ك
إصحاح
G307
G308. anablépō
G309
المعنى المختصر للكلمة
anablépō: to look up
اللفظ الأصلي ἀναβλέπω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق anablépō (an-ab-lep-o)
تكرار الورود في الكتاب 24 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 to look up
2 by implication, to recover sight
الإنجليزية — KJV Translation Tags
look (up) see receive sight

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀναβλέψας (4×) ἀνέβλεψεν (2×) ἀναβλέψω. (2×) ἀναβλέπουσιν, (2×) ἀνέβλεψέν (1×) ἀνέβλεψεν. (1×) ἀνέβλεψαν (1×) ἀνέβλεψα. (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (24 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
اَلْعُمْيُ يُبْصِرُونَ، وَالْعُرْجُ يَمْشُونَ، وَالْبُرْصُ يُطَهَّرُونَ، وَالصُّمُّ يَسْمَعُونَ، وَالْمَوْتَى يَقُومُونَ، وَالْمَسَاكِينُ يُبَشَّرُونَ.
τυφλοὶ ἀναβλέπουσιν, καὶ ; χωλοὶ περιπατοῦσιν, λεπροὶ καθαρίζονται, καὶ ; κωφοὶ ἀκούουσιν, νεκροὶ ἐγείρονται, καὶ ; πτωχοὶ εὐαγγελίζονται·
متى 14: 19 Mat.14.19
فَأَمَرَ الْجُمُوعَ أَنْ يَتَّكِئُوا عَلَى الْعُشْبِ. ثُمَّ أَخَذَ الأَرْغِفَةَ الْخَمْسَةَ وَالسَّمَكَتَيْنِ، وَرَفَعَ نَظَرَهُ نَحْوَ السَّمَاءِ وَبَارَكَ وَكَسَّرَ وَأَعْطَى الأَرْغِفَةَ لِلتَّلاَمِيذِ، وَالتَّلاَمِيذُ لِلْجُمُوعِ.
καὶ ; κελεύσας τοὺς ; ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς; χόρτους καὶ λαβὼν τοὺς ; ἄρτους πέντε καὶ ; τοὺς ; δύο ; ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν ; οὐρανὸν εὐλόγησεν, καὶ ; κλάσας ἔδωκεν τοὺς ; ἄρτους, τοῖς ; μαθηταῖς οἱ ; δὲ ; μαθηταὶ τοῖς ; ὄχλοις.
متى 20: 34 Mat.20.34
فَتَحَنَّنَ يَسُوعُ وَلَمَسَ أَعْيُنَهُمَا، فَلِلْوَقْتِ أَبْصَرَتْ أَعْيُنُهُمَا فَتَبِعَاهُ.
σπλαγχνισθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ἥψατο τῶν ; ὀφθαλμῶν; αὐτῶν, καὶ ; εὐθέως ἀνέβλεψαν αὐτῶν ; οἱ ; ὀφθαλμοί καὶ ; ἠκολούθησαν ; αὐτῷ.¶
فَأَخَذَ الأَرْغِفَةَ الْخَمْسَةَ وَالسَّمَكَتَيْنِ، وَرَفَعَ نَظَرَهُ نَحْوَ السَّمَاءِ، وَبَارَكَ ثُمَّ كَسَّرَ الأَرْغِفَةَ، وَأَعْطَى تَلاَمِيذَهُ لِيُقَدِّمُوا إِلَيْهِمْ، وَقَسَّمَ السَّمَكَتَيْنِ لِلْجَمِيعِ،
καὶ ; λαβὼν τοὺς ; ἄρτους πέντε καὶ ; τοὺς ; δύο ; ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς ; τὸν οὐρανὸν εὐλόγησεν καὶ κατέκλασεν τοὺς ; ἄρτους καὶ ; ἐδίδου τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ ἵνα ; παραθῶσιν αὐτοῖς, καὶ ; ἐμέρισεν τοὺς ; δύο ; ἰχθύας πᾶσιν.
وَرَفَعَ نَظَرَهُ نَحْوَ السَّمَاءِ، وَأَنَّ وَقَالَ لَهُ: إِفَّثَا. أَيِ انْفَتِحْ.
καὶ ; ἀναβλέψας εἰς τὸν ; οὐρανὸν καὶ ; λέγει αὐτῷ· εφφαθα, ὅ ; ἐστιν διανοίχθητι.
ثُمَّ وَضَعَ يَدَيْهِ أَيْضًا عَلَى عَيْنَيْهِ، وَجَعَلَهُ يَتَطَلَّعُ. فَعَادَ صَحِيحًا وَأَبْصَرَ كُلَّ إِنْسَانٍ جَلِيًّا.
εἶτα ἐπέθηκεν τὰς ; χεῖρας πάλιν ἐπὶ τοὺς ; ὀφθαλμοὺς ; αὐτοῦ, καὶ ; ἐποίησεν ; αὐτὸν ἀναβλέψαι καὶ ; ἀποκατεστάθη καὶ ; ἐνέβλεψεν ἅπαντας τηλαυγῶς
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: مَاذَا تُرِيدُ أَنْ أَفْعَلَ بِكَ. فَقَالَ لَهُ الأَعْمَى: يَا سَيِّدِي، أَنْ أُبْصِرَ..
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς λέγει αὐτῷ τί θέλεις ποιήσω; σοι ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῷ· τυφλὸς ραββουνι, ἵνα ἀναβλέψω.
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: اذْهَبْ. إِيمَانُكَ قَدْ شَفَاكَ. فَلِلْوَقْتِ أَبْصَرَ، وَتَبِعَ يَسُوعَ فِي الطَّرِيقِ.
δὲ ; εἶπεν αὐτῷ· ὁ ; Ἰησοῦς ὕπαγε, ἡ ; πίστις ; σου σέσωκέν ; σε. καὶ ; εὐθὺς ἀνέβλεψεν καὶ ; ἠκολούθει τῷ; Ἰησοῦ ἐν τῇ ; ὁδῷ.¶
فَتَطَلَّعْنَ وَرَأَيْنَ أَنَّ الْحَجَرَ قَدْ دُحْرِجَ. لأَنَّهُ كَانَ عَظِيمًا جِدًّا.
καὶ ; ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ὁ ; λίθος· ἀποκεκύλισται γὰρ ἦν μέγας σφόδρα.
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُماَ: اذْهَبَا وَأَخْبِرَا يُوحَنَّا بِمَا رَأَيْتُمَا وَسَمِعْتُمَا: إِنَّ الْعُمْيَ يُبْصِرُونَ، وَالْعُرْجَ يَمْشُونَ، وَالْبُرْصَ يُطَهَّرُونَ، وَالصُّمَّ يَسْمَعُونَ، وَالْمَوْتَى يَقُومُونَ، وَالْمَسَاكِينَ يُبَشَّرُونَ.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἀπαγγείλατε Ἰωάννῃ ἃ εἴδετε καὶ ; ἠκούσατε· ὅτι τυφλοὶ ἀναβλέπουσιν, χωλοὶ περιπατοῦσιν, λεπροὶ καθαρίζονται, κωφοὶ ἀκούουσιν, νεκροὶ ἐγείρονται, πτωχοὶ εὐαγγελίζονται,
فَأَخَذَ الأَرْغِفَةَ الْخَمْسَةَ وَالسَّمَكَتَيْنِ، وَرَفَعَ نَظَرَهُ نَحْوَ السَّمَاءِ وَبَارَكَهُنَّ، ثُمَّ كَسَّرَ وَأَعْطَى التَّلاَمِيذَ لِيُقَدِّمُوا لِلْجَمْعِ.
λαβὼν ; δὲ τοὺς ; ἄρτους πέντε καὶ ; τοὺς ; δύο ; ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν ; οὐρανὸν εὐλόγησεν ; αὐτοὺς καὶ κατέκλασεν καὶ ; ἐδίδου τοῖς ; μαθηταῖς παρατιθέναι τῷ ; ὄχλῳ.
قِائِلاً: مَاذَا تُرِيدُ أَنْ أَفْعَلَ بِكَ. فَقَالَ: يَا سَيِّدُ، أَنْ أُبْصِرَ..
λέγων τί θέλεις ποιήσω; σοι ὁ ; δὲ ; εἶπεν· κύριε, ἵνα ἀναβλέψω.
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: أَبْصِرْ. إِيمَانُكَ قَدْ شَفَاكَ.
καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ὁ ; Ἰησοῦς ἀνάβλεψον· ἡ ; πίστις ; σου σέσωκέν ; σε.
وَفِي الْحَالِ أَبْصَرَ، وَتَبِعَهُ وَهُوَ يُمَجِّدُ اللهَ. وَجَمِيعُ الشَّعْبِ إِذْ رَأَوْا سَبَّحُوا اللهَ.
καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψεν καὶ ; ἠκολούθει ; αὐτῷ δοξάζων τὸν ; θεόν. καὶ ; πᾶς ὁ ; λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν ; αἶνον τῷ ; θεῷ.¶
فَلَمَّا جَاءَ يَسُوعُ إِلَى الْمَكَانِ، نَظَرَ إِلَى فَوْقُ فَرَآهُ، وَقَالَ لَهُ: يَا زَكَّا، أَسْرِعْ وَانْزِلْ، لأَنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ أَمْكُثَ الْيَوْمَ فِي بَيْتِكَ.
καὶ ; ὡς ἦλθεν ὁ ; Ἰησοῦς ἐπὶ τὸν ; τόπον, ἀναβλέψας εἶδεν ; αὐτόν καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· γὰρ δεῖ με ; μεῖναι. σήμερον ἐν τῷ ; οἴκῳ ; σου
أَجَابَ ذَاكَ وقَالَ: إِنْسَانٌ يُقَالُ لَهُ يَسُوعُ صَنَعَ طِينًا وَطَلَى عَيْنَيَّ، وَقَالَ لِي: اذْهَبْ إِلَى بِرْكَةِ سِلْوَامَ وَاغْتَسِلْ. فَمَضَيْتُ وَاغْتَسَلْتُ فَأَبْصَرْتُ.
ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ ; εἶπεν· ἄνθρωπος ὁ ; λεγόμενος Ἰησοῦς ἐποίησεν πηλὸν καὶ ; ἐπέχρισέν μου ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς καὶ ; εἶπέν μοι ὕπαγε εἰς κολυμβήθραν ; τοῦ ὁ ; Σιλωὰμ καὶ ; νίψαι. ἀπελθὼν ; δὲ καὶ ; νιψάμενος ἀνέβλεψα.
فَسَأَلَهُ الْفَرِّيسِيُّونَ أَيْضًا كَيْفَ أَبْصَرَ، فَقَالَ لَهُمْ: وَضَعَ طِينًا عَلَى عَيْنَيَّ وَاغْتَسَلْتُ، فَأَنَا أُبْصِرُ.
πάλιν ; ἠρώτων ; αὐτὸν ; οὖν οἱ ; Φαρισαῖοι καὶ πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἐπέθηκέν πηλὸν ἐπὶ μου ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς καὶ ; ἐνιψάμην καὶ ; βλέπω.
فَلَمْ يُصَدِّقِ الْيَهُودُ عَنْهُ أَنَّهُ كَانَ أَعْمَى فَأَبْصَرَ حَتَّى دَعَوْا أَبَوَيِ الَّذِي أَبْصَرَ.
οὐκ ἐπίστευσαν οἱ ; Ἰουδαῖοι περὶ ; αὐτοῦ ὅτι ἦν τυφλὸς καὶ ; ἀνέβλεψεν ἕως ; ὅτου ἐφώνησαν τοὺς ; γονεῖς ; αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος,
فَلَمْ يُصَدِّقِ الْيَهُودُ عَنْهُ أَنَّهُ كَانَ أَعْمَى فَأَبْصَرَ حَتَّى دَعَوْا أَبَوَيِ الَّذِي أَبْصَرَ.
οὐκ ἐπίστευσαν οἱ ; Ἰουδαῖοι περὶ ; αὐτοῦ ὅτι ἦν τυφλὸς καὶ ; ἀνέβλεψεν ἕως ; ὅτου ἐφώνησαν τοὺς ; γονεῖς ; αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος,
وَقَدْ رَأَى فِي رُؤْيَا رَجُلاً اسْمُهُ حَنَانِيَّا دَاخِلاً وَوَاضِعًا يَدَهُ عَلَيْهِ لِكَيْ يُبْصِرَ.
καὶ εἶδεν ἐν ὁράματι ἄνδρα ὀνόματι Ἁνανίαν εἰσελθόντα καὶ ; ἐπιθέντα χεῖρα αὐτῷ ὅπως ἀναβλέψῃ.¶
فَمَضَى حَنَانِيَّا وَدَخَلَ الْبَيْتَ وَوَضَعَ عَلَيْهِ يَدَيْهِ وَقَالَ: أَيُّهَا الأَخُ شَاوُلُ، قَدْ أَرْسَلَنِي الرَّبُّ يَسُوعُ الَّذِي ظَهَرَ لَكَ فِي الطَّرِيقِ الَّذِي جِئْتَ فِيهِ، لِكَيْ تُبْصِرَ وَتَمْتَلِئَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
Ἀπῆλθεν ; δὲ Ἁνανίας καὶ ; εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν, καὶ ; ἐπιθεὶς ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας εἶπεν· ἀδελφέ, Σαοὺλ ἀπέσταλκέν ; με, ὁ ; κύριος Ἰησοῦς ὁ ; ὀφθείς σοι ἐν τῇ ; ὁδῷ ᾗ ἤρχου, ὅπως ἀναβλέψῃς καὶ ; πλησθῇς πνεύματος ἁγίου.
فَلِلْوَقْتِ وَقَعَ مِنْ عَيْنَيْهِ شَيْءٌ كَأَنَّهُ قُشُورٌ، فَأَبْصَرَ فِي الْحَالِ، وَقَامَ وَاعْتَمَدَ.
καὶ ; εὐθέως ἀπέπεσαν ἀπὸ αὐτοῦ ; τῶν ; ὀφθαλμῶν ὡσεὶ λεπίδες, ἀνέβλεψέν τε ; παραχρῆμα ἀναστὰς ; καὶ ἐβαπτίσθη,
أَتَى إِلَيَّ، وَوَقَفَ وَقَالَ لِي: أَيُّهَا الأَخُ شَاوُلُ، أَبْصِرْ. فَفِي تِلْكَ السَّاعَةِ نَظَرْتُ إِلَيْهِ،
ἐλθὼν πρός ; με ἐπιστὰς ; καὶ εἶπέν μοι· ἀδελφέ, Σαοὺλ ἀνάβλεψον. αὐτῇ τῇ ; ὥρᾳ κἀγὼ ; ἀνέβλεψα εἰς ; αὐτόν.
أَتَى إِلَيَّ، وَوَقَفَ وَقَالَ لِي: أَيُّهَا الأَخُ شَاوُلُ، أَبْصِرْ. فَفِي تِلْكَ السَّاعَةِ نَظَرْتُ إِلَيْهِ،
ἐλθὼν πρός ; με ἐπιστὰς ; καὶ εἶπέν μοι· ἀδελφέ, Σαοὺλ ἀνάβλεψον. αὐτῇ τῇ ; ὥρᾳ κἀγὼ ; ἀνέβλεψα εἰς ; αὐτόν.