ك
إصحاح
G385
G386. anástasis
G387
المعنى المختصر للكلمة
anástasis: a standing up again, i.e. (literally) a resurrection from death (individual, genitive case or by implication, (its author)), or (figuratively) a (moral) recovery (of spiritual truth)
اللفظ الأصلي ἀνάστασις
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق anástasis (an-as-tas-is)
تكرار الورود في الكتاب 37 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

a standing up again, i.e. (literally) a resurrection from death (individual, genitive case or by implication, (its author)), or (figuratively) a (moral) recovery (of spiritual truth)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
raised to life again resurrection rise from the dead that should rise rising again

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀνάστασιν (7×) τῇ ; ἀναστάσει (5×) τῆς ; ἀναστάσεως (4×) ἐξ ; ἀναστάσεως (3×) ἀνάστασις (3×) ἡ ; ἀνάστασις (2×) ἀναστάσεως (2×) τὴν ; ἀνάστασιν (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (37 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 22: 23 Mat.22.23
فِي ذلِكَ الْيَوْمِ جَاءَ إِلَيْهِ صَدُّوقِيُّونَ، الَّذِينَ يَقُولُونَ لَيْسَ قِيَامَةٌ، فَسَأَلُوهُ
Ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ προσῆλθον αὐτῷ Σαδδουκαῖοι οἱ λέγοντες μὴ ; εἶναι ἀνάστασιν καὶ ; ἐπηρώτησαν ; αὐτὸν
متى 22: 28 Mat.22.28
فَفِي الْقِيَامَةِ لِمَنْ مِنَ السَّبْعَةِ تَكُونُ زَوْجَةً. فَإِنَّهَا كَانَتْ لِلْجَمِيعِ.
ἐν ; οὖν τῇ ; ἀναστάσει τίνος τῶν ἑπτὰ ἔσται γυνή; γὰρ ; ἔσχον ; αὐτήν.¶ πάντες
متى 22: 30 Mat.22.30
لأَنَّهُمْ فِي الْقِيَامَةِ لاَ يُزَوِّجُونَ وَلاَ يَتَزَوَّجُونَ، بَلْ يَكُونُونَ كَمَلاَئِكَةِ اللهِ فِي السَّمَاءِ.
γὰρ ἐν τῇ ; ἀναστάσει οὔτε γαμοῦσιν οὔτε ἐκγαμίζονται ἀλλ᾽ εἰσιν. ὡς ; ἄγγελοι τοῦ ; θεοῦ ἐν οὐρανῷ
متى 22: 31 Mat.22.31
وَأَمَّا مِنْ جِهَةِ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ، أَفَمَا قَرَأْتُمْ مَا قِيلَ لَكُمْ مِنْ قِبَلِ اللهِ الْقَائِلِ:
δὲ περὶ τῆς ; ἀναστάσεως τῶν ; νεκρῶν οὐκ ἀνέγνωτε τὸ ῥηθὲν ὑμῖν ὑπὸ τοῦ ; θεοῦ λέγοντος·
وَجَاءَ إِلَيْهِ قَوْمٌ مِنَ الصَّدُّوقِيِّينَ، الَّذِينَ يَقُولُونَ لَيْسَ قِيَامَةٌ، وَسَأَلُوهُ قَائِلِينَ:
Καὶ ; ἔρχονται πρὸς ; αὐτὸν Σαδδουκαῖοι οἵτινες λέγουσιν μὴ ; εἶναι, ἀνάστασιν καὶ ; ἐπηρώτησαν; αὐτὸν λέγοντες·
فَفِي الْقِيَامَةِ، مَتَى قَامُوا، لِمَنْ مِنْهُمْ تَكُونُ زَوْجَةً. لأَنَّهَا كَانَتْ زَوْجَةً لِلسَّبْعَةِ.
ἐν ; τῇ ; οὖν ἀναστάσει ὅταν ἀναστῶσιν τίνος αὐτῶν ἔσται γυνή; γὰρ ἔσχον ; αὐτὴν γυναῖκα.¶ οἱ ; ἑπτὰ
وَبَارَكَهُمَا سِمْعَانُ، وَقَالَ لِمَرْيَمَ أُمِّهِ: هَا إِنَّ هذَا قَدْ وُضِعَ لِسُقُوطِ وَقِيَامِ كَثِيرِينَ فِي إِسْرَائِيلَ، وَلِعَلاَمَةٍ تُقَاوَمُ.
καὶ ; εὐλόγησεν ; αὐτοὺς Συμεὼν καὶ ; εἶπεν πρὸς ; Μαριὰμ τὴν ; μητέρα ; αὐτοῦ· ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς ; πτῶσιν καὶ ; ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ ; Ἰσραὴλ καὶ ; εἰς ; σημεῖον ἀντιλεγόμενον.
فَيَكُونَ لَكَ الطُّوبَى إِذْ لَيْسَ لَهُمْ حَتَّى يُكَافُوكَ، لأَنَّكَ تُكَافَى فِي قِيَامَةِ الأَبْرَارِ.
καὶ ; ἔσῃ, μακάριος ὅτι οὐκ ἔχουσιν ἀνταποδοῦναί ; σοι· γάρ ; σοι ἀνταποδοθήσεται ἐν τῇ ; ἀναστάσει τῶν ; δικαίων.¶
فَفِي الْقِيَامَةِ، لِمَنْ مِنْهُمْ تَكُونُ زَوْجَةً. لأَنَّهَا كَانَتْ زَوْجَةً لِلسَّبْعَةِ.
οὖν ; ἐν τῇ ; ἀναστάσει, τίνος αὐτῶν γίνεται γυνή; γὰρ ἔσχον ; αὐτὴν γυναῖκα.¶ οἱ ; ἑπτὰ
وَلكِنَّ الَّذِينَ حُسِبُوا أَهْلاً لِلْحُصُولِ عَلَى ذلِكَ الدَّهْرِ وَالْقِيَامَةِ مِنَ الأَمْوَاتِ، لاَ يُزَوِّجُونَ وَلاَ يُزَوَّجُونَ،
δὲ οἱ καταξιωθέντες τυχεῖν ἐκείνου τοῦ ; αἰῶνος καὶ ; τῆς ; ἀναστάσεως ἐκ τῆς ; νεκρῶν οὔτε γαμοῦσιν οὔτε ἐκγαμίσκονται
إِذْ لاَ يَسْتَطِيعُونَ أَنْ يَمُوتُوا أَيْضًا، لأَنَّهُمْ مِثْلُ الْمَلاَئِكَةِ، وَهُمْ أَبْنَاءُ اللهِ، إِذْ هُمْ أَبْنَاءُ الْقِيَامَةِ.
γὰρ οὔτε δύνανται, ἀποθανεῖν ἔτι γάρ ; εἰσιν, ἰσάγγελοι καὶ ; εἰσιν υἱοί τοῦ ; θεοῦ ὄντες. υἱοὶ τῆς ; ἀναστάσεως
فَيَخْرُجُ الَّذِينَ فَعَلُوا الصَّالِحَاتِ إِلَى قِيَامَةِ الْحَيَاةِ، وَالَّذِينَ عَمِلُوا السَّيِّئَاتِ إِلَى قِيَامَةِ الدَّيْنُونَةِ.
καὶ ; ἐκπορεύσονται, οἱ ποιήσαντες τὰ ; ἀγαθὰ εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ ; δὲ ; τὰ πράξαντες φαῦλα εἰς ἀνάστασιν κρίσεως.
فَيَخْرُجُ الَّذِينَ فَعَلُوا الصَّالِحَاتِ إِلَى قِيَامَةِ الْحَيَاةِ، وَالَّذِينَ عَمِلُوا السَّيِّئَاتِ إِلَى قِيَامَةِ الدَّيْنُونَةِ.
καὶ ; ἐκπορεύσονται, οἱ ποιήσαντες τὰ ; ἀγαθὰ εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ ; δὲ ; τὰ πράξαντες φαῦλα εἰς ἀνάστασιν κρίσεως.
قَالَتْ لَهُ مَرْثَا: أَنَا أَعْلَمُ أَنَّهُ سَيَقُومُ فِي الْقِيَامَةِ، فِي الْيَوْمِ الأَخِيرِ.
λέγει αὐτῷ ἡ ; Μάρθα· οἶδα ὅτι ἀναστήσεται ἐν τῇ ; ἀναστάσει ἐν τῇ ; ἡμέρᾳ.¶ ἐσχάτῃ
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: أَنَا هُوَ الْقِيَامَةُ وَالْحَيَاةُ. مَنْ آمَنَ بِي وَلَوْ مَاتَ فَسَيَحْيَا،
Εἶπεν αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ἡ ; ἀνάστασις καὶ ; ἡ ; ζωή· ὁ πιστεύων εἰς ; ἐμὲ κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται,
سَبَقَ فَرَأَى وَتَكَلَّمَ عَنْ قِيَامَةِ الْمَسِيحِ، أَنَّهُ لَمْ تُتْرَكْ نَفْسُهُ فِي الْهَاوِيَةِ وَلاَ رَأَى جَسَدُهُ فَسَادًا.
προϊδὼν ἐλάλησεν περὶ τῆς ; ἀναστάσεως τοῦ ; Χριστοῦ ὅτι οὐ κατελείφθη ἡ ; ψυχὴ ; αὐτοῦ εἰς ᾍδου οὐδὲ εἶδεν ἡ ; σὰρξ ; αὐτοῦ διαφθοράν.
مُتَضَجِّرِينَ مِنْ تَعْلِيمِهِمَا الشَّعْبَ، وَنِدَائِهِمَا فِي يَسُوعَ بِالْقِيَامَةِ مِنَ الأَمْوَاتِ.
διαπονούμενοι διὰ τὸ ; διδάσκειν ; αὐτοὺς τὸν ; λαὸν καὶ ; καταγγέλλειν ἐν τῷ ; Ἰησοῦ τὴν ; ἀνάστασιν ἐκ τὴν ; νεκρῶν·
فَقَابَلَهُ قَوْمٌ مِنَ الْفَلاَسِفَةِ الأَبِيكُورِيِّينَ وَالرِّوَاقِيِّينَ، وَقَالَ بَعْضٌ: تُرَى مَاذَا يُرِيدُ هذَا الْمِهْذَارُ أَنْ يَقُولَ. وَبَعْضٌ: إِنَّهُ يَظْهَرُ مُنَادِيًا بِآلِهَةٍ غَرِيبَةٍ. لأَنَّهُ كَانَ يُبَشِّرُهُمْ بِيَسُوعَ وَالْقِيَامَةِ.
δὲ ; καὶ ; συνέβαλλον ; αὐτῷ· τινὲς τῶν φιλοσόφων Ἐπικουρείων καὶ ; τῶν ; Στοϊκῶν καί ; ἔλεγον· τινες τί ; ἂν θέλοι οὗτος σπερμολόγος λέγειν; οἱ ; δέ· δοκεῖ ; εἶναι· καταγγελεὺς δαιμονίων ξένων ὅτι αὐτοῖς ; εὐηγγελίζετο.¶ τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; τὴν ; ἀνάστασιν
وَلَمَّا سَمِعُوا بِالْقِيَامَةِ مِنَ الأَمْوَاتِ كَانَ الْبَعْضُ يَسْتَهْزِئُونَ، وَالْبَعْضُ يَقُولُونَ: سَنَسْمَعُ مِنْكَ عَنْ هذَا أَيْضًا..
δὲ Ἀκούσαντες ἀνάστασιν νεκρῶν οἱ ; μὲν ἐχλεύαζον, οἱ ; δὲ εἶπαν· ἀκουσόμεθά σου περὶ τούτου πάλιν.
وَلَمَّا عَلِمَ بُولُسُ أَنَّ قِسْمًا مِنْهُمْ صَدُّوقِيُّونَ وَالآخَرَ فَرِّيسِيُّونَ، صَرَخَ فِي الْمَجْمَعِ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، أَنَا فَرِّيسِيٌّ ابْنُ فَرِّيسِيٍّ. عَلَى رَجَاءِ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ أَنَا أُحَاكَمُ.
δὲ Γνοὺς ὁ ; Παῦλος ὅτι τὸ ; ἓν ; μέρος ; ἐστὶν Σαδδουκαίων τὸ ; δὲ ; ἕτερον Φαρισαίων ἔκραξεν ἐν τῷ ; συνεδρίῳ· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ Φαρισαῖός υἱὸς Φαρισαίου περὶ ἐλπίδος καὶ ; ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ κρίνομαι.¶
لأَنَّ الصَّدُّوقِيِّينَ يَقُولُونَ إِنَّهُ لَيْسَ قِيَامَةٌ وَلاَ مَلاَكٌ وَلاَ رُوحٌ، وَأَمَّا الْفَرِّيسِيُّونَ فَيُقِرُّونَ بِكُلِّ ذلِكَ.
γὰρ Σαδδουκαῖοι λέγουσιν εἶναι μὴ ἀνάστασιν μηδὲ ἄγγελον μήτε πνεῦμα· δὲ Φαρισαῖοι ὁμολογοῦσιν τὰ ; ἀμφότερα.¶
وَلِي رَجَاءٌ بِاللهِ فِي مَا هُمْ أَيْضًا يَنْتَظِرُونَهُ: أَنَّهُ سَوْفَ تَكُونُ قِيَامَةٌ لِلأَمْوَاتِ، الأَبْرَارِ وَالأَثَمَةِ.
ἔχων ἐλπίδα εἰς ; τὸν ; θεὸν ἣν αὐτοὶ καὶ προσδέχονται, μέλλειν ; ἔσεσθαι ἀνάστασιν νεκρῶν δικαίων ; τε καὶ ; ἀδίκων·
إِلاَّ مِنْ جِهَةِ هذَا الْقَوْلِ الْوَاحِدِ الَّذِي صَرَخْتُ بِهِ وَاقِفًا بَيْنَهُمْ: أَنِّي مِنْ أَجْلِ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ أُحَاكَمُ مِنْكُمُ الْيَوْمَ.
ἢ περὶ ταύτης φωνῆς μιᾶς ἧς ἐκέκραξα ἑστὼς ἐν ; αὐτοῖς ὅτι ; ἐγὼ περὶ ἀναστάσεως νεκρῶν κρίνομαι ὑφ᾽; ὑμῶν.¶ σήμερον
إِنْ يُؤَلَّمِ الْمَسِيحُ، يَكُنْ هُوَ أَوَّلَ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ، مُزْمِعًا أَنْ يُنَادِيَ بِنُورٍ لِلشَّعْبِ وَلِلأُمَمِ.
εἰ παθητὸς ὁ ; χριστός, εἰ ; πρῶτος ἐξ ; ἀναστάσεως νεκρῶν μέλλει καταγγέλλειν φῶς τῷ ; λαῷ καὶ ; τοῖς ; ἔθνεσιν.¶
وَتَعَيَّنَ ابْنَ اللهِ بِقُوَّةٍ مِنْ جِهَةِ رُوحِ الْقَدَاسَةِ، بِالْقِيَامَةِ مِنَ الأَمْوَاتِ: يَسُوعَ الْمَسِيحِ رَبِّنَا.
τοῦ ; ὁρισθέντος υἱοῦ θεοῦ ἐν ; δυνάμει κατὰ πνεῦμα ἁγιωσύνης ἐξ ; ἀναστάσεως νεκρῶν, Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν,
لأَنَّهُ إِنْ كُنَّا قَدْ صِرْنَا مُتَّحِدِينَ مَعَهُ بِشِبْهِ مَوْتِهِ، نَصِيرُ أَيْضًا بِقِيَامَتِهِ.
γὰρ εἰ γεγόναμεν σύμφυτοι τῷ ; ὁμοιώματι τοῦ ; θανάτου ; αὐτοῦ, ἐσόμεθα· καὶ τῆς ; ἀναστάσεως
فَإِنْ لَمْ تَكُنْ قِيَامَةُ أَمْوَاتٍ فَلاَ يَكُونُ الْمَسِيحُ قَدْ قَامَ.
εἰ ; δὲ οὐκ ἔστιν, ἀνάστασις νεκρῶν οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται·
فَإِنَّهُ إِذِ الْمَوْتُ بِإِنْسَانٍ، بِإِنْسَانٍ أَيْضًا قِيَامَةُ الأَمْوَاتِ.
γὰρ Ἐπειδὴ ὁ ; θάνατος δι᾽ ; ἀνθρώπου δι᾽ ; ἀνθρώπου καὶ ἀνάστασις νεκρῶν.
هكَذَا أَيْضًا قِيَامَةُ الأَمْوَاتِ: يُزْرَعُ فِي فَسَادٍ وَيُقَامُ فِي عَدَمِ فَسَادٍ.
Οὕτως καὶ ἀνάστασις τῶν ; νεκρῶν. σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ·
اللَّذَانِ زَاغَا عَنِ الْحَقِّ، قَائِلَيْنِ: إِنَّ الْقِيَامَةَ قَدْ صَارَتْ فَيَقْلِبَانِ إِيمَانَ قَوْمٍ.
οἵτινες ἠστόχησαν περὶ τὴν ; ἀλήθειαν λέγοντες τὴν ; ἀνάστασιν ἤδη γεγονέναι, καὶ ; ἀνατρέπουσιν τήν ; πίστιν. τινων