ك
إصحاح
G289
G290. ampelṓn
G291
المعنى المختصر للكلمة
ampelṓn: a vineyard
اللفظ الأصلي ἀμπελών
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ampelṓn (am-pel-ohn)
تكرار الورود في الكتاب 19 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

a vineyard

الإنجليزية — KJV Translation Tags
vineyard

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀμπελῶνα (4×) τὸν ; ἀμπελῶνα (4×) τοῦ ; ἀμπελῶνος (4×) τοῦ ; ἀμπελῶνος; (2×) τοῦ ; ἀμπελῶνος. (2×) τὸν ; ἀμπελῶνα, (1×) τοῦ ; ἀμπελῶνος· (1×) τοῦ ; ἀμπελῶνος, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (19 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقَالَ لَهُمُ: اذْهَبُوا أَنْتُمْ أَيْضًا إِلَى الْكَرْمِ فَأُعْطِيَكُمْ مَا يَحِقُّ لَكُمْ. فَمَضَوْا.
καὶ ; εἶπεν· ἐκείνοις ὑπάγετε ὑμεῖς καὶ εἰς τὸν ; ἀμπελῶνα, καὶ ; δώσω ; ὑμῖν. ὃ ; ἐὰν ᾖ ; δίκαιον ἀπῆλθον.
قَالُوا لَهُ: لأَنَّهُ لَمْ يَسْتَأْجِرْنَا أَحَدٌ. قَالَ لَهُمُ: اذْهَبُوا أَنْتُمْ أَيْضًا إِلَى الْكَرْمِ فَتَأْخُذُوا مَا يَحِقُّ لَكُمْ.
λέγουσιν αὐτῷ ὅτι οὐδεὶς ; ἡμᾶς ; ἐμισθώσατο. λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε ὑμεῖς καὶ εἰς τὸν ; ἀμπελῶνα καὶ ; λήψεσθε.¶ ὃ ; ἐὰν ᾖ ; δίκαιον
فَلَمَّا كَانَ الْمَسَاءُ قَالَ صَاحِبُ الْكَرْمِ لِوَكِيلِهِ: ادْعُ الْفَعَلَةَ وَأَعْطِهِمُ الأُجْرَةَ مُبْتَدِئًا مِنَ الآخِرِينَ إِلَى الأَوَّلِينَ.
δὲ γενομένης Ὀψίας λέγει ὁ ; κύριος τοῦ ; ἀμπελῶνος τῷ ; ἐπιτρόπῳ ; αὐτοῦ· κάλεσον τοὺς ; ἐργάτας καὶ ; ἀπόδος ; αὐτοῖς τὸν ; μισθὸν ἀρξάμενος ἀπὸ τῶν ; ἐσχάτων ἕως πρώτων.
متى 21: 33 Mat.21.33
اِسْمَعُوا مَثَلاً آخَرَ: كَانَ إِنْسَانٌ رَبُّ بَيْتٍ غَرَسَ كَرْمًا، وَأَحَاطَهُ بِسِيَاجٍ، وَحَفَرَ فِيهِ مَعْصَرَةً، وَبَنَى بُرْجًا، وَسَلَّمَهُ إِلَى كَرَّامِينَ وَسَافَرَ.
ἀκούσατε· παραβολὴν Ἄλλην ἦν ἄνθρωπος οἰκοδεσπότης ; τις ὅστις ; ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ ; αὐτῷ ; περιέθηκεν φραγμὸν καὶ ; ὤρυξεν ἐν ; αὐτῷ ληνὸν καὶ ; ᾠκοδόμησεν πύργον καὶ ; ἐξέδετο ; αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ; ἀπεδήμησεν.
متى 21: 39 Mat.21.39
فَأَخَذُوهُ وَأَخْرَجُوهُ خَارِجَ الْكَرْمِ وَقَتَلُوهُ.
καὶ ; λαβόντες ; αὐτὸν ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ; ἀμπελῶνος καὶ ; ἀπέκτειναν.
متى 21: 40 Mat.21.40
فَمَتَى جَاءَ صَاحِبُ الْكَرْمِ، مَاذَا يَفْعَلُ بِأُولَئِكَ الْكَرَّامِينَ.
ὅταν ; οὖν ἔλθῃ ὁ ; κύριος τοῦ ; ἀμπελῶνος, τί ποιήσει ἐκείνοις; τοῖς ; γεωργοῖς
متى 21: 41 Mat.21.41
قَالُوا لَهُ: أُولئِكَ الأَرْدِيَاءُ يُهْلِكُهُمْ هَلاَكًا رَدِيًّا، وَيُسَلِّمُ الْكَرْمَ إِلَى كَرَّامِينَ آخَرِينَ يُعْطُونَهُ الأَثْمَارَ فِي أَوْقَاتِهَا.
λέγουσιν αὐτῷ· κακοὺς ἀπολέσει ; αὐτοὺς κακῶς καὶ ; ἐκδώσεται τὸν ; ἀμπελῶνα γεωργοῖς ἄλλοις οἵτινες ; ἀποδώσουσιν ; αὐτῷ τοὺς ; καρποὺς ἐν τοῖς ; καιροῖς ; αὐτῶν.¶
وَابْتَدَأَ يَقُولُ لَهُمْ بِأَمْثَال: إِنْسَانٌ غَرَسَ كَرْمًا وَأَحَاطَهُ بِسِيَاجٍ، وَحَفَرَ حَوْضَ مَعْصَرَةٍ، وَبَنَى بُرْجًا، وَسَلَّمَهُ إِلَى كَرَّامِينَ وَسَافَرَ.
Καὶ ; ἤρξατο λέγειν αὐτοῖς ἐν ; παραβολαῖς ἄνθρωπος ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ ; περιέθηκεν φραγμὸν καὶ ; ὤρυξεν ὑπολήνιον καὶ ; ᾠκοδόμησεν πύργον καὶ ; ἐξέδετο ; αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ; ἀπεδήμησεν
ثُمَّ أَرْسَلَ إِلَى الْكَرَّامِينَ فِي الْوَقْتِ عَبْدًا لِيَأْخُذَ مِنَ الْكَرَّامِينَ مِنْ ثَمَرِ الْكَرْمِ،
καὶ ἀπέστειλεν πρὸς τοὺς ; γεωργοὺς τῷ ; καιρῷ δοῦλον ἵνα ; λάβῃ παρὰ τῶν ; γεωργῶν ἀπὸ τοῦ; καρποῦ τοῦ ; ἀμπελῶνος.
فَأَخَذُوهُ وَقَتَلُوهُ وَأَخْرَجُوهُ خَارِجَ الْكَرْمِ.
καὶ ; λαβόντες ἀπέκτειναν ; αὐτὸν καὶ ; ἐξέβαλον ; αὐτὸν ἔξω τοῦ ; ἀμπελῶνος.
فَمَاذَا يَفْعَلُ صَاحِبُ الْكَرْمِ. يَأْتِي وَيُهْلِكُ الْكَرَّامِينَ، وَيُعْطِي الْكَرْمَ إِلَى آخَرِينَ.
τί ; οὖν ποιήσει ὁ ; κύριος τοῦ ; ἀμπελῶνος; ἐλεύσεται καὶ ; ἀπολέσει τοὺς ; γεωργοὺς καὶ ; δώσει τὸν ; ἀμπελῶνα ἄλλοις.
فَمَاذَا يَفْعَلُ صَاحِبُ الْكَرْمِ. يَأْتِي وَيُهْلِكُ الْكَرَّامِينَ، وَيُعْطِي الْكَرْمَ إِلَى آخَرِينَ.
τί ; οὖν ποιήσει ὁ ; κύριος τοῦ ; ἀμπελῶνος; ἐλεύσεται καὶ ; ἀπολέσει τοὺς ; γεωργοὺς καὶ ; δώσει τὸν ; ἀμπελῶνα ἄλλοις.
وَابْتَدَأَ يَقُولُ لِلشَّعْبِ هذَا الْمَثَلَ: إِنْسَانٌ غَرَسَ كَرْمًا وَسَلَّمَهُ إِلَى كَرَّامِينَ وَسَافَرَ زَمَانًا طَوِيلاً.
Ἤρξατο ; δὲ λέγειν πρὸς ; τὸν ; λαὸν ταύτην· τὴν ; παραβολὴν ἄνθρωπός ; τις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ ; ἐξέδετο ; αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ; ἀπεδήμησεν χρόνους ἱκανούς.
وَفِي الْوَقْتِ أَرْسَلَ إِلَى الْكَرَّامِينَ عَبْدًا لِكَيْ يُعْطُوهُ مِنْ ثَمَرِ الْكَرْمِ، فَجَلَدَهُ الْكَرَّامُونَ، وَأَرْسَلُوهُ فَارِغًا.
καὶ ; ἐν καιρῷ ἀπέστειλεν πρὸς τοὺς ; γεωργοὺς δοῦλον ἵνα δῶσιν; αὐτῷ· ἀπὸ τοῦ ; καρποῦ τοῦ ; ἀμπελῶνος δὲ ; αὐτὸν ; δείραντες οἱ ; γεωργοὶ ἐξαπέστειλαν ; αὐτὸν κενόν.
فَقَالَ صَاحِبُ الْكَرْمِ: مَاذَا أَفْعَلُ. أُرْسِلُ ابْنِي الْحَبِيبَ، لَعَلَّهُمْ إِذَا رَأَوْهُ يَهَابُونَ.
δὲ ; Εἶπεν ὁ ; κύριος τοῦ ; ἀμπελῶνος· τί ποιήσω; πέμψω τὸν ; υἱόν ; μου τὸν ; ἀγαπητόν· ἴσως ἰδόντες ; τοῦτον ἐντραπήσονται.
فَأَخْرَجُوهُ خَارِجَ الْكَرْمِ وَقَتَلُوهُ. فَمَاذَا يَفْعَلُ بِهِمْ صَاحِبُ الْكَرْمِ.
καὶ ; ἐκβαλόντες ; αὐτὸν ἔξω τοῦ ; ἀμπελῶνος ἀπέκτειναν. τί ; οὖν ποιήσει αὐτοῖς ὁ ; κύριος τοῦ ; ἀμπελῶνος;
فَأَخْرَجُوهُ خَارِجَ الْكَرْمِ وَقَتَلُوهُ. فَمَاذَا يَفْعَلُ بِهِمْ صَاحِبُ الْكَرْمِ.
καὶ ; ἐκβαλόντες ; αὐτὸν ἔξω τοῦ ; ἀμπελῶνος ἀπέκτειναν. τί ; οὖν ποιήσει αὐτοῖς ὁ ; κύριος τοῦ ; ἀμπελῶνος;
يَأْتِي وَيُهْلِكُ هؤُلاَءِ الْكَرَّامِينَ وَيُعْطِي الْكَرْمَ لآخَرِينَ. فَلَمَّا سَمِعُوا قَالُوا: حَاشَا.
ἐλεύσεται καὶ ; ἀπολέσει τούτους τοὺς ; γεωργοὺς καὶ ; δώσει τὸν ; ἀμπελῶνα ἄλλοις. δὲ ἀκούσαντες εἶπαν· μὴ ; γένοιτο.
مَنْ تَجَنَّدَ قَطُّ بِنَفَقَةِ نَفْسِهِ. وَمَنْ يَغْرِسُ كَرْمًا وَمِنْ ثَمَرِهِ لاَ يَأْكُلُ. أَوْ مَنْ يَرْعَى رَعِيَّةً وَمِنْ لَبَنِ الرَّعِيَّةِ لاَ يَأْكُلُ.
τίς στρατεύεται ποτέ; ὀψωνίοις ἰδίοις τίς φυτεύει ἀμπελῶνα καὶ ; ἐκ τοῦ; καρποῦ; αὐτοῦ οὐκ ἐσθίει; ἢ τίς ποιμαίνει ποίμνην καὶ ; ἐκ τοῦ ; γάλακτος τῆς ; ποίμνης οὐκ ἐσθίει;