ك
إصحاح
G2477
G2478. ischyrós
G2479
المعنى المختصر للكلمة
ischyrós: forcible (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي ἰσχυρός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ischyrós (is-khoo-ros)
تكرار الورود في الكتاب 26 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

forcible (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
boisterous mighty(-ier) powerful strong(-er, man) valiant

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἰσχυρότερός (3×) ἰσχυρὸς (3×) ἰσχυρὸν (3×) ἰσχυρῶν (2×) τοῦ ; ἰσχυροῦ (2×) ὁ ; ἰσχυρὸς (1×) ἰσχυρᾶς (1×) ἰσχυρότερος (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (26 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أَنَا أُعَمِّدُكُمْ بِمَاءٍ لِلتَّوْبَةِ، وَلكِنِ الَّذِي يَأْتِي بَعْدِي هُوَ أَقْوَى مِنِّي، الَّذِي لَسْتُ أَهْلاً أَنْ أَحْمِلَ حِذَاءَهُ. هُوَ سَيُعَمِّدُكُمْ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ وَنَارٍ.
ἐγὼ ὑμᾶς ; βαπτίζω ἐν ; ὕδατι εἰς ; μετάνοιαν, δὲ ὁ ; ἐρχόμενος ὀπίσω ; μου ἰσχυρότερός μού οὗ οὐκ ; εἰμὶ ἱκανὸς βαστάσαι· ὑποδήματα ; τὰ αὐτὸς ὑμᾶς ; βαπτίσει ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ καὶ ; πυρί·
متى 12: 29 Mat.12.29
أَمْ كَيْفَ يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يَدْخُلَ بَيْتَ الْقَوِيِّ وَيَنْهَبَ أَمْتِعَتَهُ، إِنْ لَمْ يَرْبِطِ الْقَوِيَّ أَوَّلاً، وَحِينَئِذٍ يَنْهَبُ بَيْتَهُ.
ἢ πῶς δύναταί τις εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν τοῦ ; ἰσχυροῦ καὶ ; διαρπάσαι τὰ ; σκεύη ; αὐτοῦ ἐὰν μὴ δήσῃ τὸν ; ἰσχυρόν; πρῶτον καὶ ; τότε διαρπάσει.¶ τὴν ; οἰκίαν ; αὐτοῦ
متى 12: 29 Mat.12.29
أَمْ كَيْفَ يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يَدْخُلَ بَيْتَ الْقَوِيِّ وَيَنْهَبَ أَمْتِعَتَهُ، إِنْ لَمْ يَرْبِطِ الْقَوِيَّ أَوَّلاً، وَحِينَئِذٍ يَنْهَبُ بَيْتَهُ.
ἢ πῶς δύναταί τις εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν τοῦ ; ἰσχυροῦ καὶ ; διαρπάσαι τὰ ; σκεύη ; αὐτοῦ ἐὰν μὴ δήσῃ τὸν ; ἰσχυρόν; πρῶτον καὶ ; τότε διαρπάσει.¶ τὴν ; οἰκίαν ; αὐτοῦ
متى 14: 30 Mat.14.30
وَلكِنْ لَمَّا رَأَى الرِّيحَ شَدِيدَةً خَافَ. وَإِذِ ابْتَدَأَ يَغْرَقُ، صَرَخَ قِائِلاً: يَا رَبُّ، نَجِّنِي..
δὲ βλέπων τὸν ; ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξεν λέγων· κύριε, σῶσόν ; με.¶
وَكَانَ يَكْرِزُ قَائِلاً: يَأْتِي بَعْدِي مَنْ هُوَ أَقْوَى مِنِّي، الَّذِي لَسْتُ أَهْلاً أَنْ أَنْحَنِيَ وَأَحُلَّ سُيُورَ حِذَائِهِ.
καὶ ; ἐκήρυσσεν λέγων· ἔρχεται ὀπίσω ; μου, ὁ ἰσχυρότερός μου οὗ οὐκ εἰμὶ ; ἱκανὸς κύψας λῦσαι τὸν ; ἱμάντα τῶν ; ὑποδημάτων
لاَ يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يَدْخُلَ بَيْتَ قَوِيٍّ وَيَنْهَبَ أَمْتِعَتَهُ، إِنْ لَمْ يَرْبِطِ الْقَوِيَّ أَوَّلاً، وَحِينَئِذٍ يَنْهَبُ بَيْتَهُ.
οὐ δύναται οὐδεὶς εἰσελθὼν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν τοῦ ; ἰσχυροῦ διαρπάσαι, τὰ ; σκεύη ; αὐτοῦ ἐὰν μὴ δήσῃ, τὸν ; ἰσχυρὸν πρῶτον καὶ ; τότε διαρπάσει.¶ τὴν ; οἰκίαν ; αὐτοῦ
لاَ يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يَدْخُلَ بَيْتَ قَوِيٍّ وَيَنْهَبَ أَمْتِعَتَهُ، إِنْ لَمْ يَرْبِطِ الْقَوِيَّ أَوَّلاً، وَحِينَئِذٍ يَنْهَبُ بَيْتَهُ.
οὐ δύναται οὐδεὶς εἰσελθὼν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν τοῦ ; ἰσχυροῦ διαρπάσαι, τὰ ; σκεύη ; αὐτοῦ ἐὰν μὴ δήσῃ, τὸν ; ἰσχυρὸν πρῶτον καὶ ; τότε διαρπάσει.¶ τὴν ; οἰκίαν ; αὐτοῦ
أَجَابَ يُوحَنَّا الْجَمِيعَ قِائِلاً: أَنَا أُعَمِّدُكُمْ بِمَاءٍ، وَلكِنْ يَأْتِي مَنْ هُوَ أَقْوَى مِنِّي، الَّذِي لَسْتُ أَهْلاً أَنْ أَحُلَّ سُيُورَ حِذَائِهِ. هُوَ سَيُعَمِّدُكُمْ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ وَنَارٍ.
ἀπεκρίνατο ὁ ; Ἰωάννης· ἅπασιν λέγων ἐγὼ μὲν ; βαπτίζω ; ὑμᾶς· ὕδατι δὲ ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου, οὗ οὐκ ; εἰμὶ ἱκανὸς λῦσαι τὸν ; ἱμάντα τῶν ; ὑποδημάτων ; αὐτοῦ. αὐτὸς ὑμᾶς ; βαπτίσει ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ καὶ ; πυρί,
حِينَمَا يَحْفَظُ الْقَوِيُّ دَارَهُ مُتَسَلِّحًا، تَكُونُ أَمْوَالُهُ فِي أَمَانٍ.
ὅταν φυλάσσῃ ὁ ; ἰσχυρὸς τὴν ; ἑαυτοῦ ; αὐλήν, καθωπλισμένος ἐστὶν τὰ ; ὑπάρχοντα ; αὐτοῦ· ἐν εἰρήνῃ
وَلكِنْ مَتَى جَاءَ مَنْ هُوَ أَقْوَى مِنْهُ فَإِنَّهُ يَغْلِبُهُ، وَيَنْزِعُ سِلاَحَهُ الْكَامِلَ الَّذِي اتَّكَلَ عَلَيْهِ، وَيُوَزِّعُ غَنَائِمَهُ.
δὲ ἐπὰν ἐπελθὼν ἰσχυρότερος αὐτοῦ νικήσῃ ; αὐτόν, αἴρει τὴν ; πανοπλίαν ; αὐτοῦ ἐφ᾽ ; ᾗ ἐπεποίθει, καὶ ; διαδίδωσιν. τὰ ; σκῦλα ; αὐτοῦ
فَلَمَّا أَنْفَقَ كُلَّ شَيْءٍ، حَدَثَ جُوعٌ شَدِيدٌ فِي تِلْكَ الْكُورَةِ، فَابْتَدَأَ يَحْتَاجُ.
δὲ δαπανήσαντος ; αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ ἐκείνην, τὴν ; χώραν καὶ ; αὐτὸς ; ἤρξατο ὑστερεῖσθαι.
بَلِ اخْتَارَ اللهُ جُهَّالَ الْعَالَمِ لِيُخْزِيَ الْحُكَمَاءَ. وَاخْتَارَ اللهُ ضُعَفَاءَ الْعَالَمِ لِيُخْزِيَ الأَقْوِيَاءَ.
ἀλλὰ ἐξελέξατο ὁ ; θεὸς τὰ ; μωρὰ τοῦ ; κόσμου ἵνα ; καταισχύνῃ τοὺς ; σοφούς, καὶ ; ἐξελέξατο ὁ ; θεὸς τὰ ; ἀσθενῆ τοῦ ; κόσμου ἵνα ; καταισχύνῃ τὰ ; ἰσχυρά,
نَحْنُ جُهَّالٌ مِنْ أَجْلِ الْمَسِيحِ، وَأَمَّا أَنْتُمْ فَحُكَمَاءُ فِي الْمَسِيحِ. نَحْنُ ضُعَفَاءُ، وَأَمَّا أَنْتُمْ فَأَقْوِيَاءُ. أَنْتُمْ مُكَرَّمُونَ، وَأَمَّا نَحْنُ فَبِلاَ كَرَامَةٍ.
ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστὸν δὲ ὑμεῖς φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀσθενεῖς δὲ ὑμεῖς ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔνδοξοι δὲ ἡμεῖς ἄτιμοι.
أَمْ نُغِيرُ الرَّبَّ. أَلَعَلَّنَا أَقْوَى مِنْهُ.
ἢ παραζηλοῦμεν τὸν ; κύριον; μὴ ; ἐσμεν;¶ ἰσχυρότεροι αὐτοῦ
لأَنَّهُ يَقُولُ: الرَّسَائِلُ ثَقِيلَةٌ وَقَوِيَّةٌ، وَأَمَّا حُضُورُ الْجَسَدِ فَضَعِيفٌ، وَالْكَلاَمُ حَقِيرٌ.
ὅτι μέν ; φησιν αἱ ; ἐπιστολαὶ βαρεῖαι καὶ ; ἰσχυραί, δὲ ἡ ; παρουσία τοῦ ; σώματος ἀσθενὴς καὶ ; ὁ ; λόγος ἐξουθενημένος.
الَّذِي، فِي أَيَّامِ جَسَدِهِ، إِذْ قَدَّمَ بِصُرَاخٍ شَدِيدٍ وَدُمُوعٍ طَلِبَاتٍ وَتَضَرُّعَاتٍ لِلْقَادِرِ أَنْ يُخَلِّصَهُ مِنَ الْمَوْتِ، وَسُمِعَ لَهُ مِنْ أَجْلِ تَقْوَاهُ،
ὃς ἐν ταῖς ; ἡμέραις τῆς ; σαρκὸς ; αὐτοῦ προσενέγκας μετὰ ; κραυγῆς ἰσχυρᾶς καὶ ; δακρύων δεήσεις τε ; καὶ ; ἱκετηρίας πρὸς ; τὸν ; δυνάμενον σῴζειν ; αὐτὸν ἐκ θανάτου καὶ ; εἰσακουσθεὶς ἀπὸ τῆς ; εὐλαβείας,
حَتَّى بِأَمْرَيْنِ عَدِيمَيِ التَّغَيُّرِ، لاَ يُمْكِنُ أَنَّ اللهَ يَكْذِبُ فِيهِمَا، تَكُونُ لَنَا تَعْزِيَةٌ قَوِيَّةٌ، نَحْنُ الَّذِينَ الْتَجَأْنَا لِنُمْسِكَ بِالرَّجَاءِ الْمَوْضُوعِ أَمَامَنَا،
ἵνα διὰ ; δύο ; πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἀδύνατον τὸν ; θεόν, ψεύσασθαι ἐν ; οἷς ἔχωμεν παράκλησιν ἰσχυρὰν οἱ ; καταφυγόντες κρατῆσαι ἐλπίδος· τῆς ; προκειμένης
أَطْفَأُوا قُوَّةَ النَّارِ، نَجَوْا مِنْ حَدِّ السَّيْفِ، تَقَوَّوْا مِنْ ضُعْفٍ، صَارُوا أَشِدَّاءَ فِي الْحَرْبِ، هَزَمُوا جُيُوشَ غُرَبَاءَ،
ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρης, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, ἔκλιναν παρεμβολὰς ἀλλοτρίων.
كَتَبْتُ إِلَيْكُمْ أَيُّهَا الآبَاءُ، لأَنَّكُمْ قَدْ عَرَفْتُمُ الَّذِي مِنَ الْبَدْءِ. كَتَبْتُ إِلَيْكُمْ أَيُّهَا الأَحْدَاثُ، لأَنَّكُمْ أَقْوِيَاءُ، وَكَلِمَةُ اللهِ ثَابِتَةٌ فِيكُمْ، وَقَدْ غَلَبْتُمُ الشِّرِّيرَ.
ἔγραψα ὑμῖν, πατέρες, ὅτι ἐγνώκατε τὸν ἀπ᾽ ἀρχῆς. ἔγραψα ὑμῖν, νεανίσκοι, ὅτι ; ἐστε ἰσχυροί καὶ ; ὁ ; λόγος τοῦ ; θεοῦ μένει ἐν ; ὑμῖν καὶ νενικήκατε τὸν ; πονηρόν.¶
وَرَأَيْتُ مَلاَكًا قَوِيًّا يُنَادِي بِصَوْتٍ عَظِيمٍ: مَنْ هُوَ مُسْتَحِقٌّ أَنْ يَفْتَحَ السِّفْرَ وَيَفُكَّ خُتُومَهُ.
Καὶ ; εἶδον ἄγγελον ἰσχυρὸν κηρύσσοντα ἐν ; φωνῇ μεγάλῃ· τίς ; ἐστιν ἄξιος ἀνοῖξαι τὸ ; βιβλίον καὶ ; λῦσαι τὰς ; σφραγῖδας ; αὐτοῦ;
ثُمَّ رَأَيْتُ مَلاَكًا آخَرَ قَوِيًّا نَازِلاً مِنَ السَّمَاءِ، مُتَسَرْبِلاً بِسَحَابَةٍ، وَعَلَى رَأْسِهِ قَوْسُ قُزَحَ، وَوَجْهُهُ كَالشَّمْسِ، وَرِجْلاَهُ كَعَمُودَيْ نَارٍ،
Καὶ εἶδον ἄγγελον ἄλλον ἰσχυρὸν καταβαίνοντα ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ περιβεβλημένον νεφέλην, καὶ ; ἐπὶ τῆς ; κεφαλῆς ; αὐτοῦ, ἡ ; ἶρις καὶ ; τὸ ; πρόσωπον ; αὐτοῦ ὡς ; ὁ ; ἥλιος, καὶ ; οἱ ; πόδες ; αὐτοῦ ὡς ; στῦλοι πυρός,
مِنْ أَجْلِ ذلِكَ فِي يَوْمٍ وَاحِدٍ سَتَأْتِي ضَرَبَاتُهَا: مَوْتٌ وَحُزْنٌ وَجُوعٌ، وَتَحْتَرِقُ بِالنَّارِ، لأَنَّ الرَّبَّ الإِلهَ الَّذِي يَدِينُهَا قَوِيٌّ.
διὰ τοῦτο ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ ἥξουσιν αἱ ; πληγαὶ ; αὐτῆς, θάνατος καὶ ; πένθος καὶ ; λιμός, καὶ ; κατακαυθήσεται, ἐν ; πυρὶ ὅτι κύριος ὁ ; θεὸς ὁ ; αὐτήν.¶ ; κρίνων ἰσχυρὸς
وَاقِفِينَ مِنْ بَعِيدٍ لأَجْلِ خَوْفِ عَذَابِهَا، قَائِلِينَ: وَيْلٌ. وَيْلٌ. الْمَدِينَةُ الْعَظِيمَةُ بَابِلُ. الْمَدِينَةُ الْقَوِيَّةُ. لأَنَّهُ فِي سَاعَةٍ وَاحِدَةٍ جَاءَتْ دَيْنُونَتُكِ.
ἑστηκότες ἀπὸ μακρόθεν διὰ τὸν ; φόβον τοῦ ; βασανισμοῦ ; αὐτῆς λέγοντες· οὐαὶ οὐαὶ ἡ ; πόλις ἡ ; μεγάλη Βαβυλὼν ἡ ; πόλις ἰσχυρά, ὅτι ἐν ὥρᾳ μιᾷ ἦλθεν ἡ ; κρίσις ; σου.
وَرَفَعَ مَلاَكٌ وَاحِدٌ قَوِيٌّ حَجَرًا كَرَحىً عَظِيمَةٍ، وَرَمَاهُ فِي الْبَحْرِ قَائِلاً: هكَذَا بِدَفْعٍ سَتُرْمَى بَابِلُ الْمَدِينَةُ الْعَظِيمَةُ، وَلَنْ تُوجَدَ فِي مَا بَعْدُ.
Καὶ ; ἦρεν ἄγγελος εἷς ἰσχυρὸς λίθον ὡς ; μύλον μέγαν καὶ ; ἔβαλεν εἰς τὴν ; θάλασσαν λέγων· οὕτως ὁρμήματι βληθήσεται Βαβυλὼν ἡ ; πόλις μεγάλη οὐ ; μὴ εὑρεθῇ ἔτι.
وَسَمِعْتُ كَصَوْتِ جَمْعٍ كَثِيرٍ، وَكَصَوْتِ مِيَاهٍ كَثِيرَةٍ، وَكَصَوْتِ رُعُودٍ شَدِيدَةٍ قَائِلَةً: هَلِّلُويَا. فَإِنَّهُ قَدْ مَلَكَ الرَّبُّ الإِلهُ الْقَادِرُ عَلَى كُلِّ شَيْءٍ.
καὶ ; ἤκουσα ὡς ; φωνὴν ὄχλου πολλοῦ καὶ ; ὡς ; φωνὴν ὑδάτων πολλῶν καὶ ; ὡς ; φωνὴν βροντῶν ἰσχυρῶν λεγόντας ἁλληλουϊά· ὅτι ἐβασίλευσεν κύριος ὁ ; θεὸς παντοκράτωρ. ; ὁ
لِكَيْ تَأْكُلِي لُحُومَ مُلُوكٍ، وَلُحُومَ قُوَّادٍ، وَلُحُومَ أَقْوِيَاءَ، وَلُحُومَ خَيْل وَالْجَالِسِينَ عَلَيْهَا، وَلُحُومَ الْكُلِّ: حُرًّا وَعَبْدًا، صَغِيرًا وَكَبِيرًا.
ἵνα φάγητε σάρκας βασιλέων καὶ ; σάρκας χιλιάρχων καὶ ; σάρκας ἰσχυρῶν καὶ ; σάρκας ἵππων καὶ ; τῶν ; καθημένων ἐπ᾽ ; αὐτῶν καὶ ; σάρκας πάντων, ἐλευθέρων καὶ ; δούλων καὶ ; μικρῶν καὶ ; μεγάλων.¶