
وَلكِنْ إِنْ كَانَ أَحَدُ يَبْنِي عَلَى هذَا الأَسَاسِ: ذَهَبًا، فِضَّةً، حِجَارَةً كَرِيمَةً، خَشَبًا، عُشْبًا، قَشًّا،
δέ εἰ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τοῦτον τὸν ; θεμέλιον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην,
وَكَذلِكَ أَنَّ النِّسَاءَ يُزَيِّنَّ ذَوَاتِهِنَّ بِلِبَاسِ الْحِشْمَةِ، مَعَ وَرَعٍ وَتَعَقُّل، لاَ بِضَفَائِرَ أَوْ ذَهَبٍ أَوْ لآلِئَ أَوْ مَلاَبِسَ كَثِيرَةِ الثَّمَنِ،
ὡσαύτως ; καὶ τὰς ; γυναῖκας κοσμεῖν ἑαυτάς, ἐν ; καταστολῇ κοσμίῳ μετὰ αἰδοῦς καὶ ; σωφροσύνης μὴ ἐν ; πλέγμασιν ἢ χρυσῷ ἢ μαργαρίταις ἢ ἱματισμῷ πολυτελεῖ,
وَشَكْلُ الْجَرَادِ شِبْهُ خَيْل مُهَيَّأَةٍ لِلْحَرْبِ، وَعَلَى رُؤُوسِهَا كَأَكَالِيلَ شِبْهِ الذَّهَبِ، وَوُجُوهُهَا كَوُجُوهِ النَّاسِ.
καὶ ; τὰ ; ὁμοιώματα τῶν ; ἀκρίδων ὅμοια ἵπποις ἡτοιμασμένοις εἰς ; πόλεμον, καὶ ; ἐπὶ τὰς ; κεφαλὰς ; αὐτῶν ὡς ; στέφανοι ὅμοιοι χρυσῷ, καὶ ; τὰ ; πρόσωπα ; αὐτῶν ὡς ; πρόσωπα ἀνθρώπων.
وَالْمَرْأَةُ كَانَتْ مُتَسَرْبِلَةً بِأُرْجُوانٍ وَقِرْمِزٍ، وَمُتَحَلِّيَةً بِذَهَبٍ وَحِجَارَةٍ كَرِيمَةٍ وَلُؤْلُؤٍ، وَمَعَهَا كَأْسٌ مِنْ ذَهَبٍ فِي يَدِهَا مَمْلُوَّةٌ رَجَاسَاتٍ وَنَجَاسَاتِ زِنَاهَا،
καὶ ; ἡ ; γυνὴ ἦν περιβεβλημένη πορφύρᾳ καὶ ; κόκκινῳ καὶ ; κεχρυσωμένη χρυσῷ καὶ ; λίθῳ τιμίῳ καὶ ; μαργαρίταις, ἔχουσα ποτήριον χρυσοῦν ἐν χειρὶ ; αὐτῆς γέμον βδελυγμάτων καὶ ; τὰ ; ἀκάθαρτητος τῆς ; πορνείας ; αὐτῆς.
بَضَائِعَ مِنَ الذَّهَبِ وَالْفِضَّةِ وَالْحَجَرِ الْكَرِيمِ وَاللُّؤْلُؤِ وَالْبَزِّ وَالأُرْجُوانِ وَالْحَرِيرِ وَالْقِرْمِزِ، وَكُلَّ عُودٍ ثِينِيٍّ، وَكُلَّ إِنَاءٍ مِنَ الْعَاجِ، وَكُلَّ إِنَاءٍ مِنْ أَثْمَنِ الْخَشَبِ وَالنُّحَاسِ وَالْحَدِيدِ وَالْمَرْمَرِ،
γόμον χρυσοῦ καὶ ; ἀργύρου καὶ ; λίθου τιμίου καὶ ; μαργαρίτου καὶ ; βύσσου καὶ ; πορφύρας καὶ ; σιρικοῦ καὶ ; κοκκίνου καὶ ; πᾶν ξύλον θύϊνον καὶ ; πᾶν σκεῦος ἐλεφάντινον καὶ ; πᾶν σκεῦος ἐκ ; τιμιωτάτου ξύλου καὶ ; χαλκοῦ καὶ ; σιδήρου καὶ ; μαρμάρου
وَيَقُولُونَ: وَيْلٌ. وَيْلٌ. الْمَدِينَةُ الْعَظِيمَةُ الْمُتَسَرْبِلَةُ بِبَزّ وَأُرْجُوانٍ وَقِرْمِزٍ، وَالْمُتَحَلِّيَةُ بِذَهَبٍ وَحَجَرٍ كَرِيمٍ وَلُؤْلُؤٍ.
καὶ ; λέγοντες· οὐαὶ οὐαὶ ἡ ; πόλις ἡ ; μεγάλη, ἡ ; περιβεβλημένη βύσσινον καὶ ; πορφυροῦν καὶ ; κόκκινον καὶ ; κεχρυσωμένη ἐν ; χρυσῷ καὶ ; λίθῳ τιμίῳ μαργαρίταις; καὶ