ك
إصحاح
G4415
G4416. prōtótokos
G4417
المعنى المختصر للكلمة
prōtótokos: first-born (usually as noun, literally or figuratively)
اللفظ الأصلي πρωτότοκος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق prōtótokos (pro-tot-ok-os)
تكرار الورود في الكتاب 9 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

first-born (usually as noun, literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
firstbegotten(-born)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὸν ; πρωτότοκον (2×) πρωτότοκος (2×) ὁ ; πρωτότοκος (1×) τὸν ; πρωτότοκον, (1×) τὰ ; πρωτότοκα (1×) πρωτότοκον (1×) πρωτοτόκων (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (9 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَلَمْ يَعْرِفْهَا حَتَّى وَلَدَتِ ابْنَهَا الْبِكْرَ. وَدَعَا اسْمَهُ يَسُوعَ.
καὶ ; οὐκ ἐγίνωσκεν ; αὐτὴν ἕως οὗ ; ἔτεκεν τὸν ; υἱόν ; αὐτῆς τὸν ; πρωτότοκον, καὶ ; ἐκάλεσεν τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ Ἰησοῦν.¶
فَوَلَدَتِ ابْنَهَا الْبِكْرَ وَقَمَّطَتْهُ وَأَضْجَعَتْهُ فِي الْمِذْوَدِ، إِذْ لَمْ يَكُنْ لَهُمَا مَوْضِعٌ فِي الْمَنْزِلِ.
καὶ ; ἔτεκεν τὸν ; υἱὸν ; αὐτῆς τὸν ; πρωτότοκον καὶ ; ἐσπαργάνωσεν ; αὐτὸν καὶ ; ἀνέκλινεν ; αὐτὸν ἐν τῇ ; φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ ; καταλύματι.¶
لأَنَّ الَّذِينَ سَبَقَ فَعَرَفَهُمْ سَبَقَ فَعَيَّنَهُمْ مُشَابِهِينَ صُورَةَ ابْنِهِ، لِيَكُونَ هُوَ بِكْرًا بَيْنَ إِخْوَةٍ كَثِيرِينَ.
ὅτι οὓς προέγνω, καὶ ; προώρισεν συμμόρφους τῆς ; εἰκόνος τοῦ ; υἱοῦ ; αὐτοῦ εἶναι αὐτὸν πρωτότοκον ἐν ἀδελφοῖς· πολλοῖς
الَّذِي هُوَ صُورَةُ اللهِ غَيْرِ الْمَنْظُورِ، بِكْرُ كُلِّ خَلِيقَةٍ.
ὅς ἐστιν εἰκὼν θεοῦ ; τοῦ τοῦ ; ἀοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως·
وَهُوَ رَأْسُ الْجَسَدِ: الْكَنِيسَةِ. الَّذِي هُوَ الْبَدَاءَةُ، بِكْرٌ مِنَ الأَمْوَاتِ، لِكَيْ يَكُونَ هُوَ مُتَقَدِّمًا فِي كُلِّ شَيْءٍ.
καὶ ; αὐτός ; ἐστιν ἡ ; κεφαλὴ τοῦ ; σώματος τῆς ; ἐκκλησίας· ὅς ἐστιν ἡ ; ἀρχή, πρωτότοκος ἐκ νεκρῶν, ἵνα γένηται αὐτὸς πρωτεύων· ἐν πᾶσιν
وَأَيْضًا مَتَى أَدْخَلَ الْبِكْرَ إِلَى الْعَالَمِ يَقُولُ: وَلْتَسْجُدْ لَهُ كُلُّ مَلاَئِكَةِ اللهِ.
δὲ ; πάλιν ὅταν εἰσαγάγῃ τὸν ; πρωτότοκον εἰς τὴν ; οἰκουμένην λέγει· καὶ ; προσκυνησάτωσαν αὐτῷ πάντες ἄγγελοι θεοῦ.
بِالإِيمَانِ صَنَعَ الْفِصْحَ وَرَشَّ الدَّمَ لِئَلاَّ يَمَسَّهُمُ الَّذِي أَهْلَكَ الأَبْكَارَ.
Πίστει πεποίηκεν τὸ ; πάσχα καὶ ; τὴν ; πρόσχυσιν τοῦ ; αἵματος, ἵνα ; μὴ θίγῃ ; αὐτῶν.¶ ὁ ὀλοθρεύων τὰ ; πρωτότοκα
وَكَنِيسَةُ أَبْكَارٍ مَكْتُوبِينَ فِي السَّمَاوَاتِ، وَإِلَى اللهِ دَيَّانِ الْجَمِيعِ، وَإِلَى أَرْوَاحِ أَبْرَارٍ مُكَمَّلِينَ،
καὶ ; ἐκκλησίᾳ πρωτοτόκων ἀπογεγραμμένων ἐν οὐρανοῖς καὶ θεῷ κριτῇ πάντων καὶ πνεύμασιν δικαίων τετελειωμένων
وَمِنْ يَسُوعَ الْمَسِيحِ الشَّاهِدِ الأَمِينِ، الْبِكْرِ مِنَ الأَمْوَاتِ، وَرَئِيسِ مُلُوكِ الأَرْضِ: الَّذِي أَحَبَّنَا، وَقَدْ غَسَّلَنَا مِنْ خَطَايَانَا بِدَمِهِ،
καὶ ; ἀπὸ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ; μάρτυς ὁ ; πιστός, ὁ ; πρωτότοκος ἐκ τῶν ; νεκρῶν καὶ ; ὁ ; ἄρχων τῶν ; βασιλέων τῆς ; γῆς. τῷ ἀγαπήσαντι; ἡμᾶς καὶ λούσαντι; ἡμᾶς ἀπὸ τῶν ; ἁμαρτιῶν ; ἡμῶν ἐν ; τῷ ; αἵματι ; αὐτοῦ