ك
إصحاح
G5500
G5501. cheírōn
G5502
المعنى المختصر للكلمة
cheírōn: from an obsolete equivalent (of uncertain derivation)
اللفظ الأصلي χείρων
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق cheírōn (khi-rone)
تكرار الورود في الكتاب 11 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 from an obsolete equivalent (of uncertain derivation)
2 more evil or aggravated (physically, mentally or morally)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
sorer worse

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

χείρονα (3×) χεῖρον (2×) χεῖρόν (1×) χείρων. (1×) χείρων (1×) χείρονος (1×) τὸ ; ἐλθοῦσα, ; χεῖρον (1×) τὸ ; χεῖρον (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (11 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لَيْسَ أَحَدٌ يَجْعَلُ رُقْعَةً مِنْ قِطْعَةٍ جَدِيدَةٍ عَلَى ثَوْبٍ عَتِيق، لأَنَّ الْمِلْءَ يَأْخُذُ مِنَ الثَّوْبِ، فَيَصِيرُ الْخَرْقُ أَرْدَأَ.
οὐδεὶς ; δὲ ἐπιβάλλει ἐπίβλημα ῥάκους ἀγνάφου ἐπὶ ἱματίῳ παλαιῷ· γὰρ τὸ ; πλήρωμα ; αὐτοῦ αἴρει ἀπὸ τοῦ ; ἱματίου, καὶ ; γίνεται. σχίσμα χεῖρον
متى 12: 45 Mat.12.45
ثُمَّ يَذْهَبُ وَيَأْخُذُ مَعَهُ سَبْعَةَ أَرْوَاحٍ أُخَرَ أَشَرَّ مِنْهُ، فَتَدْخُلُ وَتَسْكُنُ هُنَاكَ، فَتَصِيرُ أَوَاخِرُ ذلِكَ الإِنْسَانِ أَشَرَّ مِنْ أَوَائِلِهِ. هكَذَا يَكُونُ أَيْضًا لِهذَا الْجِيلِ الشَّرِّيرِ.
τότε πορεύεται καὶ ; παραλαμβάνει μεθ᾽ ; ἑαυτοῦ ἑπτὰ πνεύματα ἕτερα πονηρότερα ἑαυτοῦ, καὶ ; εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ· καὶ ; γίνεται τὰ ; ἔσχατα ἐκείνου τοῦ ; ἀνθρώπου χείρονα τῶν ; πρώτων. οὕτως ἔσται καὶ ταύτῃ τῇ ; γενεᾷ τῇ ; πονηρᾷ.¶
متى 27: 64 Mat.27.64
فَمُرْ بِضَبْطِ الْقَبْرِ إِلَى الْيَوْمِ الثَّالِثِ، لِئَلاَّ يَأْتِيَ تَلاَمِيذُهُ لَيْلاً وَيَسْرِقُوهُ، وَيَقُولُوا لِلشَّعْبِ: إِنَّهُ قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ، فَتَكُونَ الضَّلاَلَةُ الأَخِيرَةُ أَشَرَّ مِنَ الأُولَى.
κέλευσον ; οὖν ἀσφαλισθῆναι τὸν ; τάφον ἕως τῆς ; ἡμέρας, τρίτης μήποτε ἐλθόντες οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ νυκτὸς κλέψωσιν ; αὐτὸν εἴπωσιν ; καὶ τῷ ; λαῷ· ἠγέρθη ἀπὸ τῶν ; νεκρῶν. καὶ ; ἔσται πλάνη ; ἡ ἐσχάτη χείρων τῆς πρώτης.¶
لَيْسَ أَحَدٌ يَخِيطُ رُقْعَةً مِنْ قِطْعَةٍ جَدِيدَةٍ عَلَى ثَوْبٍ عَتِيق، وَإِلاَّ فَالْمِلْءُ الْجَدِيدُ يَأْخُذُ مِنَ الْعَتِيقِ فَيَصِيرُ الْخَرْقُ أَرْدَأَ.
Καὶ ; οὐδεὶς ἐπιράπτει ἐπίβλημα ῥάκους ἀγνάφου ἐπὶ ἱματίῳ παλαιῷ εἰ ; δὲ ; μή, τὸ ; πλήρωμα αὐτοῦ ; τὸ ; καινὸν αἴρει τοῦ παλαιοῦ, καὶ ; γίνεται.¶ σχίσμα χεῖρον
وَقَدْ تَأَلَّمَتْ كَثِيرًا مِنْ أَطِبَّاءَ كَثِيرِينَ، وَأَنْفَقَتْ كُلَّ مَا عِنْدَهَا وَلَمْ تَنْتَفِعْ شَيْئًا، بَلْ صَارَتْ إِلَى حَال أَرْدَأَ.
καὶ παθοῦσα πολλὰ ὑπὸ ἰατρῶν πολλῶν δαπανήσασα ; καὶ πάντα παρ᾽ ; ἑαυτῆς καὶ ; μηδὲν ὠφεληθεῖσα ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὸ ; ἐλθοῦσα, ; χεῖρον
ثُمَّ يَذْهَبُ وَيَأْخُذُ سَبْعَةَ أَرْوَاحٍ أُخَرَ أَشَرَّ مِنْهُ، فَتَدْخُلُ وَتَسْكُنُ هُنَاكَ، فَتَصِيرُ أَوَاخِرُ ذلِكَ الإِنْسَانِ أَشَرَّ مِنْ أَوَائِلِهِ..
τότε πορεύεται καὶ ; παραλαμβάνει ἑπτά, πνεύματα ἕτερα πονηρότερα ἑαυτοῦ καὶ ; εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ· καὶ ; γίνεται τὰ ; ἔσχατα τοῦ ; ἐκείνου ἀνθρώπου χείρονα τῶν πρώτων.¶
بَعْدَ ذلِكَ وَجَدَهُ يَسُوعُ فِي الْهَيْكَلِ وَقَالَ لَهُ: هَا أَنْتَ قَدْ بَرِئْتَ، فَلاَ تُخْطِئْ أَيْضًا، لِئَلاَّ يَكُونَ لَكَ أَشَرُّ.
μετὰ ταῦτα εὑρίσκει ; αὐτὸν ὁ ; Ἰησοῦς ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ἴδε γέγονας· ὑγιὴς μηκέτι ; ἁμάρτανε ἵνα ; μὴ τι ; γένηται. σοί χεῖρόν
وَإِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يَعْتَنِي بِخَاصَّتِهِ، وَلاَ سِيَّمَا أَهْلُ بَيْتِهِ، فَقَدْ أَنْكَرَ الإِيمَانَ، وَهُوَ شَرٌّ مِنْ غَيْرِ الْمُؤْمِنِ.
Εἰ ; δέ τις οὐ προνοεῖται τῶν ; ἰδίων καὶ ; μάλιστα τῶν ; οἰκείων ἤρνηται τὴν ; πίστιν καὶ ; ἔστιν χείρων. ἀπίστου
وَلكِنَّ النَّاسَ الأَشْرَارَ الْمُزَوِّرِينَ سَيَتَقَدَّمُونَ إِلَى أَرْدَأَ، مُضِلِّينَ وَمُضَلِّينَ.
δὲ ἄνθρωποι πονηροὶ γόητες προκόψουσιν ἐπὶ τὸ ; χεῖρον πλανῶντες πλανώμενοι. ; καὶ
فَكَمْ عِقَابًا أَشَرَّ تَظُنُّونَ أَنَّهُ يُحْسَبُ مُسْتَحِقًّا مَنْ دَاسَ ابْنَ اللهِ، وَحَسِبَ دَمَ الْعَهْدِ الَّذِي قُدِّسَ بِهِ دَنِسًا، وَازْدَرَى بِرُوحِ النِّعْمَةِ.
πόσῳ, τιμωρίας χείρονος δοκεῖτε, ἀξιωθήσεται ὁ καταπατήσας τὸν ; υἱὸν τοῦ ; θεοῦ καὶ ; ἡγησάμενος τὸ ; αἷμα τῆς ; διαθήκης ᾧ ἡγιάσθη ἐν κοινὸν καὶ ; ἐνυβρίσας; τὸ ; πνεῦμα τῆς ; χάριτος
لأَنَّهُ إِذَا كَانُوا، بَعْدَمَا هَرَبُوا مِنْ نَجَاسَاتِ الْعَالَمِ، بِمَعْرِفَةِ الرَّبِّ وَالْمُخَلِّصِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ، يَرْتَبِكُونَ أَيْضًا فِيهَا، فَيَنْغَلِبُونَ، فَقَدْ صَارَتْ لَهُمُ الأَوَاخِرُ أَشَرَّ مِنَ الأَوَائِلِ.
γὰρ εἰ ἀποφυγόντες μιάσματα τοῦ ; κόσμου ἐν ; ἐπιγνώσει τοῦ ; κυρίου καὶ ; σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐμπλακέντες πάλιν τούτοις ἡττῶνται, γέγονεν αὐτοῖς τὰ ; ἔσχατα χείρονα τῶν ; πρώτων.