ك
إصحاح
G4373
G4374. prosphérō
G4375
المعنى المختصر للكلمة
prosphérō: to bear towards, i.e. lead to, tender (especially to God), treat
اللفظ الأصلي προσφέρω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق prosphérō (pros-fer-o)
تكرار الورود في الكتاب 43 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to bear towards, i.e. lead to, tender (especially to God), treat

الإنجليزية — KJV Translation Tags
bring (to, unto) deal with do offer (unto, up) present unto put to

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

προσήνεγκεν (4×) προσηνέχθη (4×) προσήνεγκαν (3×) προσφέρειν (2×) προσηνέγκατέ (2×) προσενέγκας (2×) καὶ ; προσένεγκε (2×) ὑμῖν ; προσφέρεται (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (43 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
الَّذِي هُوَ رَمْزٌ لِلْوَقْتِ الْحَاضِرِ، الَّذِي فِيهِ تُقَدَّمُ قَرَابِينُ وَذَبَائِحُ، لاَ يُمْكِنُ مِنْ جِهَةِ الضَّمِيرِ أَنْ تُكَمِّلَ الَّذِي يَخْدِمُ،
ἥτις παραβολὴ εἰς ; τὸν ; καιρὸν τὸν ; ἐνεστηκότα, καθ᾽ ; ὃν προσφέρονται δῶρά τε ; καὶ ; θυσίαι μὴ δυνάμεναι κατὰ συνείδησιν τελειῶσαι τὸν λατρεύοντα,
فَكَمْ بِالْحَرِيِّ يَكُونُ دَمُ الْمَسِيحِ، الَّذِي بِرُوحٍ أَزَلِيٍّ قَدَّمَ نَفْسَهُ ِللهِ بِلاَ عَيْبٍ، يُطَهِّرُ ضَمَائِرَكُمْ مِنْ أَعْمَال مَيِّتَةٍ لِتَخْدِمُوا اللهَ الْحَيَّ.
πόσῳ μᾶλλον τὸ ; αἷμα τοῦ ; Χριστοῦ, ὃς διὰ ; πνεύματος αἰωνίου προσήνεγκεν ἑαυτὸν τῷ ; θεῷ, ἄμωμον καθαριεῖ τὴν ; συνείδησιν ; ὑμῶν ἀπὸ ἔργων νεκρῶν εἰς ; τὸ ; λατρεύειν θεῷ ζῶντι;¶
وَلاَ لِيُقَدِّمَ نَفْسَهُ مِرَارًا كَثِيرَةً، كَمَا يَدْخُلُ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ إِلَى الأَقْدَاسِ كُلَّ سَنَةٍ بِدَمِ آخَرَ.
οὐδ᾽ ἵνα ; προσφέρῃ ἑαυτόν, πολλάκις ὥσπερ εἰσέρχεται ὁ ; ἀρχιερεὺς εἰς τὰ ; ἅγια κατ᾽ ἐνιαυτὸν ἐν ; αἵματι ἀλλοτρίῳ·
هكَذَا الْمَسِيحُ أَيْضًا، بَعْدَمَا قُدِّمَ مَرَّةً لِكَيْ يَحْمِلَ خَطَايَا كَثِيرِينَ، سَيَظْهَرُ ثَانِيَةً بِلاَ خَطِيَّةٍ لِلْخَلاَصِ لِلَّذِينَ يَنْتَظِرُونَهُ.
οὕτως ὁ ; Χριστὸς καὶ προσενεχθεὶς ἅπαξ εἰς ἀνενεγκεῖν ἁμαρτίας πολλῶν ὀφθήσεται δευτέρου χωρὶς ἁμαρτίας εἰς ; σωτηρίαν.¶ τοῖς αὐτὸν ; ἀπεκδεχομένοις
لأَنَّ النَّامُوسَ، إِذْ لَهُ ظِلُّ الْخَيْرَاتِ الْعَتِيدَةِ لاَ نَفْسُ صُورَةِ الأَشْيَاءِ، لاَ يَقْدِرُ أَبَدًا بِنَفْسِ الذَّبَائِحِ كُلَّ سَنَةٍ، الَّتِي يُقَدِّمُونَهَا عَلَى الدَّوَامِ، أَنْ يُكَمِّلَ الَّذِينَ يَتَقَدَّمُونَ.
γὰρ ὁ ; νόμος ἔχων Σκιὰν τῶν ; ἀγαθῶν, μελλόντων οὐκ αὐτὴν τὴν ; εἰκόνα τῶν ; πραγμάτων, οὐδέποτε ; δύναται ταῖς ; αὐταῖς θυσίαις κατ᾽ ἐνιαυτὸν ἃς προσφέρουσιν εἰς τὸ ; διηνεκὲς τελειῶσαι· τοὺς προσερχομένους
وَإِلاَّ، أَفَمَا زَالَتْ تُقَدَّمُ. مِنْ أَجْلِ أَنَّ الْخَادِمِينَ، وَهُمْ مُطَهَّرُونَ مَرَّةً، لاَ يَكُونُ لَهُمْ أَيْضًا ضَمِيرُ خَطَايَا.
ἐπεὶ οὐκ ; ἂν ἐπαύσαντο προσφερόμεναι διὰ τοὺς ; λατρεύοντας κεκαθαρμένους ἅπαξ τὸ ; μηδεμίαν ; ἔχειν ἔτι συνείδησιν ἁμαρτιῶν
إِذْ يَقُولُ آنِفًا: إِنَّكَ ذَبِيحَةً وَقُرْبَانًا وَمُحْرَقَاتٍ وَذَبَائِحَ لِلْخَطِيَّةِ لَمْ تُرِدْ وَلاَ سُرِرْتَ بِهَا. الَّتِي تُقَدَّمُ حَسَبَ النَّامُوسِ.
λέγων ἀνώτερον ὅτι Θυσίαν καὶ ; προσφορὰν καὶ ; ὁλοκαυτώματα καὶ ; περὶ ; ἁμαρτίας οὐκ ἠθέλησας οὐδὲ εὐδόκησας, αἵτινες προσφέρονται, κατὰ τόν ; νόμον
وَكُلُّ كَاهِنٍ يَقُومُ كُلَّ يَوْمٍ يَخْدِمُ وَيُقَدِّمُ مِرَارًا كَثِيرَةً الذَّبَائِحَ عَيْنَهَا، الَّتِي لاَ تَسْتَطِيعُ الْبَتَّةَ أَنْ تَنْزِعَ الْخَطِيَّةَ.
Καὶ ; πᾶς ; μὲν ἱερεὺς ἕστηκεν καθ᾽ ἡμέραν λειτουργῶν καὶ ; προσφέρων πολλάκις θυσίας, τὰς ; αὐτὰς αἵτινες οὐδέποτε ; δύνανται περιελεῖν ἁμαρτίας·
وَأَمَّا هذَا فَبَعْدَمَا قَدَّمَ عَنِ الْخَطَايَا ذَبِيحَةً وَاحِدَةً، جَلَسَ إِلَى الأَبَدِ عَنْ يَمِينِ اللهِ،
δὲ αὐτὸς προσενέγκας ὑπὲρ ἁμαρτιῶν θυσίαν μίαν ἐκάθισεν εἰς τὸ ; διηνεκὲς ἐν δεξιᾷ τοῦ ; θεοῦ,
بِالإِيمَانِ قَدَّمَ هَابِيلُ ِللهِ ذَبِيحَةً أَفْضَلَ مِنْ قَايِينَ. فَبِهِ شُهِدَ لَهُ أَنَّهُ بَارٌّ، إِذْ شَهِدَ اللهُ لِقَرَابِينِهِ. وَبِهِ، وَإِنْ مَاتَ، يَتَكَلَّمْ بَعْدُ.
Πίστει προσήνεγκεν Ἅβελ τῷ ; θεῷ, θυσίαν πλείονα παρὰ Κάϊν δι᾽ ; ἧς ἐμαρτυρήθη εἶναι δίκαιος μαρτυροῦντος τοῦ ; θεοῦ· ἐπὶ ; τοῖς ; δώροις ; αὐτοῦ καὶ ; δι᾽ ; αὐτῆς ἀποθανὼν λαλεῖται ἔτι
بِالإِيمَانِ قَدَّمَ إِبْرَاهِيمُ إِسْحَاقَ وَهُوَ مُجَرَّبٌ. قَدَّمَ الَّذِي قَبِلَ الْمَوَاعِيدَ، وَحِيدَهُ
Πίστει προσενήνοχεν Ἀβραὰμ τὸν ; Ἰσαὰκ πειραζόμενος, προσέφερεν ὁ ἀναδεξάμενος, τὰς ; ἐπαγγελίας καὶ ; τὸν ; μονογενῆ
بِالإِيمَانِ قَدَّمَ إِبْرَاهِيمُ إِسْحَاقَ وَهُوَ مُجَرَّبٌ. قَدَّمَ الَّذِي قَبِلَ الْمَوَاعِيدَ، وَحِيدَهُ
Πίστει προσενήνοχεν Ἀβραὰμ τὸν ; Ἰσαὰκ πειραζόμενος, προσέφερεν ὁ ἀναδεξάμενος, τὰς ; ἐπαγγελίας καὶ ; τὸν ; μονογενῆ
إِنْ كُنْتُمْ تَحْتَمِلُونَ التَّأْدِيبَ يُعَامِلُكُمُ اللهُ كَالْبَنِينَ. فَأَيُّ ابْنٍ لاَ يُؤَدِّبُهُ أَبُوهُ.
εἰς ὑπομένετε, παιδείαν ὑμῖν ; προσφέρεται ὁ ; θεός· ὡς ; υἱοῖς τίς ; γὰρ ; ἐστιν υἱὸς ὃν ; οὐ παιδεύει πατήρ;