ك
إصحاح
G3463
G3464. mýron
G3465
المعنى المختصر للكلمة
mýron: "myrrh", i.e. (by implication) perfumed oil
اللفظ الأصلي μύρον
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق mýron (moo-ron)
تكرار الورود في الكتاب 14 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

"myrrh", i.e. (by implication) perfumed oil

الإنجليزية — KJV Translation Tags
ointment

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

μύρου (4×) τὸ ; μύρον (3×) μύρῳ (2×) τῷ ; μύρῳ. (1×) τοῦ ; μύρου. (1×) τοῦ ; μύρου (1×) καὶ ; μύρον (1×) καὶ ; μύρα (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (14 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
تَقَدَّمَتْ إِلَيْهِ امْرَأَةٌ مَعَهَا قَارُورَةُ طِيب كَثِيرِ الثَّمَنِ، فَسَكَبَتْهُ عَلَى رَأْسِهِ وَهُوَ مُتَّكِئٌ.
προσῆλθεν αὐτῷ γυνὴ ἔχουσα ἀλάβαστρον μύρου βαρυτίμου καὶ ; κατέχεεν ἐπὶ τὴν; κεφαλὴν αὐτοῦ ἀνακειμένου.
لأَنَّهُ كَانَ يُمْكِنُ أَنْ يُبَاعَ هذَا الطِّيبُ بِكَثِيرٍ وَيُعْطَى لِلْفُقَرَاءِ.
γὰρ ἐδύνατο πραθῆναι τοῦτο τὸ ; μύρον πολλοῦ καὶ ; δοθῆναι πτωχοῖς.
متى 26: 12 Mat.26.12
فَإِنَّهَا إِذْ سَكَبَتْ هذَا الطِّيبَ عَلَى جَسَدِي إِنَّمَا فَعَلَتْ ذلِكَ لأَجْلِ تَكْفِينِي.
γὰρ ; αὕτη βαλοῦσα τοῦτο τὸ ; μύρον ἐπὶ τοῦ ; σώματός ; μου ἐποίησεν.¶ πρὸς τὸ ; ἐνταφιάσαι ; με
وَفِيمَا هُوَ فِي بَيْتِ عَنْيَا فِي بَيْتِ سِمْعَانَ الأَبْرَصِ، وَهُوَ مُتَّكِئٌ، جَاءَتِ امْرَأَةٌ مَعَهَا قَارُورَةُ طِيبِ نَارِدِينٍ خَالِصٍ كَثِيرِ الثَّمَنِ. فَكَسَرَتِ الْقَارُورَةَ وَسَكَبَتْهُ عَلَى رَأْسِهِ.
Καὶ ; ὄντος ; αὐτοῦ ἐν Βηθανίᾳ ἐν τῇ ; οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ ; λεπροῦ, αὐτοῦ κατακειμένου ἦλθεν γυνὴ ἔχουσα ἀλάβαστρον μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτελοῦς. καὶ ; συντρίψασα τὸ; ἀλάβαστρον κατέχεεν κατὰ αὐτοῦ ; τῆς ; κεφαλῆς.
وَكَانَ قَوْمٌ مُغْتَاظِينَ فِي أَنْفُسِهِمْ، فَقَالُوا: لِمَاذَا كَانَ تَلَفُ الطِّيبِ هذَا.
ἦσαν ; δέ τινες ἀγανακτοῦντες πρὸς ἑαυτούς καὶ ; λέγοντες· εἰς ; τί γέγονεν; ἡ ; ἀπώλεια τοῦ ; μύρου αὕτη
وَإِذَا امْرَأَةٌ فِي الْمَدِينَةِ كَانَتْ خَاطِئَةً، إِذْ عَلِمَتْ أَنَّهُ مُتَّكِئٌ فِي بَيْتِ الْفَرِّيسِيِّ، جَاءَتْ بِقَارُورَةِ طِيبٍ
καὶ ; ἰδοὺ γυνὴ ἐν τῇ ; πόλει ἥτις ; ἦν ἁμαρτωλός. καὶ ; ἐπιγνοῦσα ὅτι ἀνάκειται ἐν τῇ ; οἰκίᾳ τοῦ ; Φαρισαίου, κομίσασα ἀλάβαστρον μύρου
وَوَقَفَتْ عِنْدَ قَدَمَيْهِ مِنْ وَرَائِهِ بَاكِيَةً، وَابْتَدَأَتْ تَبُلُّ قَدَمَيْهِ بِالدُّمُوعِ، وَكَانَتْ تَمْسَحُهُمَا بِشَعْرِ رَأْسِهَا، وَتُقَبِّلُ قَدَمَيْهِ وَتَدْهَنُهُمَا بِالطِّيبِ.
καὶ ; στᾶσα παρὰ τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ, ὀπίσω κλαίουσα ἤρξατο βρέχειν τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ τοῖς ; δάκρυσιν καὶ ; ἐξέμασσεν ταῖς ; θριξὶν τῆς ; κεφαλῆς ; αὐτῆς καὶ ; κατεφίλει τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ καὶ ; ἤλειφεν τῷ ; μύρῳ.
بِزَيْتٍ لَمْ تَدْهُنْ رَأْسِي، وَأَمَّا هِيَ فَقَدْ دَهَنَتْ بِالطِّيبِ رِجْلَيَّ.
ἐλαίῳ οὐκ ἤλειψας· τὴν ; κεφαλήν ; μου δὲ αὕτη ἤλειψεν μύρῳ τοὺς ; πόδας ; μου.
فَرَجَعْنَ وَأَعْدَدْنَ حَنُوطًا وَأَطْيَابًا. وَفِي السَّبْتِ اسْتَرَحْنَ حَسَبَ الْوَصِيَّةِ.
ὑποστρέψασαι ; δὲ ἡτοίμασαν ἀρώματα καὶ ; μύρα καὶ ; τὸ ; μὲν σάββατον ἡσύχασαν κατὰ τὴν ; ἐντολήν.¶
وَكَانَتْ مَرْيَمُ، الَّتِي كَانَ لِعَازَرُ أَخُوهَا مَرِيضًا، هِيَ الَّتِي دَهَنَتِ الرَّبَّ بِطِيبٍ، وَمَسَحَتْ رِجْلَيْهِ بِشَعْرِهَا.
ἦν ; δὲ Μαριὰμ ἧς Λάζαρος ὁ ; ἀδελφὸς ἠσθένει. ἡ ἀλείψασα τὸν ; κύριον μύρῳ καὶ ; ἐκμάξασα τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ ταῖς ; θριξὶν ; αὐτῆς,
فَأَخَذَتْ مَرْيَمُ مَنًا مِنْ طِيبِ نَارِدِينٍ خَالِصٍ كَثِيرِ الثَّمَنِ، وَدَهَنَتْ قَدَمَيْ يَسُوعَ، وَمَسَحَتْ قَدَمَيْهِ بِشَعْرِهَا، فَامْتَلأَ الْبَيْتُ مِنْ رَائِحَةِ الطِّيبِ.
οὖν ; λαβοῦσα ἡ ; Μαριὰμ λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου ἤλειψεν τοὺς ; πόδας τοῦ ; Ἰησοῦ καὶ ; ἐξέμαξεν τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ· ταῖς ; θριξὶν ; αὐτῆς δὲ ; ἐπληρώθη ἡ ; οἰκία ἐκ τῆς ; ὀσμῆς τοῦ ; μύρου.
فَأَخَذَتْ مَرْيَمُ مَنًا مِنْ طِيبِ نَارِدِينٍ خَالِصٍ كَثِيرِ الثَّمَنِ، وَدَهَنَتْ قَدَمَيْ يَسُوعَ، وَمَسَحَتْ قَدَمَيْهِ بِشَعْرِهَا، فَامْتَلأَ الْبَيْتُ مِنْ رَائِحَةِ الطِّيبِ.
οὖν ; λαβοῦσα ἡ ; Μαριὰμ λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου ἤλειψεν τοὺς ; πόδας τοῦ ; Ἰησοῦ καὶ ; ἐξέμαξεν τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ· ταῖς ; θριξὶν ; αὐτῆς δὲ ; ἐπληρώθη ἡ ; οἰκία ἐκ τῆς ; ὀσμῆς τοῦ ; μύρου.
لِمَاذَا لَمْ يُبَعْ هذَا الطِّيبُ بِثَلاَثَمِئَةِ دِينَارٍ وَيُعْطَ لِلْفُقَرَاءِ.
διὰ ; τί οὐκ ἐπράθη τοῦτο τὸ ; μύρον τριακοσίων δηναρίων καὶ ; ἐδόθη πτωχοῖς;
وَقِرْفَةً وَبَخُورًا وَطِيبًا وَلُبَانًا وَخَمْرًا وَزَيْتًا وَسَمِيذًا وَحِنْطَةً وَبَهَائِمَ وَغَنَمًا وَخَيْلاً، وَمَرْكَبَاتٍ، وَأَجْسَادًا، وَنُفُوسَ النَّاسِ.
καὶ ; κιννάμωμον καὶ ; θυμιάματα καὶ ; μύρον καὶ ; λίβανον καὶ ; οἶνον καὶ ; ἔλαιον καὶ ; σεμίδαλιν καὶ ; σῖτον καὶ ; κτήνη καὶ ; πρόβατα καὶ ; ἵππων καὶ ; ῥεδῶν καὶ ; σωμάτων καὶ ; ψυχὰς ἀνθρώπων.