المعنى المختصر للكلمة
koinóō:
to make (or consider) profane (ceremonially)
اللفظ الأصلي
κοινόω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
koinóō
(koy-no-o)
تكرار الورود في الكتاب
14
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
to make (or consider) profane (ceremonially)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
call common
defile
pollute
unclean
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
κοινοῖ (5×)
κοίνου. (2×)
κοινοῦντα (2×)
τοὺς ; κεκοινωμένους (1×)
κοινοῦν (1×)
καὶ ; κοινοῖ (1×)
καὶ ; κεκοίνωκεν (1×)
αὐτὸν ; κοινῶσαι; (1×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (14 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 15: 11
Mat.15.11
لَيْسَ مَا يَدْخُلُ الْفَمَ يُنَجِّسُ الإِنْسَانَ، بَلْ مَا يَخْرُجُ مِنَ الْفَمِ هذَا يُنَجِّسُ الإِنْسَانَ.
οὐ τὸ εἰσερχόμενον εἰς ; τὸ ; στόμα κοινοῖ τὸν ; ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸ ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ ; στόματος, τοῦτο κοινοῖ τὸν ; ἄνθρωπον.¶
متى 15: 11
Mat.15.11
لَيْسَ مَا يَدْخُلُ الْفَمَ يُنَجِّسُ الإِنْسَانَ، بَلْ مَا يَخْرُجُ مِنَ الْفَمِ هذَا يُنَجِّسُ الإِنْسَانَ.
οὐ τὸ εἰσερχόμενον εἰς ; τὸ ; στόμα κοινοῖ τὸν ; ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸ ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ ; στόματος, τοῦτο κοινοῖ τὸν ; ἄνθρωπον.¶
متى 15: 18
Mat.15.18
وَأَمَّا مَا يَخْرُجُ مِنَ الْفَمِ فَمِنَ الْقَلْب يَصْدُرُ، وَذَاكَ يُنَجِّسُ الإِنْسَانَ،
δὲ τὰ ; ἐκπορευόμενα ἐκ τοῦ ; στόματος ἐκ τῆς ; καρδίας ἐξέρχεται, κἀκεῖνα κοινοῖ τὸν ; ἄνθρωπον.
متى 15: 20
Mat.15.20
هذِهِ هِيَ الَّتِي تُنَجِّسُ الإِنْسَانَ. وَأَمَّا الأَكْلُ بِأَيْدٍ غَيْرِ مَغْسُولَةٍ فَلاَ يُنَجِّسُ الإِنْسَانَ.
ταῦτά ἐστιν τὰ κοινοῦντα τὸν ; ἄνθρωπον· δὲ φαγεῖν ; τὸ χερσὶν ἀνίπτοις οὐ κοινοῖ τὸν ; ἄνθρωπον.¶
متى 15: 20
Mat.15.20
هذِهِ هِيَ الَّتِي تُنَجِّسُ الإِنْسَانَ. وَأَمَّا الأَكْلُ بِأَيْدٍ غَيْرِ مَغْسُولَةٍ فَلاَ يُنَجِّسُ الإِنْسَانَ.
ταῦτά ἐστιν τὰ κοινοῦντα τὸν ; ἄνθρωπον· δὲ φαγεῖν ; τὸ χερσὶν ἀνίπτοις οὐ κοινοῖ τὸν ; ἄνθρωπον.¶
مرقس 7: 15
Mrk.7.15
لَيْسَ شَيْءٌ مِنْ خَارِجِ الإِنْسَانِ إِذَا دَخَلَ فِيهِ يَقْدِرُ أَنْ يُنَجِّسَهُ، لكِنَّ الأَشْيَاءَ الَّتِي تَخْرُجُ مِنْهُ هِيَ الَّتِي تُنَجِّسُ الإِنْسَانَ.
οὐδέν ἐστιν ἔξωθεν τοῦ ; ἀνθρώπου εἰσπορευόμενον εἰς ; αὐτὸν ὃ ; δύναται κοινῶσαι ; αὐτόν, ἀλλὰ τὰ ἐκπορευόμενά ἀπ᾽ ; αὐτοῦ ἐκεῖνά ; ἐστιν τὰ κοινοῦντα τὸν ; ἄνθρωπον.¶
مرقس 7: 18
Mrk.7.18
فَقَالَ لَهُمْ: أَفَأَنْتُمْ أَيْضًا هكَذَا غَيْرُ فَاهِمِينَ. أَمَا تَفْهَمُونَ أَنَّ كُلَّ مَا يَدْخُلُ الإِنْسَانَ مِنْ خَارِجٍ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يُنَجِّسَهُ،
καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ὑμεῖς ; ἐστε; καὶ οὕτως ἀσύνετοί οὐ νοεῖτε ὅτι πᾶν εἰσπορευόμενον εἰς ; ἄνθρωπον ; τὸν τὸ ; ἔξωθεν οὐ δύναται αὐτὸν ; κοινῶσαι;
مرقس 7: 20
Mrk.7.20
ثُمَّ قَالَ: إِنَّ الَّذِي يَخْرُجُ مِنَ الإِنْسَانِ ذلِكَ يُنَجِّسُ الإِنْسَانَ.
δὲ ἔλεγεν ὅτι τὸ ἐκπορευόμενον, ἐκ τοῦ ; ἀνθρώπου ἐκεῖνο κοινοῖ τὸν ; ἄνθρωπον.
مرقس 7: 23
Mrk.7.23
جَمِيعُ هذِهِ الشُّرُورِ تَخْرُجُ مِنَ الدَّاخِلِ وَتُنَجِّسُ الإِنْسَانَ.
πάντα ταῦτα τὰ ; πονηρὰ ἐκπορεύεται ἔσωθεν καὶ ; κοινοῖ τὸν ; ἄνθρωπον.¶
أعمال الرسل 10: 15
Act.10.15
فَصَارَ إِلَيْهِ أَيْضًا صَوْتٌ ثَانِيَةً: مَا طَهَّرَهُ اللهُ لاَ تُدَنِّسْهُ أَنْتَ.
καὶ ; πρὸς ; αὐτόν· πάλιν φωνὴ ἐκ ; δευτέρου ἃ ἐκαθάρισεν, ὁ ; θεὸς μὴ κοίνου. σὺ
أعمال الرسل 11: 9
Act.11.9
فَأَجَابَنِي صَوْتٌ ثَانِيَةً مِنَ السَّمَاءِ: مَا طَهَّرَهُ اللهُ لاَ تُنَجِّسْهُ أَنْتَ.
ἀπεκρίθη ; δὲ ; μοι φωνὴ ἐκ ; δευτέρου ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ· ἃ ἐκαθάρισεν, ὁ ; θεὸς μὴ κοίνου. σὺ
أعمال الرسل 21: 28
Act.21.28
صَارِخِينَ: يَا أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِسْرَائِيلِيُّونَ، أَعِينُوا. هذَا هُوَ الرَّجُلُ الَّذِي يُعَلِّمُ الْجَمِيعَ فِي كُلِّ مَكَانٍ ضِدًّا لِلشَّعْبِ وَالنَّامُوسِ وَهذَا الْمَوْضِعِ، حَتَّى أَدْخَلَ يُونَانِيِّينَ أَيْضًا إِلَى الْهَيْكَلِ وَدَنَّسَ هذَا الْمَوْضِعَ الْمُقَدَّسَ.
κράζοντες· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, βοηθεῖτε. οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄνθρωπος ὁ διδάσκων, πάντας πανταχοῦ κατὰ τοῦ ; λαοῦ καὶ ; τοῦ ; νόμου καὶ ; τούτου τοῦ ; τόπου ἔτι εἰσήγαγεν Ἕλληνας καὶ εἰς τὸ ; ἱερὸν καὶ ; κεκοίνωκεν τοῦτον. τὸν ; τόπον ἅγιον
العبرانيين 9: 13
Heb.9.13
لأَنَّهُ إِنْ كَانَ دَمُ ثِيرَانٍ وَتُيُوسٍ وَرَمَادُ عِجْلَةٍ مَرْشُوشٌ عَلَى الْمُنَجَّسِينَ، يُقَدِّسُ إِلَى طَهَارَةِ الْجَسَدِ،
γὰρ εἰ τὸ ; αἷμα ταύρων τράγων καὶ ; σποδὸς δαμάλεως ῥαντίζουσα τοὺς ; κεκοινωμένους ἁγιάζει πρὸς τὴν ; καθαρότητα, τῆς ; σαρκὸς
الرؤيا 21: 27
Rev.21.27
وَلَنْ يَدْخُلَهَا شَيْءٌ دَنِسٌ وَلاَ مَا يَصْنَعُ رَجِسًا وَكَذِبًا، إِّلاَّ الْمَكْتُوبِينَ فِي سِفْرِ حَيَاةِ الْخَرُوفِ.
καὶ ; οὐ ; μὴ εἰσέλθῃ ; εἰς ; αὐτὴν πᾶν κοινοῦν καὶ ποιοῦν βδέλυγμα καὶ ; ψεῦδος εἰ ; μὴ οἱ ; γεγραμμένοι ἐν τῷ ; βιβλίῳ τῆς ; ζωῆς τοῦ ; ἀρνίου.¶