المعنى المختصر للكلمة
peirázō:
to test (objectively), i.e. endeavor, scrutinize, entice,
discipline
اللفظ الأصلي
πειράζω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
peirázō
(pi-rad-zo)
تكرار الورود في الكتاب
29
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
to test (objectively), i.e. endeavor, scrutinize, entice, discipline
الإنجليزية — KJV Translation Tags
assay
examine
go about
prove
tempt(-er)
try
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
πειραζόμενος (3×)
ὁ ; πειράζων (2×)
πειράσαι (2×)
πειράζοντες (2×)
πειράζετε (2×)
πειρασθῆναι (2×)
ὅτι ; πειράζομαι· (1×)
ἐπείρασεν (1×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (29 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 4: 1
Mat.4.1
ثُمَّ أُصْعِدَ يَسُوعُ إِلَى الْبَرِّيَّةِ مِنَ الرُّوحِ لِيُجَرَّبَ مِنْ إِبْلِيسَ.
Τότε ἀνήχθη ὁ ; Ἰησοῦς εἰς τὴν ; ἔρημον ὑπὸ τοῦ ; πνεύματος πειρασθῆναι ὑπὸ διαβόλου. ; τοῦ
متى 4: 3
Mat.4.3
فَتَقَدَّمَ إِلَيْهِ الْمُجَرِّبُ وَقَالَ لَهُ: إِنْ كُنْتَ ابْنَ اللهِ فَقُلْ أَنْ تَصِيرَ هذِهِ الْحِجَارَةُ خُبْزًا.
προσελθὼν ; καὶ ὁ ; πειράζων εἶπεν αὐτῷ· εἰ εἶ υἱὸς τοῦ ; θεοῦ, εἰπὲ ἵνα γένωνται.¶ οὗτοι οἱ ; λίθοι ἄρτοι
متى 16: 1
Mat.16.1
وَجَاءَ إِلَيْهِ الْفَرِّيسِيُّونَ وَالصَّدُّوقِيُّونَ لِيُجَرِّبُوهُ، فَسَأَلُوهُ أَنْ يُرِيَهُمْ آيَةً مِنَ السَّمَاءِ.
καὶ ; προσελθόντες οἱ ; Φαρισαῖοι καὶ ; Σαδδουκαῖοι, πειράζοντες ἐπηρώτησαν ; αὐτὸν αὐτοῖς.¶ ; ἐπιδεῖξαι σημεῖον ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ
متى 22: 18
Mat.22.18
فَعَلِمَ يَسُوعُ خُبْثَهُمْ وَقَالَ: لِمَاذَا تُجَرِّبُونَنِي يَا مُرَاؤُونَ.
Γνοὺς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς τὴν ; πονηρίαν ; αὐτῶν εἶπεν· τί με ; πειράζετε, ὑποκριταί;
مرقس 1: 13
Mrk.1.13
وَكَانَ هُنَاكَ فِي الْبَرِّيَّةِ أَرْبَعِينَ يَوْمًا يُجَرَّبُ مِنَ الشَّيْطَانِ. وَكَانَ مَعَ الْوُحُوشِ. وَصَارَتِ الْمَلاَئِكَةُ تَخْدِمُهُ.
καὶ ; ἦν ἐκεῖ ἐν τῇ ; ἐρήμῳ τεσσεράκοντα ἡμέρας πειραζόμενος ὑπὸ τοῦ ; σατανᾶ καὶ ; ἦν μετὰ τῶν ; θηρίων· καὶ οἱ ; ἄγγελοι διηκόνουν ; αὐτῷ.¶
مرقس 12: 15
Mrk.12.15
فَعَلِمَ رِيَاءَهُمْ، وَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا تُجَرِّبُونَنِي. اِيتُونِي بِدِينَارٍ لأَنْظُرَهُ.
Ὁ ; δὲ ; εἰδὼς αὐτῶν ; τὴν ; ὑπόκρισιν εἶπεν αὐτοῖς· τί με ; πειράζετε; φέρετέ ; μοι δηνάριον ἵνα ; ἴδω.
لوقا 4: 2
Luk.4.2
أَرْبَعِينَ يَوْمًا يُجَرَّبُ مِنْ إِبْلِيسَ. وَلَمْ يَأْكُلْ شَيْئًا فِي تِلْكَ الأَيَّامِ. وَلَمَّا تَمَّتْ جَاعَ أَخِيرًا.
τεσσεράκοντα ἡμέρας πειραζόμενος ὑπὸ τοῦ ; διαβόλου. καὶ ; οὐκ ἔφαγεν οὐδὲν ἐν ἐκείναις, ταῖς ; ἡμέραις καὶ συντελεσθεισῶν ; αὐτῶν ἐπείνασεν. ὕστερον
لوقا 11: 16
Luk.11.16
وَآخَرُونَ طَلَبُوا مِنْهُ آيَةً مِنَ السَّمَاءِ يُجَرِّبُونَهُ.
Ἕτεροι ; δὲ ἐζήτουν παρ᾽ ; αὐτοῦ. σημεῖον ἐξ οὐρανοῦ πειράζοντες
لوقا 20: 23
Luk.20.23
فَشَعَرَ بِمَكْرِهِمْ وَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا تُجَرِّبُونَنِي.
κατανοήσας ; δὲ αὐτῶν ; τὴν ; πανουργίαν εἶπεν πρὸς ; αὐτούς τί με ; πειράζετε·
أعمال الرسل 5: 9
Act.5.9
فَقَالَ لَهَا بُطْرُسُ: مَا بَالُكُمَا اتَّفَقْتُمَا عَلَى تَجْرِبَةِ رُوحِ الرَّبِّ. هُوَذَا أَرْجُلُ الَّذِينَ دَفَنُوا رَجُلَكِ عَلَى الْبَابِ، وَسَيَحْمِلُونَكِ خَارِجًا.
δὲ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτήν· ὁ ; Πέτρος τί ; ὅτι συνεφωνήθη ; ὑμῖν πειράσαι τὸ ; πνεῦμα κυρίου; ἰδοὺ οἱ ; πόδες τῶν θαψάντων τὸν ; ἄνδρα ; σου ἐπὶ τῇ ; θύρᾳ σε. ; ἐξοίσουσίν ; καὶ
أعمال الرسل 15: 10
Act.15.10
فَالآنَ لِمَاذَا تُجَرِّبُونَ اللهَ بِوَضْعِ نِيرٍ عَلَى عُنُقِ التَّلاَمِيذِ لَمْ يَسْتَطِعْ آبَاؤُنَا وَلاَ نَحْنُ أَنْ نَحْمِلَهُ.
νῦν ; οὖν τί πειράζετε τὸν ; θεὸν ἐπιθεῖναι ζυγὸν ἐπὶ τὸν ; τράχηλον τῶν ; μαθητῶν, ὃν ; οὔτε ἰσχύσαμεν οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν οὔτε ἡμεῖς βαστάσαι;
أعمال الرسل 16: 7
Act.16.7
فَلَمَّا أَتَوْا إِلَى مِيسِيَّا حَاوَلُوا أَنْ يَذْهَبُوا إِلَى بِثِينِيَّةَ، فَلَمْ يَدَعْهُمُ الرُّوحُ.
δὲ ἐλθόντες κατὰ τὴν ; Μυσίαν ἐπείραζον πορεύεσθαι κατὰ τὴν ; Βιθυνίαν καὶ ; οὐκ εἴασεν ; αὐτοὺς τὸ ; πνεῦμα
أعمال الرسل 24: 6
Act.24.6
وَقَدْ شَرَعَ أَنْ يُنَجِّسَ الْهَيْكَلَ أَيْضًا، أَمْسَكْنَاهُ وَأَرَدْنَا أَنْ نَحْكُمَ عَلَيْهِ حَسَبَ نَامُوسِنَا.
ὃς ἐπείρασεν βεβηλῶσαι, τὸ ; ἱερὸν καὶ ὃν ; καὶ ; ἐκρατήσαμεν ἠθελήσαμεν κρίνειν. κατὰ τὸν ; ἡμέτερον ; νόμον
كورنثوس الأولى 10: 9
1Co.10.9
وَلاَ نُجَرِّبِ الْمَسِيحَ كَمَا جَرَّبَ أَيْضًا أُنَاسٌ مِنْهُمْ، فَأَهْلَكَتْهُمُ الْحَيَّاتُ.
μηδὲ ἐκπειράζωμεν τὸν ; Χριστόν καθώς ἐπείρασαν, καί τινες αὐτῶν καὶ ; ἀπώλοντο ὑπὸ ; τῶν ; ὄφεων
كورنثوس الأولى 10: 13
1Co.10.13
لَمْ تُصِبْكُمْ تَجْرِبَةٌ إِلاَّ بَشَرِيَّةٌ. وَلكِنَّ اللهَ أَمِينٌ، الَّذِي لاَ يَدَعُكُمْ تُجَرَّبُونَ فَوْقَ مَا تَسْتَطِيعُونَ، بَلْ سَيَجْعَلُ مَعَ التَّجْرِبَةِ أَيْضًا الْمَنْفَذَ، لِتَسْتَطِيعُوا أَنْ تَحْتَمِلُوا.
οὐκ ὑμᾶς ; εἴληφεν πειρασμὸς εἰ ; μὴ ἀνθρώπινος· δὲ ὁ ; θεός, πιστὸς ὃς οὐκ ἐάσει ; ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπὲρ ὃ δύνασθε, ἀλλὰ ποιήσει σὺν τῷ ; πειρασμῷ καὶ ἔκβασιν δύνασθαι ; ὑμᾶς ὑπενεγκεῖν.¶
كورنثوس الثانية 13: 5
2Co.13.5
جَرِّبُوا أَنْفُسَكُمْ، هَلْ أَنْتُمْ فِي الإِيمَانِ. امْتَحِنُوا أَنْفُسَكُمْ. أَمْ لَسْتُمْ تَعْرِفُونَ أَنْفُسَكُمْ، أَنَّ يَسُوعَ الْمَسِيحَ هُوَ فِيكُمْ، إِنْ لَمْ تَكُونُوا مَرْفُوضِينَ.
πειράζετε Ἑαυτοὺς εἰ ἐστὲ ἐν τῇ ; πίστει, δοκιμάζετε· ἑαυτοὺς ἢ οὐκ ἐπιγινώσκετε ἑαυτοὺς ὅτι Ἰησοῦς Χριστὸς ἐστίν; ἐν ; ὑμῖν εἰ ; μήτι ἐστε. ἀδόκιμοί
غلاطية 6: 1
Gal.6.1
أَيُّهَا الإِخْوَةُ، إِنِ انْسَبَقَ إِنْسَانٌ فَأُخِذَ فِي زَلَّةٍ مَا، فَأَصْلِحُوا أَنْتُمُ الرُّوحَانِيِّينَ مِثْلَ هذَا بِرُوحِ الْوَدَاعَةِ، نَاظِرًا إِلَى نَفْسِكَ لِئَلاَّ تُجَرَّبَ أَنْتَ أَيْضًا.
Ἀδελφοί, ἐὰν προλημφθῇ ἄνθρωπος ἔν παραπτώματι, τινι καταρτίζετε ὑμεῖς οἱ ; πνευματικοὶ τὸν ; τοιοῦτον ἐν ; πνεύματι πραΰτητος σκοπῶν σεαυτὸν μὴ πειρασθῇς. σὺ καὶ
تسالونيكي الأولى 3: 5
1Th.3.5
مِنْ أَجْلِ هذَا إِذْ لَمْ أَحْتَمِلْ أَيْضًا، أَرْسَلْتُ لِكَيْ أَعْرِفَ إِيمَانَكُمْ، لَعَلَّ الْمُجَرِّبَ يَكُونُ قَدْ جَرَّبَكُمْ، فَيَصِيرَ تَعَبُنَا بَاطِلاً.
διὰ τοῦτο μηκέτι στέγων κἀγὼ ἔπεμψα εἰς γνῶναι τὴν ; πίστιν ; ὑμῶν, μή ; πως ὁ ; πειράζων ἐπείρασεν ; ὑμᾶς γένηται ὁ ; κόπος ; ἡμῶν. εἰς ; κενὸν
العبرانيين 2: 18
Heb.2.18
لأَنَّهُ فِي مَا هُوَ قَدْ تَأَلَّمَ مُجَرَّبًا يَقْدِرُ أَنْ يُعِينَ الْمُجَرَّبِينَ.
γὰρ ἐν ᾧ αὐτὸς πέπονθεν πειρασθείς, δύναται βοηθῆσαι.¶ τοῖς ; πειραζομένοις
العبرانيين 2: 18
Heb.2.18
لأَنَّهُ فِي مَا هُوَ قَدْ تَأَلَّمَ مُجَرَّبًا يَقْدِرُ أَنْ يُعِينَ الْمُجَرَّبِينَ.
γὰρ ἐν ᾧ αὐτὸς πέπονθεν πειρασθείς, δύναται βοηθῆσαι.¶ τοῖς ; πειραζομένοις
العبرانيين 11: 17
Heb.11.17
بِالإِيمَانِ قَدَّمَ إِبْرَاهِيمُ إِسْحَاقَ وَهُوَ مُجَرَّبٌ. قَدَّمَ الَّذِي قَبِلَ الْمَوَاعِيدَ، وَحِيدَهُ
Πίστει προσενήνοχεν Ἀβραὰμ τὸν ; Ἰσαὰκ πειραζόμενος, προσέφερεν ὁ ἀναδεξάμενος, τὰς ; ἐπαγγελίας καὶ ; τὸν ; μονογενῆ
العبرانيين 11: 37
Heb.11.37
رُجِمُوا، نُشِرُوا، جُرِّبُوا، مَاتُوا قَتْلاً بِالسَّيْفِ، طَافُوا فِي جُلُودِ غَنَمٍ وَجُلُودِ مِعْزَى، مُعْتَازِينَ مَكْرُوبِينَ مُذَلِّينَ،
ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἀπέθανον· φόνῳ ; ἐν μαχαίρης περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν ; δέρμασιν, αἰγείοις ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι,
يعقوب 1: 13
Jas.1.13
لاَ يَقُلْ أَحَدٌ إِذَا جُرِّبَ: إِنِّي أُجَرَّبُ مِنْ قِبَلِ اللهِ، لأَنَّ اللهَ غَيْرُ مُجَرَّبٍ بِالشُّرُورِ، وَهُوَ لاَ يُجَرِّبُ أَحَدًا.
Μηδεὶς λεγέτω πειραζόμενος ὅτι ; πειράζομαι· ἀπὸ τοῦ ; θεοῦ γὰρ θεὸς ἀπείραστός ; ἐστιν κακῶν, δὲ ; αὐτὸς οὐδένα· ; πειράζει
يعقوب 1: 13
Jas.1.13
لاَ يَقُلْ أَحَدٌ إِذَا جُرِّبَ: إِنِّي أُجَرَّبُ مِنْ قِبَلِ اللهِ، لأَنَّ اللهَ غَيْرُ مُجَرَّبٍ بِالشُّرُورِ، وَهُوَ لاَ يُجَرِّبُ أَحَدًا.
Μηδεὶς λεγέτω πειραζόμενος ὅτι ; πειράζομαι· ἀπὸ τοῦ ; θεοῦ γὰρ θεὸς ἀπείραστός ; ἐστιν κακῶν, δὲ ; αὐτὸς οὐδένα· ; πειράζει
يعقوب 1: 13
Jas.1.13
لاَ يَقُلْ أَحَدٌ إِذَا جُرِّبَ: إِنِّي أُجَرَّبُ مِنْ قِبَلِ اللهِ، لأَنَّ اللهَ غَيْرُ مُجَرَّبٍ بِالشُّرُورِ، وَهُوَ لاَ يُجَرِّبُ أَحَدًا.
Μηδεὶς λεγέτω πειραζόμενος ὅτι ; πειράζομαι· ἀπὸ τοῦ ; θεοῦ γὰρ θεὸς ἀπείραστός ; ἐστιν κακῶν, δὲ ; αὐτὸς οὐδένα· ; πειράζει
يعقوب 1: 14
Jas.1.14
وَلكِنَّ كُلَّ وَاحِدٍ يُجَرَّبُ إِذَا انْجَذَبَ وَانْخَدَعَ مِنْ شَهْوَتِهِ.
δὲ ἕκαστος πειράζεται ἐξελκόμενος καὶ ; δελεαζόμενος· ὑπὸ ; τῆς ; ἰδίας ; ἐπιθυμίας
الرؤيا 2: 2
Rev.2.2
أَنَا عَارِفٌ أَعْمَالَكَ وَتَعَبَكَ وَصَبْرَكَ، وَأَنَّكَ لاَ تَقْدِرُ أَنْ تَحْتَمِلَ الأَشْرَارَ، وَقَدْ جَرَّبْتَ الْقَائِلِينَ إِنَّهُمْ رُسُلٌ وَلَيْسُوا رُسُلاً، فَوَجَدْتَهُمْ كَاذِبِينَ.
οἶδα τὰ ; ἔργα ; σου καὶ ; τὸν ; κόπον ; σου καὶ ; τὴν ; ὑπομονήν ; σου καὶ ; ὅτι οὐ δύνῃ βαστάσαι κακοὺς καὶ ἐπειράσω τοὺς ; φάσκοντας ειναι ἀποστόλους καὶ ; οὐκ εἰσίν, καὶ ; εὗρες ; αὐτοὺς ψευδεῖς.
الرؤيا 2: 10
Rev.2.10
لاَ تَخَفِ الْبَتَّةَ مِمَّا أَنْتَ عَتِيدٌ أَنْ تَتَأَلَّمَ بِهِ. هُوَذَا إِبْلِيسُ مُزْمِعٌ أَنْ يُلْقِيَ بَعْضًا مِنْكُمْ فِي السِّجْنِ لِكَيْ تُجَرَّبُوا، وَيَكُونَ لَكُمْ ضِيْقٌ عَشَرَةَ أَيَّامٍ. كُنْ أَمِينًا إِلَى الْمَوْتِ فَسَأُعْطِيكَ إِكْلِيلَ الْحَيَاةِ.
μηδὲν ; φοβοῦ ἃ μέλλεις πάσχειν· ἰδοὺ ὁ ; διάβολος μέλλει βαλεῖν ἐξ ὑμῶν εἰς φυλακὴν ἵνα πειρασθῆτε, καὶ ἕξετε θλῖψιν δέκα. ἡμερῶν γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου, καὶ ; δώσω τὸν ; στέφανον τῆς ; ζωῆς.
الرؤيا 3: 10
Rev.3.10
لأَنَّكَ حَفِظْتَ كَلِمَةَ صَبْرِي، أَنَا أَيْضًا سَأَحْفَظُكَ مِنْ سَاعَةِ التَّجْرِبَةِ الْعَتِيدَةِ أَنْ تَأْتِيَ عَلَى الْعَالَمِ كُلِّهِ لِتُجَرِّبَ السَّاكِنِينَ عَلَى الأَرْضِ.
ὅτι ἐτήρησας τὸν ; λόγον τῆς ; ὑπομονῆς ; μου, κἀγώ σε ; τηρήσω ἐκ τῆς ; ὥρας τοῦ ; πειρασμοῦ τῆς ; μελλούσης ἔρχεσθαι ἐπὶ τῆς ; οἰκουμένης ὅλης πειράσαι τοὺς ; κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς ; γῆς.