ك
إصحاح
G2315
G2316. theós
G2317
المعنى المختصر للكلمة
theós: figuratively, a magistrate
اللفظ الأصلي θεός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق theós (theh-os)
تكرار الورود في الكتاب 1278 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 figuratively, a magistrate
2 by Hebraism, very
الإنجليزية — KJV Translation Tags
X exceeding God god(-ly, -ward)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τοῦ ; θεοῦ (285×) ὁ ; θεὸς (178×) θεοῦ (161×) τοῦ ; θεοῦ, (67×) τῷ ; θεῷ (62×) τὸν ; θεὸν (58×) τοῦ ; θεοῦ. (58×) θεὸς (30×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1278 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَتَكَلَّمَ اللهُ هكَذَا: أَنْ يَكُونَ نَسْلُهُ مُتَغَرِّبًا فِي أَرْضٍ غَرِيبَةٍ، فَيَسْتَعْبِدُوهُ وَيُسِيئُوا إِلَيْهِ أَرْبَعَ مِئَةِ سَنَةٍ،
ἐλάλησεν ; δὲ ὁ ; θεός, οὕτως ὅτι ἔσται τὸ ; σπέρμα ; αὐτοῦ πάροικον ἐν γῇ ἀλλοτρίᾳ καὶ ; δουλώσουσιν ; αὐτὸ καὶ ; κακώσουσιν τετρακόσια. ἔτη
وَالأُمَّةُ الَّتِي يُسْتَعْبَدُونَ لَهَا سَأَدِينُهَا أَنَا، يَقُولُ اللهُ. وَبَعْدَ ذلِكَ يَخْرُجُونَ وَيَعْبُدُونَنِي فِي هذَا الْمَكَانِ.
καὶ ; τὸ ; ἔθνος ᾧ ; ἐὰν δουλεύσωσιν κρινῶ ἐγώ, εἶπεν, ὁ ; θεὸς καὶ ; μετὰ ταῦτα ἐξελεύσονται καὶ ; λατρεύσουσίν ; μοι ἐν τούτῳ. τῷ ; τόπῳ
وَرُؤَسَاءُ الآبَاءِ حَسَدُوا يُوسُفَ وَبَاعُوهُ إِلَى مِصْرَ، وَكَانَ اللهُ مَعَهُ،
καὶ ; οἱ ; πατριάρχαι ζηλώσαντες τὸν ; Ἰωσὴφ ἀπέδοντο εἰς Αἴγυπτον· καὶ ; ἦν ὁ ; θεὸς αὐτοῦ ; μετ᾽
وَكَمَا كَانَ يَقْرُبُ وَقْتُ الْمَوْعِدِ الَّذِي أَقْسَمَ اللهُ لإِبْرَاهِيمَ، كَانَ يَنْمُو الشَّعْبُ وَيَكْثُرُ فِي مِصْرَ،
καθὼς ; δὲ ἤγγιζεν ὁ ; χρόνος τῆς ; ἐπαγγελίας ἧς ὤμοσεν ὁ ; θεὸς τῷ ; Ἀβραάμ, ηὔξησεν ὁ ; λαὸς καὶ ; ἐπληθύνθη ἐν Αἰγύπτῳ
وَفِي ذلِكَ الْوَقْتِ وُلِدَ مُوسَى وَكَانَ جَمِيلاً جِدًّا، فَرُبِّيَ هذَا ثَلاَثَةَ أَشْهُرٍ فِي بَيْتِ أَبِيهِ.
ἐν ᾧ καιρῷ ἐγεννήθη Μωϋσῆς καὶ ἀστεῖος τῷ ; θεῷ· ὃς ; ἀνετράφη τρεῖς μῆνας ἐν τῷ ; οἴκῳ τοῦ ; πατρός ; αὐτοῦ·
فَظَنَّ أَنَّ إِخْوَتَهُ يَفْهَمُونَ أَنَّ اللهَ عَلَى يَدِهِ يُعْطِيهِمْ نَجَاةً، وَأَمَّا فَلَمْ يَفْهَمُوا.
ἐνόμιζεν ; δὲ τοὺς ; ἀδελφοὺς ; αὐτοῦ συνιέναι ὅτι ὁ ; θεὸς διὰ χειρὸς ; αὐτοῦ δίδωσιν ; αὐτοῖς· σωτηρίαν δὲ οὐ συνῆκαν.
أَنَا إِلهُ آبَائِكَ، إِلهُ إِبْرَاهِيمَ وَإِلهُ إِسْحَاقَ وَإِلهُ يَعْقُوبَ. فَارْتَعَدَ مُوسَى وَلَمْ يَجْسُرْ أَنْ يَتَطَلَّعَ.
ἐγὼ ὁ ; θεὸς τῶν ; πατέρων ; σου, ὁ ; θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰακώβ. ἔντρομος ; δὲ ; γενόμενος Μωϋσῆς οὐκ ἐτόλμα κατανοῆσαι.
أَنَا إِلهُ آبَائِكَ، إِلهُ إِبْرَاهِيمَ وَإِلهُ إِسْحَاقَ وَإِلهُ يَعْقُوبَ. فَارْتَعَدَ مُوسَى وَلَمْ يَجْسُرْ أَنْ يَتَطَلَّعَ.
ἐγὼ ὁ ; θεὸς τῶν ; πατέρων ; σου, ὁ ; θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰακώβ. ἔντρομος ; δὲ ; γενόμενος Μωϋσῆς οὐκ ἐτόλμα κατανοῆσαι.
أَنَا إِلهُ آبَائِكَ، إِلهُ إِبْرَاهِيمَ وَإِلهُ إِسْحَاقَ وَإِلهُ يَعْقُوبَ. فَارْتَعَدَ مُوسَى وَلَمْ يَجْسُرْ أَنْ يَتَطَلَّعَ.
ἐγὼ ὁ ; θεὸς τῶν ; πατέρων ; σου, ὁ ; θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰακώβ. ἔντρομος ; δὲ ; γενόμενος Μωϋσῆς οὐκ ἐτόλμα κατανοῆσαι.
أَنَا إِلهُ آبَائِكَ، إِلهُ إِبْرَاهِيمَ وَإِلهُ إِسْحَاقَ وَإِلهُ يَعْقُوبَ. فَارْتَعَدَ مُوسَى وَلَمْ يَجْسُرْ أَنْ يَتَطَلَّعَ.
ἐγὼ ὁ ; θεὸς τῶν ; πατέρων ; σου, ὁ ; θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰακώβ. ἔντρομος ; δὲ ; γενόμενος Μωϋσῆς οὐκ ἐτόλμα κατανοῆσαι.
هذَا مُوسَى الَّذِي أَنْكَرُوهُ قَائِلِينَ: مَنْ أَقَامَكَ رَئِيسًا وَقَاضِيًا. هذَا أَرْسَلَهُ اللهُ رَئِيسًا وَفَادِيًا بِيَدِ الْمَلاَكِ الَّذِي ظَهَرَ لَهُ فِي الْعُلَّيْقَةِ.
Τοῦτον τὸν ; Μωϋσῆν ὃν ἠρνήσαντο εἰπόντες· τίς σε ; κατέστησεν ἄρχοντα καὶ ; δικαστήν; τοῦτον ἀπέστειλεν ὁ ; θεὸς ἄρχοντα καὶ ; λυτρωτὴν ἐν; χειρὶ ἀγγέλου τοῦ ὀφθέντος αὐτῷ ἐν τῇ ; βάτῳ.
قَائِلِينَ لِهَارُونَ: اعْمَلْ لَنَا آلِهَةً تَتَقَدَّمُ أَمَامَنَا، لأَنَّ هذَا مُوسَى الَّذِي أَخْرَجَنَا مِنْ أَرْضِ مِصْرَ لاَ نَعْلَمُ مَاذَا أَصَابَهُ.
εἰπόντες τῷ ; Ἀαρών· ποίησον ἡμῖν θεοὺς ἡμῶν· ; προπορεύσονται ; οἳ γὰρ οὗτος Μωϋσῆς ; ὁ ὃς ἐξήγαγεν ; ἡμᾶς ἐκ γῆς Αἰγύπτου, οὐκ οἴδαμεν τί γέγονεν; αὐτῷ.
فَرَجَعَ اللهُ وَأَسْلَمَهُمْ لِيَعْبُدُوا جُنْدَ السَّمَاءِ، كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ فِي كِتَابِ الأَنْبِيَاءِ: هَلْ قَرَّبْتُمْ لِي ذَبَائِحَ وَقَرَابِينَ أَرْبَعِينَ سَنَةً فِي الْبَرِّيَّةِ يَا بَيْتَ إِسْرَائِيلَ.
ἔστρεψεν ; δὲ ὁ ; θεὸς καὶ ; παρέδωκεν ; αὐτοὺς λατρεύειν τῇ ; στρατιᾷ οὐρανοῦ, ; τοῦ καθὼς γέγραπται ἐν βίβλῳ τῶν ; προφητῶν· μὴ προσηνέγκατέ μοι σφάγια καὶ ; θυσίας τεσσεράκοντα ἔτη ἐν τῇ ; ἐρήμῳ, οἶκος Ἰσραήλ;
الَّتِي أَدْخَلَهَا أَيْضًا آبَاؤُنَا إِذْ تَخَلَّفُوا عَلَيْهَا مَعَ يَشُوعَ فِي مُلْكِ الأُمَمِ الَّذِينَ طَرَدَهُمُ اللهُ مِنْ وَجْهِ آبَائِنَا، إِلَى أَيَّامِ دَاوُدَ
ἣν εἰσήγαγον καὶ οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν διαδεξάμενοι μετὰ Ἰησοῦ ἐν κατασχέσει ; τῇ ἐθνῶν, ; τῶν ὧν ἐξῶσεν ὁ ; θεὸς ἀπὸ προσώπου τῶν ; πατέρων ; ἡμῶν ἕως τῶν ; ἡμερῶν Δαυίδ·
الَّذِي وَجَدَ نِعْمَةً أَمَامَ اللهِ، وَالْتَمَسَ أَنْ يَجِدَ مَسْكَنًا لإِلهِ يَعْقُوبَ.
ὃς εὗρεν χάριν ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ καὶ ; ᾐτήσατο εὑρεῖν σκήνωμα τῷ ; θεῷ Ἰακώβ.
الَّذِي وَجَدَ نِعْمَةً أَمَامَ اللهِ، وَالْتَمَسَ أَنْ يَجِدَ مَسْكَنًا لإِلهِ يَعْقُوبَ.
ὃς εὗρεν χάριν ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ καὶ ; ᾐτήσατο εὑρεῖν σκήνωμα τῷ ; θεῷ Ἰακώβ.
وَأَمَّا هُوَ فَشَخَصَ إِلَى السَّمَاءِ وَهُوَ مُمْتَلِئٌ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، فَرَأَى مَجْدَ اللهِ، وَيَسُوعَ قَائِمًا عَنْ يَمِينِ اللهِ.
δὲ ἀτενίσας εἰς τὸν ; οὐρανὸν Ὑπάρχων πλήρης πνεύματος ἁγίου, εἶδεν δόξαν θεοῦ καὶ ; Ἰησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ ; θεοῦ
وَأَمَّا هُوَ فَشَخَصَ إِلَى السَّمَاءِ وَهُوَ مُمْتَلِئٌ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، فَرَأَى مَجْدَ اللهِ، وَيَسُوعَ قَائِمًا عَنْ يَمِينِ اللهِ.
δὲ ἀτενίσας εἰς τὸν ; οὐρανὸν Ὑπάρχων πλήρης πνεύματος ἁγίου, εἶδεν δόξαν θεοῦ καὶ ; Ἰησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ ; θεοῦ
فَقَالَ: هَا أَنَا أَنْظُرُ السَّمَاوَاتِ مَفْتُوحَةً، وَابْنَ الإِنْسَانِ قَائِمًا عَنْ يَمِينِ اللهِ.
καὶ ; εἶπεν· ἰδοὺ θεωρῶ τοὺς ; οὐρανοὺς ἀνεῳγμένους καὶ ; τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ ; θεοῦ.
وَكَانَ الْجَمِيعُ يَتْبَعُونَهُ مِنَ الصَّغِيرِ إِلَى الْكَبِيرِ قَائِلِينَ: هذَا هُوَ قُوَّةُ اللهِ الْعَظِيمَةُ.
πάντες ᾧ ; προσεῖχον ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου λέγοντες· οὗτός ἐστιν ἡ ; δύναμις τοῦ ; θεοῦ ἡ ; μεγάλη.
وَلكِنْ لَمَّا صَدَّقُوا فِيلُبُّسَ وَهُوَ يُبَشِّرُ بِالأُمُورِ الْمُخْتَصَّةِ بِمَلَكُوتِ اللهِ وَبِاسْمِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ، اعْتَمَدُوا رِجَالاً وَنِسَاءً.
δὲ ὅτε ἐπίστευσαν τῷ ; Φιλίππῳ εὐαγγελιζομένῳ τὰ ; περὶ τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ καὶ ; τοῦ ; ὀνόματος τοῦ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐβαπτίζοντο ἄνδρες καὶ ; γυναῖκες.
وَلَمَّا سَمِعَ الرُّسُلُ الَّذِينَ فِي أُورُشَلِيمَ أَنَّ السَّامِرَةَ قَدْ قَبِلَتْ كَلِمَةَ اللهِ، أَرْسَلُوا إِلَيْهِمْ بُطْرُسَ وَيُوحَنَّا،
Ἀκούσαντες ; δὲ οἱ ; ἀπόστολοι ἐν Ἱεροσολύμοις ὅτι ἡ ; Σαμάρεια δέδεκται τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ, ἀπέστειλαν πρὸς ; αὐτοὺς τὸν ; Πέτρον καὶ ; Ἰωάννην·
فَقَالَ لَهُ بُطْرُسُ: لِتَكُنْ فِضَّتُكَ مَعَكَ لِلْهَلاَكِ، لأَنَّكَ ظَنَنْتَ أَنْ تَقْتَنِيَ مَوْهِبَةَ اللهِ بِدَرَاهِمَ.
δὲ ; εἶπεν αὐτόν· ; πρὸς Πέτρος εἴη τὸ ; ἀργύριόν ; σου σὺν ; σοὶ εἰς ; ἀπώλειαν, ὅτι ἐνόμισας κτᾶσθαι. τὴν ; δωρεὰν τοῦ ; θεοῦ διὰ ; χρημάτων
لَيْسَ لَكَ نَصِيبٌ وَلاَ قُرْعَةٌ فِي هذَا الأَمْرِ، لأَنَّ قَلْبَكَ لَيْسَ مُسْتَقِيمًا أَمَامَ اللهِ.
οὐκ ; ἔστιν σοι μερὶς οὐδὲ κλῆρος ἐν τούτῳ· τῷ ; λόγῳ γὰρ καρδία ; σου οὐκ ἔστιν ; εὐθεῖα ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ.
فَتُبْ مِنْ شَرِّكَ هذَا، وَاطْلُبْ إِلَى اللهِ عَسَى أَنْ يُغْفَرَ لَكَ فِكْرُ قَلْبِكَ،
μετανόησον ; οὖν ἀπὸ τῆς ; κακίας ; σου ταύτης καὶ ; δεήθητι τοῦ θεοῦ εἰ ; ἄρα ἀφεθήσεταί σοι ἡ ; ἐπίνοια τῆς ; καρδίας ; σου.
فَقَالَ فِيلُبُّسُ: إِنْ كُنْتَ تُؤْمِنُ مِنْ كُلِّ قَلْبِكَ يَجُوزُ. فَأَجَابَ وَقَالَ: أَنَا أُومِنُ أَنَّ يَسُوعَ الْمَسِيحَ هُوَ ابْنُ اللهِ.
εἶπε ; δὲ ὁ ; Φίλιππος· εἰ πιστεύεις ἐξ ὅλης τῆς ; καρδίας, ἔξεστιν. ἀποκριθεὶς ; δὲ εἶπε· πιστεύω τὸν ; Ἰησοῦν Χριστόν. εἶναι υἱὸν τοῦ ; θεοῦ
وَلِلْوَقْتِ جَعَلَ يَكْرِزُ فِي الْمَجَامِعِ بِالْمَسِيحِ أَنْ هذَا هُوَ ابْنُ اللهِ.
καὶ ; εὐθέως ἐκήρυσσεν ἐν ταῖς ; συναγωγαῖς τὸν ; χριστόν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ.¶
وَهُوَ تَقِيٌّ وَخَائِفُ اللهِ مَعَ جَمِيعِ بَيْتِهِ، يَصْنَعُ حَسَنَاتٍ كَثِيرَةً لِلشَّعْبِ، وَيُصَلِّي إِلَى اللهِ فِي كُلِّ حِينٍ.
εὐσεβὴς ; καὶ φοβούμενος τὸν ; θεὸν σὺν παντὶ τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ, ποιῶν ἐλεημοσύνας πολλὰς τῷ ; λαῷ καὶ ; δεόμενος τοῦ ; θεοῦ διὰ διαπαντός
وَهُوَ تَقِيٌّ وَخَائِفُ اللهِ مَعَ جَمِيعِ بَيْتِهِ، يَصْنَعُ حَسَنَاتٍ كَثِيرَةً لِلشَّعْبِ، وَيُصَلِّي إِلَى اللهِ فِي كُلِّ حِينٍ.
εὐσεβὴς ; καὶ φοβούμενος τὸν ; θεὸν σὺν παντὶ τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ, ποιῶν ἐλεημοσύνας πολλὰς τῷ ; λαῷ καὶ ; δεόμενος τοῦ ; θεοῦ διὰ διαπαντός
فَرَأَى ظَاهِرًا فِي رُؤْيَا نَحْوَ السَّاعَةِ التَّاسِعَةِ مِنَ النَّهَارِ، مَلاَكًا مِنَ اللهِ دَاخِلاً إِلَيْهِ وَقَائِلاً لَهُ: يَا كَرْنِيلِيُوسُ..
εἶδεν φανερῶς ἐν ὁράματι ὡσεὶ ; περὶ ὥραν ἐνάτην τῆς ἡμέρας ἄγγελον τοῦ ; θεοῦ εἰσελθόντα πρὸς ; αὐτὸν καὶ ; εἰπόντα αὐτῷ· Κορνήλιε.