ك
إصحاح
G2383
G2384. iakṓb
G2385
المعنى المختصر للكلمة
iakṓb: Jacob (i.e. Ja`akob), the progenitor of the Israelites
اللفظ الأصلي Ἰακώβ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق iakṓb (ee-ak-obe)
تكرار الورود في الكتاب 25 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

Jacob (i.e. Ja`akob), the progenitor of the Israelites

الإنجليزية — KJV Translation Tags
also an IsraeliteJacob

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

Ἰακὼβ (6×) Ἰακώβ. (3×) καὶ ; Ἰακὼβ (3×) Ἰακώβ; (2×) τὸν ; Ἰακώβ· (2×) τὸν ; Ἰακὼβ (2×) Ἰακώβ· (1×) Ἰακώβ, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (25 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
إِبْراهِيمُ وَلَدَ إِسْحاقَ. وَإِسْحاقُ وَلَدَ يَعْقُوبَ. وَيَعْقُوبُ وَلَدَ يَهُوذَا وَإِخْوَتَهُ.
Ἀβραὰμ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰσαάκ· Ἰσαὰκ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰακώβ· Ἰακὼβ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰούδαν καὶ ; τοὺς ; ἀδελφοὺς ; αὐτοῦ·
وَأَلِيُودُ وَلَدَ أَلِيعَازَرَ. وَأَلِيعَازَرُ وَلَدَ مَتَّانَ. وَمَتَّانُ وَلَدَ يَعْقُوبَ.
Ἐλιοὺδ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλεάζαρ· Ἐλεάζαρ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ματθάν· Ματθὰν ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰακώβ·
وَأَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ كَثِيرِينَ سَيَأْتُونَ مِنَ الْمَشَارِقِ وَالْمَغَارِب وَيَتَّكِئُونَ مَعَ إِبْرَاهِيمَ وَإِسْحَاقَ وَيَعْقُوبَ فِي مَلَكُوتِ السَّمَاوَاتِ،
λέγω ; δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἥξουσιν ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ ; δυσμῶν καὶ ; ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ ; Ἰσαὰκ καὶ ; Ἰακὼβ ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τῶν ; οὐρανῶν.
متى 22: 32 Mat.22.32
أَنَا إِلهُ إِبْرَاهِيمَ وَإِلهُ إِسْحَاقَ وَإِلهُ يَعْقُوبَ. لَيْسَ اللهُ إِلهَ أَمْوَاتٍ بَلْ إِلهُ أَحْيَاءٍ.
ἐγώ ; εἰμι ὁ ; θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰακώβ; οὐκ ; ἔστιν ὁ ; θεὸς θεὸς νεκρῶν ἀλλὰ ζώντων.¶
وَأَمَّا مِنْ جِهَةِ الأَمْوَاتِ إِنَّهُمْ يَقُومُونَ: أَفَمَا قَرَأْتُمْ فِي كِتَابِ مُوسَى، فِي أَمْرِ الْعُلَّيْقَةِ، كَيْفَ كَلَّمَهُ اللهُ قَائِلاً: أَنَا إِلهُ إِبْرَاهِيمَ وَإِلهُ إِسْحَاقَ وَإِلهُ يَعْقُوبَ.
δὲ περὶ τῶν ; νεκρῶν ὅτι ἐγείρονται, οὐκ ἀνέγνωτε ἐν τῇ ; βίβλῳ Μωϋσέως ἐπὶ ; τῆς; βάτου ὡς εἶπεν ; αὐτῷ ὁ ; θεὸς λέγων· ἐγὼ ὁ ; θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰακώβ;
وَيَمْلِكُ عَلَى بَيْتِ يَعْقُوبَ إِلَى الأَبَدِ، وَلاَ يَكُونُ لِمُلْكِهِ نِهَايَةٌ.
καὶ ; βασιλεύσει ἐπὶ τὸν ; οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς ; αἰῶνας, καὶ ; οὐκ ἔσται τῆς ; βασιλείας ; αὐτοῦ τέλος.¶
بْنِ يَعْقُوبَ، بْنِ إِسْحَاقَ، بْنِ إِبْرَاهِيمَ، بْنِ تَارَحَ، بْنِ نَاحُورَ،
τοῦ ; Ἰακὼβ τοῦ ; Ἰσαὰκ τοῦ ; Ἀβραὰμ τοῦ ; Θάρα τοῦ ; Ναχὼρ
هُنَاكَ يَكُونُ الْبُكَاءُ وَصَرِيرُ الأَسْنَانِ، مَتَى رَأَيْتُمْ إِبْرَاهِيمَ وَإِسْحَاقَ وَيَعْقُوبَ وَجَمِيعَ الأَنْبِيَاءِ فِي مَلَكُوتِ اللهِ، وَأَنْتُمْ مَطْرُوحُونَ خَارِجًا.
ἐκεῖ ἔσται ὁ ; κλαυθμὸς καὶ ; ὁ ; βρυγμὸς τῶν ; ὀδόντων, ὅταν ὄψησθε Ἀβραὰμ καὶ ; Ἰσαὰκ καὶ ; Ἰακὼβ καὶ ; πάντας τοὺς ; προφήτας ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τοῦ ; θεοῦ, ὑμᾶς ; δὲ ἐκβαλλομένους ἔξω.
وَأَمَّا أَنَّ الْمَوْتَى يَقُومُونَ، فَقَدْ دَلَّ عَلَيْهِ مُوسَى أَيْضًا فِي أَمْرِ الْعُلَّيْقَةِ كَمَا يَقُولُ: اَلرَّبُّ إِلهُ إِبْرَاهِيمَ وَإِلهُ إِسْحَاقَ وَإِلهُ يَعْقُوبَ.
δὲ ὅτι οἱ ; νεκροί, ἐγείρονται ἐμήνυσεν Μωϋσῆς καὶ ἐπὶ τῆς ; βάτου ὡς λέγει κύριον τὸν ; θεὸν Ἀβραὰμ καὶ ; τὸν ; θεὸν Ἰσαὰκ καὶ ; τὸν ; θεὸν Ἰακώβ.
فَأَتَى إِلَى مَدِينَةٍ مِنَ السَّامِرَةِ يُقَالُ لَهَا سُوخَارُ، بِقُرْبِ الضَّيْعَةِ الَّتِي وَهَبَهَا يَعْقُوبُ لِيُوسُفَ ابْنِهِ.
ἔρχεται ; οὖν εἰς πόλιν τῆς ; Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ ; χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ τῷ ; Ἰωσὴφ τῷ ; υἱῷ ; αὐτοῦ·
وَكَانَتْ هُنَاكَ بِئْرُ يَعْقُوبَ. فَإِذْ يَسُوعُ قَدْ تَعِبَ مِنَ السَّفَرِ، جَلَسَ هكَذَا عَلَى الْبِئْرِ، وَكَانَ نَحْوَ السَّاعَةِ السَّادِسَةِ.
ἦν ; δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ ; Ἰακώβ.¶ οὖν Ὁ ; Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ; ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ ; πηγῇ· ἦν ὡσεὶ ὥρα ἕκτη.¶
أَلَعَلَّكَ أَعْظَمُ مِنْ أَبِينَا يَعْقُوبَ، الَّذِي أَعْطَانَا الْبِئْرَ، وَشَرِبَ مِنْهَا هُوَ وَبَنُوهُ وَمَوَاشِيهِ.
μὴ ; σὺ μείζων ; εἶ τοῦ πατρὸς ; ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ; ἡμῖν τὸ ; φρέαρ, καὶ ; ἔπιεν ἐξ ; αὐτοῦ αὐτὸς οἱ ; υἱοὶ ; αὐτοῦ καὶ ; τὰ ; θρέμματα ; αὐτοῦ;¶
إِنَّ إِلهَ إِبْرَاهِيمَ وَإِسْحَاقَ وَيَعْقُوبَ، إِلهَ آبَائِنَا، مَجَّدَ فَتَاهُ يَسُوعَ، الَّذِي أَسْلَمْتُمُوهُ أَنْتُمْ وَأَنْكَرْتُمُوهُ أَمَامَ وَجْهِ بِيلاَطُسَ، وَهُوَ حَاكِمٌ بِإِطْلاَقِهِ.
ὁ ; θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ; Ἰσαὰκ καὶ ; Ἰακώβ, ὁ ; θεὸς τῶν ; πατέρων ; ἡμῶν, ἐδόξασεν τὸν ; παῖδα ; αὐτοῦ Ἰησοῦν ὃν παρεδώκατε ὑμεῖς καὶ ; ἠρνήσασθε ; αὐτὸν κατὰ ; πρόσωπον Πιλάτου κρίναντος ἐκείνου ; ἀπολύειν·
وَأَعْطَاهُ عَهْدَ الْخِتَانِ، وَهكَذَا وَلَدَ إِسْحَاقَ وَخَتَنَهُ فِي الْيَوْمِ الثَّامِنِ. وَإِسْحَاقُ يَعْقُوبَ، وَيَعْقُوبُ رُؤَسَاءَ الآبَاءِ الاثْنَيْ عَشَرَ.
καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτῷ διαθήκην περιτομῆς· καὶ ; οὕτως ἐγέννησεν τὸν ; Ἰσαὰκ καὶ ; περιέτεμεν ; αὐτὸν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ; ὀγδόῃ, καὶ ; ὁ ; Ἰσαὰκ τὸν ; Ἰακώβ, καὶ ; ὁ ; Ἰακὼβ τοὺς ; πατριάρχας. δώδεκα
وَأَعْطَاهُ عَهْدَ الْخِتَانِ، وَهكَذَا وَلَدَ إِسْحَاقَ وَخَتَنَهُ فِي الْيَوْمِ الثَّامِنِ. وَإِسْحَاقُ يَعْقُوبَ، وَيَعْقُوبُ رُؤَسَاءَ الآبَاءِ الاثْنَيْ عَشَرَ.
καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτῷ διαθήκην περιτομῆς· καὶ ; οὕτως ἐγέννησεν τὸν ; Ἰσαὰκ καὶ ; περιέτεμεν ; αὐτὸν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ; ὀγδόῃ, καὶ ; ὁ ; Ἰσαὰκ τὸν ; Ἰακώβ, καὶ ; ὁ ; Ἰακὼβ τοὺς ; πατριάρχας. δώδεκα
وَلَمَّا سَمِعَ يَعْقُوبُ أَنَّ فِي مِصْرَ قَمْحًا، أَرْسَلَ آبَاءَنَا أَوَّلَ مَرَّةٍ.
δὲ Ἀκούσας Ἰακὼβ ὄντα ἐν Αἰγύπτῳ σῖτα ἐξαπέστειλεν τοὺς ; πατέρας ; ἡμῶν πρῶτον,
فَأَرْسَلَ يُوسُفُ وَاسْتَدْعَى أَبَاهُ يَعْقُوبَ وَجَمِيعَ عَشِيرَتِهِ، خَمْسَةً وَسَبْعِينَ نَفْسًا.
ἀποστείλας ; δὲ Ἰωσὴφ μετεκαλέσατο τὸν ; πατέρα ; αὐτοῦ Ἰακὼβ καὶ ; πᾶσαν τὴν ; συγγένειαν ; αὐτοῦ πέντε. ἑβδομήκοντα ψυχαῖς
فَنَزَلَ يَعْقُوبُ إِلَى مِصْرَ وَمَاتَ هُوَ وَآبَاؤُنَا،
κατέβη ; δὲ Ἰακὼβ εἰς Αἴγυπτον, καὶ ; ἐτελεύτησεν αὐτὸς καὶ ; οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν
أَنَا إِلهُ آبَائِكَ، إِلهُ إِبْرَاهِيمَ وَإِلهُ إِسْحَاقَ وَإِلهُ يَعْقُوبَ. فَارْتَعَدَ مُوسَى وَلَمْ يَجْسُرْ أَنْ يَتَطَلَّعَ.
ἐγὼ ὁ ; θεὸς τῶν ; πατέρων ; σου, ὁ ; θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰακώβ. ἔντρομος ; δὲ ; γενόμενος Μωϋσῆς οὐκ ἐτόλμα κατανοῆσαι.
الَّذِي وَجَدَ نِعْمَةً أَمَامَ اللهِ، وَالْتَمَسَ أَنْ يَجِدَ مَسْكَنًا لإِلهِ يَعْقُوبَ.
ὃς εὗρεν χάριν ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ καὶ ; ᾐτήσατο εὑρεῖν σκήνωμα τῷ ; θεῷ Ἰακώβ.
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: أَحْبَبْتُ يَعْقُوبَ وَأَبْغَضْتُ عِيسُوَ.
καθὼς γέγραπται· ἠγάπησα, τὸν ; Ἰακὼβ δὲ ; ἐμίσησα.¶ τὸν ; Ἠσαῦ
وَهكَذَا سَيَخْلُصُ جَمِيعُ إِسْرَائِيلَ. كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: سَيَخْرُجُ مِنْ صِهْيَوْنَ الْمُنْقِذُ وَيَرُدُّ الْفُجُورَ عَنْ يَعْقُوبَ.
καὶ ; οὕτως σωθήσεται πᾶς Ἰσραὴλ καθὼς γέγραπται· ἥξει ἐκ Σιὼν ὁ ; ῥυόμενος, καὶ ; ἀποστρέψει ἀσεβείας ἀπὸ Ἰακώβ·
بِالإِيمَانِ تَغَرَّبَ فِي أَرْضِ الْمَوْعِدِ كَأَنَّهَا غَرِيبَةٌ، سَاكِنًا فِي خِيَامٍ مَعَ إِسْحَاقَ وَيَعْقُوبَ الْوَارِثَيْنِ مَعَهُ لِهذَا الْمَوْعِدِ عَيْنِهِ.
Πίστει παρῴκησεν εἰς τὴν ; γῆν τῆς ; ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν κατοικήσας ἐν σκηναῖς μετὰ Ἰσαὰκ καὶ ; Ἰακὼβ τῶν ; συγκληρονόμων τῆς ; ἐπαγγελίας τῆς ; αὐτῆς·
بِالإِيمَانِ إِسْحَاقُ بَارَكَ يَعْقُوبَ وَعِيسُو مِنْ جِهَةِ أُمُورٍ عَتِيدَةٍ.
Πίστει Ἰσαὰκ εὐλόγησεν τὸν ; Ἰακὼβ καὶ ; τὸν ; Ἠσαῦ.¶ περὶ μελλόντων
بِالإِيمَانِ يَعْقُوبُ عِنْدَ مَوْتِهِ بَارَكَ كُلَّ وَاحِدٍ مِنِ ابْنَيْ يُوسُفَ، وَسَجَدَ عَلَى رَأْسِ عَصَاهُ.
Πίστει Ἰακὼβ ἀποθνῄσκων εὐλόγησεν ἕκαστον τῶν ; υἱῶν Ἰωσὴφ καὶ ; προσεκύνησεν ἐπὶ τὸ ; ἄκρον τῆς ; ῥάβδου ; αὐτοῦ.¶