ك
إصحاح
G5292
G5293. hypotássō
G5294
المعنى المختصر للكلمة
hypotássō: to subordinate
اللفظ الأصلي ὑποτάσσω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hypotássō (hoop-ot-as-so)
تكرار الورود في الكتاب 38 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 to subordinate
2 reflexively, to obey
الإنجليزية — KJV Translation Tags
be under obedience (obedient) put under subdue unto (be, make) subject (to, unto) be (put) in subjection (to, under) submit self unto

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὑποτάσσεσθαι, (3×) ὑποτασσόμενοι (3×) ὑπέταξεν (2×) ὑποτάσσεται· (2×) ὑποτάσσεται (2×) ὑποτάσσεσθε (2×) ὑποτασσόμεναι (2×) ὑπέταξας (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (38 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
ثُمَّ نَزَلَ مَعَهُمَا وَجَاءَ إِلَى النَّاصِرَةِ وَكَانَ خَاضِعًا لَهُمَا. وَكَانَتْ أُمُّهُ تَحْفَظُ جَمِيعَ هذِهِ الأُمُورِ فِي قَلْبِهَا.
καὶ κατέβη μετ᾽ ; αὐτῶν καὶ ; ἦλθεν εἰς Ναζαρὲθ καὶ ; ἦν ὑποτασσόμενος αὐτοῖς. καὶ ἡ ; μήτηρ ; αὐτοῦ διετήρει πάντα ταῦτα τὰ ; ῥήματα ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτῆς.¶
فَرَجَعَ السَّبْعُونَ بِفَرَحٍ قَائِلِينَ: يَا رَبُّ، حَتَّى الشَّيَاطِينُ تَخْضَعُ لَنَا بِاسْمِكَ..
Ὑπέστρεψαν ; δὲ οἱ ; ἑβδομήκοντα μετὰ ; χαρᾶς λέγοντες· κύριε, καὶ τὰ ; δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἐν ; τῷ ; ὀνόματί ; σου.
وَلكِنْ لاَ تَفْرَحُوا بِهذَا: أَنَّ الأَرْوَاحَ تَخْضَعُ لَكُمْ، بَلِ افْرَحُوا بِالْحَرِيِّ أَنَّ أَسْمَاءَكُمْ كُتِبَتْ فِي السَّمَاوَاتِ.
πλὴν μὴ χαίρετε ἐν ; τούτῳ ὅτι τὰ ; πνεύματα ὑποτάσσεται· ὑμῖν δὲ χαίρετε μᾶλλον ὅτι τὰ ; ὀνόματα ; ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς.¶
لأَنَّ اهْتِمَامَ الْجَسَدِ هُوَ عَدَاوَةٌ ِللهِ، إِذْ لَيْسَ هُوَ خَاضِعًا لِنَامُوسِ اللهِ، لأَنَّهُ أَيْضًا لاَ يَسْتَطِيعُ.
διότι τὸ ; φρόνημα τῆς ; σαρκὸς ἔχθρα εἰς ; θεόν· γὰρ οὐχ ὑποτάσσεται, τῷ ; νόμῳ τοῦ ; θεοῦ γὰρ οὐδὲ δύναται·
إِذْ أُخْضِعَتِ الْخَلِيقَةُ لِلْبُطْلِ لَيْسَ طَوْعًا، بَلْ مِنْ أَجْلِ الَّذِي أَخْضَعَهَا عَلَى الرَّجَاءِ.
γὰρ ὑπετάγη, ἡ ; κτίσις τῇ ; ματαιότητι οὐχ ἑκοῦσα ἀλλὰ διὰ τὸν ὑποτάξαντα, ἐφ᾽ ἑλπίδι
إِذْ أُخْضِعَتِ الْخَلِيقَةُ لِلْبُطْلِ لَيْسَ طَوْعًا، بَلْ مِنْ أَجْلِ الَّذِي أَخْضَعَهَا عَلَى الرَّجَاءِ.
γὰρ ὑπετάγη, ἡ ; κτίσις τῇ ; ματαιότητι οὐχ ἑκοῦσα ἀλλὰ διὰ τὸν ὑποτάξαντα, ἐφ᾽ ἑλπίδι
لأَنَّهُمْ إِذْ كَانُوا يَجْهَلُونَ بِرَّ اللهِ، وَيَطْلُبُونَ أَنْ يُثْبِتُوا بِرَّ أَنْفُسِهِمْ لَمْ يُخْضَعُوا لِبِرِّ اللهِ.
γὰρ ἀγνοοῦντες τὴν ; δικαιοσύνην τοῦ ; θεοῦ καὶ ; ζητοῦντες στῆσαι τὴν ; δικαιοσύνην ἰδίαν οὐχ ὑπετάγησαν.¶ τῇ ; δικαιοσύνῃ τοῦ ; θεοῦ
لِتَخْضَعْ كُلُّ نَفْسٍ لِلسَّلاَطِينِ الْفَائِقَةِ، لأَنَّهُ لَيْسَ سُلْطَانٌ إِلاَّ اللهِ، وَالسَّلاَطِينُ الْكَائِنَةُ هِيَ مُرَتَّبَةٌ مِنَ اللهِ،
ὑποτασσέσθω. Πᾶσα ψυχὴ ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις γὰρ οὐ ἐξουσία εἰ ; μὴ θεοῦ, δὲ ; ἐξουσίαι οὖσαι εἰσίν. τεταγμέναι ὑπὸ τοῦ ; θεοῦ
لِذلِكَ يَلْزَمُ أَنْ يُخْضَعَ لَهُ، لَيْسَ بِسَبَبِ الْغَضَبِ فَقَطْ، بَلْ أَيْضًا بِسَبَبِ الضَّمِيرِ.
διὸ ἀνάγκη ὑποτάσσεσθαι, οὐ διὰ τὴν ; ὀργὴν μόνον ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ; συνείδησιν.
وَأَرْوَاحُ الأَنْبِيَاءِ خَاضِعَةٌ لِلأَنْبِيَاءِ.
καὶ ; πνεύματα προφητῶν ὑποτάσσεται· προφήταις
لِتَصْمُتْ نِسَاؤُكُمْ فِي الْكَنَائِسِ، لأَنَّهُ لَيْسَ مَأْذُونًا لَهُنَّ أَنْ يَتَكَلَّمْنَ، بَلْ يَخْضَعْنَ كَمَا يَقُولُ النَّامُوسُ أَيْضًا.
σιγάτωσαν· Αἱ ; γυναῖκες ; ὑμῶν ἐν ταῖς ; ἐκκλησίαις γὰρ οὐ ἐπιτέτραπται αὐταῖς λαλεῖν, ἀλλ᾽ ὑποτάσσεσθαι καθὼς λέγει. ὁ ; νόμος καὶ
لأَنَّهُ أَخْضَعَ كُلَّ شَيْءٍ تَحْتَ قَدَمَيْهِ. وَلكِنْ حِينَمَا يَقُولُ: إِنَّ كُلَّ شَيْءٍ قَدْ أُخْضِعَ فَوَاضِحٌ أَنَّهُ غَيْرُ الَّذِي أَخْضَعَ لَهُ الْكُلَّ.
γὰρ ὑπέταξεν πάντα ὑπὸ τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ· δὲ ὅταν εἴπῃ ὅτι πάντα ὑποτέτακται, δῆλον ὅτι ἐκτὸς τοῦ ὑποτάξαντος αὐτῷ τὰ ; πάντα·
لأَنَّهُ أَخْضَعَ كُلَّ شَيْءٍ تَحْتَ قَدَمَيْهِ. وَلكِنْ حِينَمَا يَقُولُ: إِنَّ كُلَّ شَيْءٍ قَدْ أُخْضِعَ فَوَاضِحٌ أَنَّهُ غَيْرُ الَّذِي أَخْضَعَ لَهُ الْكُلَّ.
γὰρ ὑπέταξεν πάντα ὑπὸ τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ· δὲ ὅταν εἴπῃ ὅτι πάντα ὑποτέτακται, δῆλον ὅτι ἐκτὸς τοῦ ὑποτάξαντος αὐτῷ τὰ ; πάντα·
لأَنَّهُ أَخْضَعَ كُلَّ شَيْءٍ تَحْتَ قَدَمَيْهِ. وَلكِنْ حِينَمَا يَقُولُ: إِنَّ كُلَّ شَيْءٍ قَدْ أُخْضِعَ فَوَاضِحٌ أَنَّهُ غَيْرُ الَّذِي أَخْضَعَ لَهُ الْكُلَّ.
γὰρ ὑπέταξεν πάντα ὑπὸ τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ· δὲ ὅταν εἴπῃ ὅτι πάντα ὑποτέτακται, δῆλον ὅτι ἐκτὸς τοῦ ὑποτάξαντος αὐτῷ τὰ ; πάντα·
وَمَتَى أُخْضِعَ لَهُ الْكُلُّ، فَحِينَئِذٍ الابْنُ نَفْسُهُ أَيْضًا سَيَخْضَعُ لِلَّذِي أَخْضَعَ لَهُ الْكُلَّ، كَيْ يَكُونَ اللهُ الْكُلَّ فِي الْكُلِّ.
δὲ ; ὅταν ὑποταγῇ αὐτῷ τὰ ; πάντα, τότε ὁ ; υἱὸς αὐτὸς καὶ ὑποταγήσεται τῷ ὑποτάξαντι αὐτῷ τὰ ; πάντα, ἵνα ᾖ ὁ ; θεὸς τὰ ; πάντα ἐν πᾶσιν.¶
وَمَتَى أُخْضِعَ لَهُ الْكُلُّ، فَحِينَئِذٍ الابْنُ نَفْسُهُ أَيْضًا سَيَخْضَعُ لِلَّذِي أَخْضَعَ لَهُ الْكُلَّ، كَيْ يَكُونَ اللهُ الْكُلَّ فِي الْكُلِّ.
δὲ ; ὅταν ὑποταγῇ αὐτῷ τὰ ; πάντα, τότε ὁ ; υἱὸς αὐτὸς καὶ ὑποταγήσεται τῷ ὑποτάξαντι αὐτῷ τὰ ; πάντα, ἵνα ᾖ ὁ ; θεὸς τὰ ; πάντα ἐν πᾶσιν.¶
وَمَتَى أُخْضِعَ لَهُ الْكُلُّ، فَحِينَئِذٍ الابْنُ نَفْسُهُ أَيْضًا سَيَخْضَعُ لِلَّذِي أَخْضَعَ لَهُ الْكُلَّ، كَيْ يَكُونَ اللهُ الْكُلَّ فِي الْكُلِّ.
δὲ ; ὅταν ὑποταγῇ αὐτῷ τὰ ; πάντα, τότε ὁ ; υἱὸς αὐτὸς καὶ ὑποταγήσεται τῷ ὑποτάξαντι αὐτῷ τὰ ; πάντα, ἵνα ᾖ ὁ ; θεὸς τὰ ; πάντα ἐν πᾶσιν.¶
كَيْ تَخْضَعُوا أَنْتُمْ أَيْضًا لِمِثْلِ هؤُلاَءِ، وَكُلِّ مَنْ يَعْمَلُ مَعَهُمْ وَيَتْعَبُ.
ἵνα ὑποτάσσησθε ὑμεῖς καὶ τοῖς ; τοιούτοις καὶ ; παντὶ τῷ συνεργοῦντι καὶ ; κοπιῶντι.¶
وَأَخْضَعَ كُلَّ شَيْءٍ تَحْتَ قَدَمَيْهِ، وَإِيَّاهُ جَعَلَ رَأْسًا فَوْقَ كُلِّ شَيْءٍ لِلْكَنِيسَةِ،
καὶ ; ὑπέταξεν πάντα ὑπὸ τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ καὶ ; αὐτὸν ἔδωκεν κεφαλὴν ὑπὲρ πάντα τῇ ; ἐκκλησίᾳ
خَاضِعِينَ بَعْضُكُمْ لِبَعْضٍ فِي خَوْفِ اللهِ.
ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις ἐν φόβῳ Θεοῦ
أَيُّهَا النِّسَاءُ اخْضَعْنَ لِرِجَالِكُنَّ كَمَا لِلرَّبِّ،
Αἱ γυναῖκες, ὑποτάσσεσθε τοῖς ; ἰδίοις ; ἀνδράσιν ὡς τῷ ; κυρίῳ·
وَلكِنْ كَمَا تَخْضَعُ الْكَنِيسَةُ لِلْمَسِيحِ، كَذلِكَ النِّسَاءُ لِرِجَالِهِنَّ فِي كُلِّ شَيْءٍ.
ἀλλ᾽ ὡσπερ ὑποτάσσεται ἡ ; ἐκκλησία τῷ ; Χριστῷ οὕτως ; καὶ αἱ ; γυναῖκες τοῖς ; ἰδίοις ; ἀνδράσιν ἐν παντί.¶
الَّذِي سَيُغَيِّرُ جَسَدِ تَوَاضُعِنَا لِيَكُونَ عَلَى صُورَةِ جَسَدِ مَجْدِهِ، بِحَسَبِ عَمَلِ اسْتِطَاعَتِهِ أَنْ يُخْضِعَ لِنَفْسِهِ كُلَّ شَيْءٍ.
ὃς μετασχηματίσει τὸ ; σῶμα τῆς ; ταπεινώσεως γενέσθαι σύμμορφον τῷ ; σώματι τῆς ; δόξης ; αὐτοῦ κατὰ τὴν ; ἐνέργειαν τοῦ ; δύνασθαι ; αὐτὸν ὑποτάξαι αὐτὸ τὰ ; πάντα.¶
أَيَّتُهَا النِّسَاءُ، اخْضَعْنَ لِرِجَالِكُنَّ كَمَا يَلِيقُ فِي الرَّبِّ.
Αἱ γυναῖκες, ὑποτάσσεσθε τοῖς ; ἰδίοις ; ἀνδράσιν ὡς ; ἀνῆκεν ἐν κυρίῳ.¶
مُتَعَقِّلاَتٍ، عَفِيفَاتٍ، مُلاَزِمَاتٍ بُيُوتَهُنَّ، صَالِحَاتٍ، خَاضِعَاتٍ لِرِجَالِهِنَّ، لِكَيْ لاَ يُجَدَّفَ عَلَى كَلِمَةِ اللهِ.
σώφρονας, ἁγνάς, οἰκουρούς ἀγαθάς, ὑποτασσομένας τοῖς ; ἰδίοις ; ἀνδράσιν, ἵνα μὴ βλασφημῆται.¶ ὁ ; λόγος τοῦ ; θεοῦ
وَالْعَبِيدَ أَنْ يَخْضَعُوا لِسَادَتِهِمْ، وَيُرْضُوهُمْ فِي كُلِّ شَيْءٍ، غَيْرَ مُنَاقِضِينَ،
Δούλους ὑποτάσσεσθαι, ἰδίοις ; δεσπόταις εὐαρέστους ἐν πᾶσιν μὴ ἀντιλέγοντας,
ذَكِّرْهُمْ أَنْ يَخْضَعُوا لِلرِّيَاسَاتِ وَالسَّلاَطِينِ، وَيُطِيعُوا، وَيَكُونُوا مُسْتَعِدِّينَ لِكُلِّ عَمَل صَالِحٍ،
Ὑπομίμνῃσκε ; αὐτοὺς ὑποτάσσεσθαι, ἀρχαῖς καὶ ; ἐξουσίαις πειθαρχεῖν, εἶναι, ἑτοίμους πρὸς ; πᾶν ἔργον ἀγαθὸν
فَإِنَّهُ لِمَلاَئِكَةٍ لَمْ يُخْضِعِ الْعَالَمَ الْعَتِيدَ الَّذِي نَتَكَلَّمُ عَنْهُ.
γὰρ ἀγγέλοις οὐ ὑπέταξεν τὴν ; οἰκουμένην τὴν ; μέλλουσαν περὶ ; ἧς λαλοῦμεν·
أَخْضَعْتَ كُلَّ شَيْءٍ تَحْتَ قَدَمَيْهِ. لأَنَّهُ إِذْ أَخْضَعَ الْكُلَّ لَهُ لَمْ يَتْرُكْ شَيْئًا غَيْرَ خَاضِعٍ لَهُ. عَلَى أَنَّنَا الآنَ لَسْنَا نَرَى الْكُلَّ مُخْضَعًا لَهُ.
ὑπέταξας πάντα ὑποκάτω τῶν ; ποδῶν ; αὐτοῦ. γὰρ ἐν ; τῷ ; ὑποτάξαι τὰ ; πάντα αὐτῷ οὐδὲν ; ἀφῆκεν ἀνυπότακτον· αὐτῷ δὲ νῦν οὔπω ὁρῶμεν τὰ ; πάντα ὑποτεταγμένα. αὐτῷ
أَخْضَعْتَ كُلَّ شَيْءٍ تَحْتَ قَدَمَيْهِ. لأَنَّهُ إِذْ أَخْضَعَ الْكُلَّ لَهُ لَمْ يَتْرُكْ شَيْئًا غَيْرَ خَاضِعٍ لَهُ. عَلَى أَنَّنَا الآنَ لَسْنَا نَرَى الْكُلَّ مُخْضَعًا لَهُ.
ὑπέταξας πάντα ὑποκάτω τῶν ; ποδῶν ; αὐτοῦ. γὰρ ἐν ; τῷ ; ὑποτάξαι τὰ ; πάντα αὐτῷ οὐδὲν ; ἀφῆκεν ἀνυπότακτον· αὐτῷ δὲ νῦν οὔπω ὁρῶμεν τὰ ; πάντα ὑποτεταγμένα. αὐτῷ