ك
إصحاح
G3774
G3775. ous
G3776
المعنى المختصر للكلمة
ous: the ear (physically or mentally)
اللفظ الأصلي οὖς
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ous (ooce)
تكرار الورود في الكتاب 29 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

apparently a primary word;

المعنى والشرح المفصل

the ear (physically or mentally)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
ear

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὦτα (9×) οὖς (8×) τὰ ; ὦτα (2×) τοῖς ; ὠσὶν (2×) καὶ ; τοῖς ; ὠσὶν (2×) τὸ ; οὖς· (1×) τὸ ; οὖς (1×) πρὸς ; τὸ ; οὖς (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (29 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 10: 27 Mat.10.27
اَلَّذِي أَقُولُهُ لَكُمْ فِي الظُّلْمَةِ قُولُوهُ فِي النُّورِ، وَالَّذِي تَسْمَعُونَهُ فِي الأُذُنِ نَادُوا بِهِ عَلَى السُّطُوحِ،
ὃ λέγω ὑμῖν ἐν τῇ ; σκοτίᾳ εἴπατε ἐν τῷ ; φωτί, καὶ ; ὃ ἀκούετε εἰς τὸ ; οὖς κηρύξατε ἐπὶ τῶν ; δωμάτων.
متى 11: 15 Mat.11.15
مَنْ لَهُ أُذُنَانِ لِلسَّمْعِ فَلْيَسْمَعْ.
ὁ ἔχων ὦτα ἀκουέτω.¶
مَنْ لَهُ أُذُنَانِ لِلسَّمْعِ، فَلْيَسْمَعْ
ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ; ἀκουέτω.¶
متى 13: 15 Mat.13.15
لأَنَّ قَلْبَ هذَا الشَّعْب قَدْ غَلُظَ، وَآذَانَهُمْ قَدْ ثَقُلَ سَمَاعُهَا. وَغَمَّضُوا عُيُونَهُمْ، لِئَلاَّ يُبْصِرُوا بِعُيُونِهِمْ، وَيَسْمَعُوا بِآذَانِهِمْ، وَيَفْهَمُوا بِقُلُوبِهِمْ، وَيَرْجِعُوا فَأَشْفِيَهُمْ.
γὰρ ἡ ; καρδία τούτου, τοῦ ; λαοῦ ἐπαχύνθη καὶ ; τοῖς ; ὠσὶν βαρέως ἤκουσαν, ἐκάμμυσαν· τοὺς ; ὀφθαλμοὺς ; αὐτῶν μήποτε ἴδωσιν τοῖς ; ὀφθαλμοῖς καὶ ; ἀκούσωσιν τοῖς ; ὠσὶν συνῶσιν ; καὶ τῇ ; καρδίᾳ καὶ ; ἐπιστρέψωσιν καὶ ; ἰάσωμαι; αὐτούς.¶
متى 13: 15 Mat.13.15
لأَنَّ قَلْبَ هذَا الشَّعْب قَدْ غَلُظَ، وَآذَانَهُمْ قَدْ ثَقُلَ سَمَاعُهَا. وَغَمَّضُوا عُيُونَهُمْ، لِئَلاَّ يُبْصِرُوا بِعُيُونِهِمْ، وَيَسْمَعُوا بِآذَانِهِمْ، وَيَفْهَمُوا بِقُلُوبِهِمْ، وَيَرْجِعُوا فَأَشْفِيَهُمْ.
γὰρ ἡ ; καρδία τούτου, τοῦ ; λαοῦ ἐπαχύνθη καὶ ; τοῖς ; ὠσὶν βαρέως ἤκουσαν, ἐκάμμυσαν· τοὺς ; ὀφθαλμοὺς ; αὐτῶν μήποτε ἴδωσιν τοῖς ; ὀφθαλμοῖς καὶ ; ἀκούσωσιν τοῖς ; ὠσὶν συνῶσιν ; καὶ τῇ ; καρδίᾳ καὶ ; ἐπιστρέψωσιν καὶ ; ἰάσωμαι; αὐτούς.¶
متى 13: 43 Mat.13.43
حِينَئِذٍ يُضِيءُ الأَبْرَارُ كَالشَّمْسِ فِي مَلَكُوتِ أَبِيهِمْ. مَنْ لَهُ أُذُنَانِ لِلسَّمْعِ، فَلْيَسْمَعْ.
τότε ἐκλάμψουσιν οἱ ; δίκαιοι ὡς ; ὁ ; ἥλιος ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τοῦ ; πατρὸς ; αὐτῶν. ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.¶
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ: مَنْ لَهُ أُذُنَانِ لِلسَّمْعِ، فَلْيَسْمَعْ
καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· Ὃ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.¶
إِنْ كَانَ لأَحَدٍ أُذُنَانِ لِلسَّمْعِ، فَلْيَسْمَعْ
εἴ ἔχει ; τις ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.¶
إِنْ كَانَ لأَحَدٍ أُذْنَانِ لِلسَّمْعِ، فَلْيَسْمَعْ.
Εἴ τις ; ἔχει ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.
أَلَكُمْ أَعْيُنٌ وَلاَ تُبْصِرُونَ، وَلَكُمْ آذَانٌ وَلاَ تَسْمَعُونَ، وَلاَ تَذْكُرُونَ.
ἔχοντες ὀφθαλμοὺς οὐ βλέπετε, καὶ ; ἔχοντες ὦτα οὐκ ἀκούετε; καὶ ; οὐ μνημονεύετε;
وَسَقَطَ آخَرُ فِي الأَرْضِ الصَّالِحَةِ، فَلَمَّا نَبَتَ صَنَعَ ثَمَرًا مِئَةَ ضِعْفٍ. قَالَ هذَا وَنَادَى: مَنْ لَهُ أُذْنَانِ لِلسَّمْعِ فَلْيَسْمَعْ..
καὶ ; ἔπεσεν ἕτερον ἐπὶ τὴν ; γῆν τὴν ; ἀγαθήν, καὶ φυὲν ἐποίησεν καρπὸν ἑκατονταπλασίονα. λέγων ταῦτα ἐφώνει· ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.¶
لِذلِكَ كُلُّ مَا قُلْتُمُوهُ فِي الظُّلْمَةِ يُسْمَعُ فِي النُّورِ، وَمَا كَلَّمْتُمْ بِهِ الأُذْنَ فِي الْمَخَادِعِ يُنَادَى بِهِ عَلَى السُّطُوحِ.
ἀνθ᾽ ; ὧν ὅσα ὃ ; εἴπατε ἐν τῇ ; σκοτίᾳ ἀκουσθήσεται, ἐν τῷ ; φωτὶ καὶ ; ὃ ἐλαλήσατε πρὸς ; τὸ ; οὖς ἐν τοῖς ; ταμείοις κηρυχθήσεται ἐπὶ τῶν ; δωμάτων.¶
لاَ يَصْلُحُ لأَرْضٍ وَلاَ لِمَزْبَلَةٍ، فَيَطْرَحُونَهُ خَارِجًا. مَنْ لَهُ أُذُنَانِ لِلسَّمْعِ، فَلْيَسْمَعْ.
οὔτε εὔθετόν ; ἐστιν· εἰς ; γῆν οὔτε εἰς ; κοπρίαν βάλλουσιν ; αὐτό. ἔξω ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.¶
يَا قُسَاةَ الرِّقَابِ، وَغَيْرَ الْمَخْتُونِينَ بِالْقُلُوبِ وَالآذَانِ. أَنْتُمْ دَائِمًا تُقَاوِمُونَ الرُّوحَ الْقُدُسَ. كَمَا كَانَ آبَاؤُكُمْ كَذلِكَ أَنْتُمْ.
σκληροτράχηλοι καὶ ; ἀπερίτμητοι τῇ ; καρδίᾳ καὶ ; τοῖς ; ὠσίν, ὑμῶν ἀεὶ ἀντιπίπτετε, τῷ ; πνεύματι τῷ ; ἁγίῳ ὡς οἱ ; πατέρες ; ὑμῶν καὶ ὑμεῖς·
فَسُمِعَ الْخَبَرُ عَنْهُمْ فِي آذَانِ الْكَنِيسَةِ الَّتِي فِي أُورُشَلِيمَ، فَأَرْسَلُوا بَرْنَابَا لِكَيْ يَجْتَازَ إِلَى أَنْطَاكِيَةَ.
ἠκούσθη ; δὲ ὁ ; λόγος περὶ ; αὐτῶν εἰς τὰ ; ὦτα τῆς ; ἐκκλησίας τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις καὶ ; ἐξαπέστειλαν Βαρναβᾶν διελθεῖν ἕως Ἀντιοχείας·
لأَنَّ قَلْبَ هذَا الشَّعْبِ قَدْ غَلُظَ، وَبِآذَانِهِمْ سَمِعُوا ثَقِيلاً، وَأَعْيُنُهُمْ أَغْمَضُوهَا. لِئَلاَّ يُبْصِرُوا بِأَعْيُنِهِمْ وَيَسْمَعُوا بِآذَانِهِمْ وَيَفْهَمُوا بِقُلُوبِهِمْ وَيَرْجِعُوا، فَأَشْفِيَهُمْ.
γὰρ ἡ ; καρδία τούτου, τοῦ ; λαοῦ ἐπαχύνθη καὶ ; τοῖς ; ὠσὶν ἤκουσαν βαρέως καὶ ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς ; αὐτῶν ἐκάμμυσαν· μήποτε ἴδωσιν τοῖς ; ὀφθαλμοῖς καὶ ; ἀκούσωσιν τοῖς ; ὠσὶν καὶ ; συνῶσιν τῇ ; καρδίᾳ καὶ ; ἐπιστρέψωσιν καὶ ; ἰάσωμαι; αὐτούς.¶
لأَنَّ قَلْبَ هذَا الشَّعْبِ قَدْ غَلُظَ، وَبِآذَانِهِمْ سَمِعُوا ثَقِيلاً، وَأَعْيُنُهُمْ أَغْمَضُوهَا. لِئَلاَّ يُبْصِرُوا بِأَعْيُنِهِمْ وَيَسْمَعُوا بِآذَانِهِمْ وَيَفْهَمُوا بِقُلُوبِهِمْ وَيَرْجِعُوا، فَأَشْفِيَهُمْ.
γὰρ ἡ ; καρδία τούτου, τοῦ ; λαοῦ ἐπαχύνθη καὶ ; τοῖς ; ὠσὶν ἤκουσαν βαρέως καὶ ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς ; αὐτῶν ἐκάμμυσαν· μήποτε ἴδωσιν τοῖς ; ὀφθαλμοῖς καὶ ; ἀκούσωσιν τοῖς ; ὠσὶν καὶ ; συνῶσιν τῇ ; καρδίᾳ καὶ ; ἐπιστρέψωσιν καὶ ; ἰάσωμαι; αὐτούς.¶
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: أَعْطَاهُمُ اللهُ رُوحَ سُبَاتٍ، وَعُيُونًا حَتَّى لاَ يُبْصِرُوا، وَآذَانًا حَتَّى لاَ يَسْمَعُوا إِلَى هذَا الْيَوْمِ.
καθὼς γέγραπται· ἔδωκεν ; αὐτοῖς ὁ ; θεὸς πνεῦμα κατανύξεως, ὀφθαλμοὺς τοῦ ; μὴ βλέπειν καὶ ; ὦτα τοῦ ; μὴ ἀκούειν ἕως τῆς ; σήμερον ἡμέρας.
بَلْ كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: مَا لَمْ تَرَ عَيْنٌ، وَلَمْ تَسْمَعْ أُذُنٌ، وَلَمْ يَخْطُرْ عَلَى بَالِ إِنْسَانٍ: مَا أَعَدَّهُ اللهُ لِلَّذِينَ يُحِبُّونَهُ.
ἀλλὰ καθὼς γέγραπται· ἃ ; οὐκ εἶδεν ὀφθαλμὸς καὶ ; οὐκ ἤκουσεν οὖς καὶ ; οὐκ ἀνέβη, ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου ἃ ἡτοίμασεν ὁ ; θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν ; αὐτόν.¶
وَإِنْ قَالَتِ الأُذُنُ: لأِنِّي لَسْتُ عَيْنًا، لَسْتُ مِنَ الْجَسَدِ. أَفَلَمْ تَكُنْ لِذلِكَ مِنَ الْجَسَدِ.
καὶ ; ἐὰν εἴπῃ τὸ ; οὖς· ὅτι οὐκ ; εἰμὶ ὀφθαλμός, οὐκ ; εἰμὶ ἐκ τοῦ ; σώματος, οὐκ ἔστιν οὐ ; παρὰ ; τοῦτο ἐκ τοῦ ; σώματος;
هُوَذَا أُجْرَةُ الْفَعَلَةِ الَّذِينَ حَصَدُوا حُقُولَكُمُ، الْمَبْخُوسَةُ مِنْكُمْ تَصْرُخُ، وَصِيَاحُ الْحَصَّادِينَ قَدْ دَخَلَ إِلَى أُذْنَيْ رَبِّ الْجُنُودِ.
ἰδοὺ ὁ ; μισθὸς τῶν ; ἐργατῶν τῶν ἀμησάντων τὰς ; χώρας ; ὑμῶν ὁ ; ἀπεστερημένος ἀφ᾽ ; ὑμῶν κράζει καὶ ; αἱ ; βοαὶ τῶν ; θερισάντων εἰσεληλύθασιν. εἰς τὰ ; ὦτα κυρίου σαβαὼθ
مَنْ لَهُ أُذُنٌ فَلْيَسْمَعْ مَا يَقُولُهُ الرُّوحُ لِلْكَنَائِسِ. مَنْ يَغْلِبُ فَسَأُعْطِيهِ أَنْ يَأْكُلَ مِنْ شَجَرَةِ الْحَيَاةِ الَّتِي فِي وَسَطِ فِرْدَوْسِ اللهِ.
ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί λέγει τὸ ; πνεῦμα ταῖς ; ἐκκλησίαις· τῷ νικῶντι δώσω ; αὐτῷ φαγεῖν ἐκ τοῦ ; ξύλου τῆς ; ζωῆς ὅ ; ἐστιν ἐν μέσῶ τοῦ; παραδείσου τοῦ ; θεοῦ
مَنْ لَهُ أُذُنٌ فَلْيَسْمَعْ مَا يَقُولُهُ الرُّوحُ لِلْكَنَائِسِ. مَنْ يَغْلِبُ فَلاَ يُؤْذِيهِ الْمَوْتُ الثَّانِي.
ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί λέγει τὸ ; πνεῦμα ταῖς ; ἐκκλησίαις· ὁ νικῶν οὐ ; μὴ ἀδικηθῇ ἐκ ; τοῦ ; θανάτου τοῦ ; δευτέρου.¶
مَنْ لَهُ أُذُنٌ فَلْيَسْمَعْ مَا يَقُولُهُ الرُّوحُ لِلْكَنَائِسِ. مَنْ يَغْلِبُ فَسَأُعْطِيهِ أَنْ يَأْكُلَ مِنَ الْمَنِّ الْمُخْفَى، وَأُعْطِيهِ حَصَاةً بَيْضَاءَ، وَعَلَى الْحَصَاةِ اسْمٌ جَدِيدٌ مَكْتُوبٌ لاَ يَعْرِفُهُ أَحَدٌ غَيْرُ الَّذِي يَأْخُذُ.
ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί λέγει τὸ ; πνεῦμα ταῖς ; ἐκκλησίαις· τῷ νικῶντι δώσω ; αὐτῷ φαγεῖν ἀπὸ τοῦ ; μάννα τοῦ ; κεκρυμμένου καὶ ; δώσω ; αὐτῷ ψῆφον λευκήν, καὶ ; ἐπὶ τὴν ; ψῆφον ὄνομα καινὸν γεγραμμένον ὃ ; οὐδεὶς ; ἔγνω εἰ ; μὴ ὁ λαμβάνων.¶
مَنْ لَهُ أُذُنٌ فَلْيَسْمَعْ مَا يَقُولُهُ الرُّوحُ لِلْكَنَائِسِ.
ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί λέγει τὸ ; πνεῦμα ταῖς ; ἐκκλησίαις.¶
مَنْ لَهُ أُذُنٌ فَلْيَسْمَعْ مَا يَقُولُهُ الرُّوحُ لِلْكَنَائِسِ
ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί λέγει τὸ ; πνεῦμα ταῖς ; ἐκκλησίαις.¶
مَنْ لَهُ أُذُنٌ فَلْيَسْمَعْ مَا يَقُولُهُ الرُّوحُ لِلْكَنَائِسِ.
ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί λέγει τὸ ; πνεῦμα ταῖς ; ἐκκλησίαις.¶
مَنْ لَهُ أُذُنٌ فَلْيَسْمَعْ مَا يَقُولُهُ الرُّوحُ لِلْكَنَائِسِ.
ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί λέγει τὸ ; πνεῦμα ταῖς ; ἐκκλησίαις.¶
مَنْ لَهُ أُذُنٌ فَلْيَسْمَعْ.
Εἴ ; τις ἔχει οὖς, ἀκουσάτω.