ك
إصحاح
G2631
G2632. katakrínō
G2633
المعنى المختصر للكلمة
katakrínō: to judge against, i.e. sentence
اللفظ الأصلي κατακρίνω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق katakrínō (kat-ak-ree-no)
تكرار الورود في الكتاب 15 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to judge against, i.e. sentence

الإنجليزية — KJV Translation Tags
condemn damn

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

κατέκρινεν (3×) καὶ ; κατακρινοῦσιν (2×) σε ; κατέκρινεν; (1×) σε ; κατακρίνω· (1×) κατέκριναν (1×) κατεκρίθη, (1×) κατακέκριται, (1×) κατακρίνεις· (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (15 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 20: 18 Mat.20.18
هَا نَحْنُ صَاعِدُونَ إِلَى أُورُشَلِيمَ، وَابْنُ الإِنْسَانِ يُسَلَّمُ إِلَى رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ، فَيَحْكُمُونَ عَلَيْهِ بِالْمَوْتِ،
ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα, καὶ ; ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ; ἀρχιερεῦσιν καὶ ; γραμματεῦσιν, καὶ ; κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ
حِينَئِذٍ لَمَّا رَأَى يَهُوذَا الَّذِي أَسْلَمَهُ أَنَّهُ قَدْ دِينَ، نَدِمَ وَرَدَّ الثَّلاَثِينَ مِنَ الْفِضَّةِ إِلَى رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالشُّيُوخِ
Τότε ἰδὼν Ἰούδας ὁ παραδιδοὺς ; αὐτὸν ὅτι κατεκρίθη, μεταμεληθεὶς ἀπέστρεψεν τὰ ; τριάκοντα ἀργύρια τοῖς ἀρχιερεῦσιν καὶ ; τοῖς ; πρεσβυτέροις
هَا نَحْنُ صَاعِدُونَ إِلَى أُورُشَلِيمَ، وَابْنُ الإِنْسَانِ يُسَلَّمُ إِلَى رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ، فَيَحْكُمُونَ عَلَيْهِ بِالْمَوْتِ، وَيُسَلِّمُونَهُ إِلَى الأُمَمِ،
ὅτι ; ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα, καὶ ; ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσιν καὶ ; τοῖς ; γραμματεῦσιν, καὶ ; κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ ; παραδώσουσιν ; αὐτὸν τοῖς ἔθνεσιν
قَدْ سَمِعْتُمُ التَّجَادِيفَ. مَا رَأْيُكُمْ. فَالْجَمِيعُ حَكَمُوا عَلَيْهِ أَنَّهُ مُسْتَوْجِبُ الْمَوْتِ.
ἠκούσατε τῆς ; βλασφημίας· τί ὑμῖν ; φαίνεται; δὲ ; πάντες κατέκριναν αὐτὸν εἶναι ἔνοχον θανάτου.
مَنْ آمَنَ وَاعْتَمَدَ خَلَصَ، وَمَنْ لَمْ يُؤْمِنْ يُدَنْ.
ὁ πιστεύσας καὶ ; βαπτισθεὶς σωθήσεται· ὁ ; δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται.¶
فَلَمَّا انْتَصَبَ يَسُوعُ وَلَمْ يَنْظُرْ أَحَدًا سِوَى الْمَرْأَةِ، قَالَ لَهَا: يَا امْرَأَةُ، أَيْنَ هُمْ أُولئِكَ الْمُشْتَكُونَ عَلَيْكِ. أَمَا دَانَكِ أَحَدٌ.
δὲ ἀνακύψας ὁ ; Ἰησοῦς καὶ θεασάμενος μηδένα πλὴν τὴς ; γυναικός εἶπεν αὐτῇ· ἡ ; γυνή, ποῦ εἰσιν ἐκεῖνοι οἱ ; κατήγοροί σου σε ; κατέκρινεν; οὐδείς
فَقَالَتْ: لاَ أَحَدَ، يَا سَيِّدُ.. فَقَالَ لَهَا يَسُوعُ: وَلاَ أَنَا أَدِينُكِ. اذْهَبِي وَلاَ تُخْطِئِي أَيْضًا.
ἡ ; δὲ ; εἶπεν, οὐδείς, κύριε. εἶπεν ; δὲ αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς, οὐδὲ ἐγώ σε ; κατακρίνω· πορεύου καὶ ; μηκέτι ; ἁμάρτανε.¶]]
لِذلِكَ أَنْتَ بِلاَ عُذْرٍ أَيُّهَا الإِنْسَانُ، كُلُّ مَنْ يَدِينُ. لأَنَّكَ فِي مَا تَدِينُ غَيْرَكَ تَحْكُمُ عَلَى نَفْسِكَ. لأَنَّكَ أَنْتَ الَّذِي تَدِينُ تَفْعَلُ تِلْكَ الأُمُورَ بِعَيْنِهَا.
Διὸ εἶ, ἀναπολόγητος ὦ ἄνθρωπε πᾶς ὁ κρίνων· γὰρ ἐν ᾧ κρίνεις τὸν ; ἕτερον, κατακρίνεις· σεαυτὸν γὰρ ὁ κρίνων. πράσσεις τὰ ; αὐτὰ
لأَنَّهُ النَّامُوسُ عَاجِزًا عَنْهُ، فِي مَا كَانَ ضَعِيفًا بِالْجَسَدِ، فَاللهُ إِذْ أَرْسَلَ ابْنَهُ فِي شِبْهِ جَسَدِ الْخَطِيَّةِ، وَلأَجْلِ الْخَطِيَّةِ، دَانَ الْخَطِيَّةَ فِي الْجَسَدِ،
γὰρ τοῦ ; νόμου, τὸ ; ἀδύνατον ἐν ᾧ ἠσθένει διὰ ; τῆς ; σαρκός, ὁ ; θεὸς πέμψας τὸν ; ἑαυτοῦ ; υἱὸν ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας καὶ ; περὶ ἁμαρτίας κατέκρινεν τὴν ; ἁμαρτίαν ἐν τῇ ; σαρκί,
مَنْ هُوَ الَّذِي يَدِينُ. اَلْمَسِيحُ هُوَ الَّذِي مَاتَ، بَلْ بِالْحَرِيِّ قَامَ أَيْضًا، الَّذِي هُوَ أَيْضًا عَنْ يَمِينِ اللهِ، الَّذِي أَيْضًا يَشْفَعُ فِينَا.
τίς ὁ κατακρινῶν; Χριστὸς ὁ ; ἀποθανὼν δὲ μᾶλλον ἐγερθείς καὶ ὃς ἐστιν καί ἐν δεξιᾷ τοῦ ; θεοῦ, ὃς καὶ ἐντυγχάνει ὑπὲρ ; ἡμῶν.¶
وَأَمَّا الَّذِي يَرْتَابُ فَإِنْ أَكَلَ يُدَانُ، لأَنَّ ذلِكَ لَيْسَ مِنَ الإِيمَانِ، وَكُلُّ مَا لَيْسَ مِنَ الإِيمَانِ فَهُوَ خَطِيَّةٌ.
δὲ ὁ διακρινόμενος ἐὰν φάγῃ κατακέκριται, ὅτι οὐκ ἐκ πίστεως· πᾶν ; δὲ οὐκ ἐκ πίστεως ἐστίν.¶ ἁμαρτία
وَلكِنْ إِذْ قَدْ حُكِمَ عَلَيْنَا، نُؤَدَّبُ مِنَ الرَّبِّ لِكَيْ لاَ نُدَانَ مَعَ الْعَالَمِ.
δὲ κρινόμενοι παιδευόμεθα, ὑπὸ κυρίου ἵνα μὴ κατακριθῶμεν.¶ σὺν τῷ ; κόσμῳ
بِالإِيمَانِ نُوحٌ لَمَّا أُوحِيَ إِلَيْهِ عَنْ أُمُورٍ لَمْ تُرَ بَعْدُ خَافَ، فَبَنَى فُلْكًا لِخَلاَصِ بَيْتِهِ، فَبِهِ دَانَ الْعَالَمَ، وَصَارَ وَارِثًا لِلْبِرِّ الَّذِي حَسَبَ الإِيمَانِ.
Πίστει Νῶε χρηματισθεὶς περὶ τῶν μηδέπω ; βλεπομένων εὐλαβηθεὶς κατεσκεύασεν κιβωτὸν εἰς ; σωτηρίαν τοῦ ; οἴκου ; αὐτοῦ, δι᾽ ; ἧς κατέκρινεν τὸν ; κόσμον καὶ ; ἐγένετο κληρονόμος.¶ τῆς ; δικαιοσύνης κατὰ πίστιν
لاَ يَئِنَّ بَعْضُكُمْ عَلَى بَعْضٍ أَيُّهَا الإِخْوَةُ لِئَلاَّ تُدَانُوا. هُوَذَا الدَّيَّانُ وَاقِفٌ قُدَّامَ الْبَابِ.
μὴ στενάζετε, ἀλλήλων, ; κατ᾽ ἀδελφοί, ἵνα ; μὴ κατακριθῆτε ἰδοὺ ὁ ; κριτὴς ἕστηκεν. πρὸ τῶν ; θυρῶν
وَإِذْ رَمَّدَ مَدِينَتَيْ سَدُومَ وَعَمُورَةَ، حَكَمَ عَلَيْهِمَا بِالانْقِلاَبِ، وَاضِعًا عِبْرَةً لِلْعَتِيدِينَ أَنْ يَفْجُرُوا،
καὶ τεφρώσας πόλεις Σοδόμων καὶ ; Γομόρρας κατέκρινεν καταστροφῇ τεθεικώς, ὑπόδειγμα μελλόντων ἀσεβεῖν