ك
إصحاح
G3884
G3885. paralytikós
G3886
المعنى المختصر للكلمة
paralytikós: as if dissolved, i.e. "paralytic"
اللفظ الأصلي παραλυτικός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق paralytikós (par-al-oo-tee-kos)
تكرار الورود في الكتاب 9 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

as if dissolved, i.e. "paralytic"

الإنجليزية — KJV Translation Tags
that had (sick of) the palsy

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τῷ ; παραλυτικῷ· (4×) παραλυτικὸν (2×) ὁ ; παραλυτικὸς (1×) παραλυτικὸς (1×) καὶ ; παραλυτικούς· (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (9 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَذَاعَ خَبَرُهُ فِي جَمِيعِ سُورِيَّةَ. فَأَحْضَرُوا إِلَيْهِ جَمِيعَ السُّقَمَاءِ الْمُصَابِينَ بِأَمْرَاضٍ وَأَوْجَاعٍ مُخْتَلِفَةٍ، وَالْمَجَانِينَ وَالْمَصْرُوعِينَ وَالْمَفْلُوجِينَ، فَشَفَاهُمْ.
Καὶ ; ἀπῆλθεν ἡ ; ἀκοὴ ; αὐτοῦ εἰς ὅλην τὴν ; Συρίαν· προσήνεγκαν ; καὶ αὐτῷ πάντας τοὺς ; κακῶς ἔχοντας, νόσοις καὶ ; βασάνοις ; συνεχομένους, ποικίλαις καὶ ; δαιμονιζομένους καὶ ; σεληνιαζομένους καὶ ; παραλυτικούς· καὶ ; ἐθεράπευσεν ; αὐτούς.
وَيَقُولُ: يَا سَيِّدُ، غُلاَمِي مَطْرُوحٌ فِي الْبَيْتِ مَفْلُوجًا مُتَعَذِّبًا جِدًّا.
καὶ ; λέγων· κύριε, ὁ ; παῖς ; μου βέβληται ἐν τῇ ; οἰκίᾳ παραλυτικὸς βασανιζόμενος. δεινῶς
وَإِذَا مَفْلُوجٌ يُقَدِّمُونَهُ إِلَيْهِ مَطْرُوحًا عَلَى فِرَاشٍ. فَلَمَّا رَأَى يَسُوعُ إِيمَانَهُمْ قَالَ لِلْمَفْلُوجِ: ثِقْ يَا بُنَيَّ. مَغْفُورَةٌ لَكَ خَطَايَاكَ.
καὶ ; ἰδοὺ παραλυτικὸν προσέφερον αὐτῷ βεβλημένον. ἐπὶ κλίνης καὶ ἰδὼν ὁ ; Ἰησοῦς τὴν ; πίστιν ; αὐτῶν εἶπεν τῷ ; παραλυτικῷ· θάρσει τέκνον, ἀφέωνταί σοί σου ; αἱ ; ἁμαρτίαι.
وَإِذَا مَفْلُوجٌ يُقَدِّمُونَهُ إِلَيْهِ مَطْرُوحًا عَلَى فِرَاشٍ. فَلَمَّا رَأَى يَسُوعُ إِيمَانَهُمْ قَالَ لِلْمَفْلُوجِ: ثِقْ يَا بُنَيَّ. مَغْفُورَةٌ لَكَ خَطَايَاكَ.
καὶ ; ἰδοὺ παραλυτικὸν προσέφερον αὐτῷ βεβλημένον. ἐπὶ κλίνης καὶ ἰδὼν ὁ ; Ἰησοῦς τὴν ; πίστιν ; αὐτῶν εἶπεν τῷ ; παραλυτικῷ· θάρσει τέκνον, ἀφέωνταί σοί σου ; αἱ ; ἁμαρτίαι.
وَجَاءُوا إِلَيْهِ مُقَدِّمِينَ مَفْلُوجًا يَحْمِلُهُ أَرْبَعَةٌ.
Καὶ ; ἔρχονται πρὸς ; αὐτὸν φέροντες παραλυτικὸν αἰρόμενον ὑπὸ ; τεσσάρων.
وَإِذْ لَمْ يَقْدِرُوا أَنْ يَقْتَرِبُوا إِلَيْهِ مِنْ أَجْلِ الْجَمْعِ، كَشَفُوا السَّقْفَ حَيْثُ كَانَ. وَبَعْدَ مَا نَقَبُوهُ دَلَّوُا السَّرِيرَ الَّذِي كَانَ الْمَفْلُوجُ مُضْطَجِعًا عَلَيْهِ.
καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ; ὄχλον ἀπεστέγασαν τὴν ; στέγην ὅπου ἦν καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσιν τὸν ; κράβαττον ἐφ᾽ ᾧ ὁ ; παραλυτικὸς κατέκειτο.
فَلَمَّا رَأَى يَسُوعُ إِيمَانَهُمْ، قَالَ لِلْمَفْلُوجِ: يَا بُنَيَّ، مَغْفُورَةٌ لَكَ خَطَايَاكَ.
δὲ ἰδὼν ὁ ; Ἰησοῦς τὴν ; πίστιν ; αὐτῶν λέγει τῷ ; παραλυτικῷ· τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ; ἁμαρτίαι ; σου.
أَيُّمَا أَيْسَرُ، أَنْ يُقَالَ لِلْمَفْلُوجِ: مَغْفُورَةٌ لَكَ خَطَايَاكَ، أَمْ أَنْ يُقَالَ: قُمْ وَاحْمِلْ سَرِيرَكَ وَامْشِ.
τί ; ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ ; παραλυτικῷ· Ἀφέωνταί σοί αἱ ; ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν· Ἔγειραι καὶ ; ἆρον τὸν ; κράβαττόν ; σου καὶ ; περιπάτει;¶
وَلكِنْ لِكَيْ تَعْلَمُوا أَنَّ لابْنِ الإِنْسَانِ سُلْطَانًا عَلَى الأَرْضِ أَنْ يَغْفِرَ الْخَطَايَا. قَالَ لِلْمَفْلُوجِ:
δὲ Ἵνα εἰδῆτε ὅτι ἔχει ; ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς ; γῆς, ἀφιέναι ἁμαρτίας λέγει τῷ ; παραλυτικῷ·