ك
إصحاح
G1679
G1680. elpís
G1681
المعنى المختصر للكلمة
elpís: expectation (abstractly or concretely) or confidence
اللفظ الأصلي ἐλπίς
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق elpís (el-pece)
تكرار الورود في الكتاب 50 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

from a primary (to anticipate, usually with pleasure);

المعنى والشرح المفصل

expectation (abstractly or concretely) or confidence

الإنجليزية — KJV Translation Tags
faith hope

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐλπίδα (10×) τῆς ; ἐλπίδος (7×) ἐλπίδι (6×) ἡ ; ἐλπὶς (3×) ἐλπίδος (3×) τῇ ; ἐλπίδι (3×) ἐλπὶς (2×) τὴν ; ἐλπίδα (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (50 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لِذلِكَ سُرَّ قَلْبِي وَتَهَلَّلَ لِسَانِي. حَتَّى جَسَدِي أَيْضًا سَيَسْكُنُ عَلَى رَجَاءٍ.
διὰ ; τοῦτο ηὐφράνθη ἡ ; καρδία ; μου καὶ ; ἠγαλλιάσατο ἡ ; γλῶσσά ; μου, ἔτι ; δὲ ἡ ; σάρξ ; μου καὶ κατασκηνώσει ἐπ᾽ ἐλπίδι.
فَلَمَّا رَأَى مَوَالِيهَا أَنَّهُ قَدْ خَرَجَ رَجَاءُ مَكْسَبِهِمْ، أَمْسَكُوا بُولُسَ وَسِيلاَ وَجَرُّوهُمَا إِلَى السُّوقِ إِلَى الْحُكَّامِ.
δὲ ἰδόντες οἱ ; κύριοι ; αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ; ἐλπὶς τῆς ; αὐτῶν, ; ἐργασίας ἐπιλαβόμενοι τὸν ; Παῦλον καὶ ; τὸν ; Σιλᾶν εἵλκυσαν εἰς τὴν ; ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ; ἄρχοντας,
وَلَمَّا عَلِمَ بُولُسُ أَنَّ قِسْمًا مِنْهُمْ صَدُّوقِيُّونَ وَالآخَرَ فَرِّيسِيُّونَ، صَرَخَ فِي الْمَجْمَعِ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، أَنَا فَرِّيسِيٌّ ابْنُ فَرِّيسِيٍّ. عَلَى رَجَاءِ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ أَنَا أُحَاكَمُ.
δὲ Γνοὺς ὁ ; Παῦλος ὅτι τὸ ; ἓν ; μέρος ; ἐστὶν Σαδδουκαίων τὸ ; δὲ ; ἕτερον Φαρισαίων ἔκραξεν ἐν τῷ ; συνεδρίῳ· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ Φαρισαῖός υἱὸς Φαρισαίου περὶ ἐλπίδος καὶ ; ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ κρίνομαι.¶
وَلِي رَجَاءٌ بِاللهِ فِي مَا هُمْ أَيْضًا يَنْتَظِرُونَهُ: أَنَّهُ سَوْفَ تَكُونُ قِيَامَةٌ لِلأَمْوَاتِ، الأَبْرَارِ وَالأَثَمَةِ.
ἔχων ἐλπίδα εἰς ; τὸν ; θεὸν ἣν αὐτοὶ καὶ προσδέχονται, μέλλειν ; ἔσεσθαι ἀνάστασιν νεκρῶν δικαίων ; τε καὶ ; ἀδίκων·
وَالآنَ أَنَا وَاقِفٌ أُحَاكَمُ عَلَى رَجَاءِ الْوَعْدِ الَّذِي صَارَ مِنَ اللهِ لآبَائِنَا،
καὶ ; νῦν ἕστηκα κρινόμενος, ἐπ᾽ ἐλπίδι ἐπαγγελίας ; τῆς γενομένης ὑπὸ τοῦ ; θεοῦ πρὸς; τοὺς ; πατέρας ; ἡμῶν
الَّذِي أَسْبَاطُنَا الاثْنَا عَشَرَ يَرْجُونَ نَوَالَهُ، عَابِدِينَ بِالْجَهْدِ لَيْلاً وَنَهَارًا. فَمِنْ أَجْلِ هذَا الرَّجَاءِ أَنَا أُحَاكَمُ مِنَ الْيَهُودِ أَيُّهَا الْمَلِكُ أَغْرِيبَاسُ.
εἰς ; ἣν τὸ ; δωδεκάφυλον ; ἡμῶν ἐλπίζει καταντῆσαι, λατρεῦον ἐν ; ἐκτενείᾳ νύκτα ἡμέραν περὶ ἧς ἐλπίδος ἐγκαλοῦμαι ὑπὸ τῶν ; Ἰουδαίων, βασιλεῦ, Ἀγρίππα
وَإِذْ لَمْ تَكُنِ الشَّمْسُ وَلاَ النُّجُومُ تَظْهَرُ أَيَّامًا كَثِيرَةً، وَاشْتَدَّ عَلَيْنَا نَوْءٌ لَيْسَ بِقَلِيل، انْتُزِعَ أَخِيرًا كُلُّ رَجَاءٍ فِي نَجَاتِنَا.
δὲ μήτε ἡλίου μήτε ἄστρων ἐπιφαινόντων ἐπὶ ; ἡμέρας, πλείονας τε ; ἐπικειμένου χειμῶνός οὐκ ὀλίγου περιῃρεῖτο λοιπὸν πᾶσα ἐλπὶς τοῦ ; σῴζεσθαι ; ἡμᾶς.
فَلِهذَا السَّبَبِ طَلَبْتُكُمْ لأَرَاكُمْ وَأُكَلِّمَكُمْ، لأَنِّي مِنْ أَجْلِ رَجَاءِ إِسْرَائِيلَ مُوثَقٌ بِهذِهِ السِّلْسِلَةِ.
διὰ ; ταύτην ; οὖν τὴν ; αἰτίαν παρεκάλεσα ; ὑμᾶς ἰδεῖν καὶ ; προσλαλῆσαι· γὰρ ἕνεκεν τῆς ; ἐλπίδος τοῦ ; Ἰσραὴλ περίκειμαι. ταύτην τὴν ; ἅλυσιν
فَهُوَ عَلَى خِلاَفِ الرَّجَاءِ، آمَنَ عَلَى الرَّجَاءِ، لِكَيْ يَصِيرَ أَبًا لأُمَمٍ كَثِيرَةٍ، كَمَا قِيلَ: هكَذَا يَكُونُ نَسْلُكَ.
ὃς παρ᾽ ἐλπίδα ἐπίστευσεν ἐπ᾽ ἐλπίδι εἰς τὸ ; γενέσθαι ; αὐτὸν πατέρα ἐθνῶν πολλῶν κατὰ ; τὸ εἰρημένον· οὕτως ἔσται τὸ ; σπέρμα ; σου·
فَهُوَ عَلَى خِلاَفِ الرَّجَاءِ، آمَنَ عَلَى الرَّجَاءِ، لِكَيْ يَصِيرَ أَبًا لأُمَمٍ كَثِيرَةٍ، كَمَا قِيلَ: هكَذَا يَكُونُ نَسْلُكَ.
ὃς παρ᾽ ἐλπίδα ἐπίστευσεν ἐπ᾽ ἐλπίδι εἰς τὸ ; γενέσθαι ; αὐτὸν πατέρα ἐθνῶν πολλῶν κατὰ ; τὸ εἰρημένον· οὕτως ἔσται τὸ ; σπέρμα ; σου·
الَّذِي بِهِ أَيْضًا قَدْ صَارَ لَنَا الدُّخُولُ بِالإِيمَانِ، إِلَى هذِهِ النِّعْمَةِ الَّتِي نَحْنُ فِيهَا مُقِيمُونَ، وَنَفْتَخِرُ عَلَى رَجَاءِ مَجْدِ اللهِ.
οὗ δι᾽ καὶ ἐσχήκαμεν τὴν ; προσαγωγὴν τῇ ; πίστει εἰς ταύτην τὴν ; χάριν ἐν ; ᾗ ἑστήκαμεν, καὶ ; καυχώμεθα ἐπ᾽ ἐλπίδι τῆς ; δόξης τοῦ ; θεοῦ.
وَالصَّبْرُ تَزْكِيَةً، وَالتَّزْكِيَةُ رَجَاءً،
ἡ ; δὲ ; ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ ; δὲ ; δοκιμὴ ἐλπίδα·
وَالرَّجَاءُ لاَ يُخْزِي، لأَنَّ مَحَبَّةَ اللهِ قَدِ انْسَكَبَتْ فِي قُلُوبِنَا بِالرُّوحِ الْقُدُسِ الْمُعْطَى لَنَا.
ἡ ; δὲ ; ἐλπὶς οὐ καταισχύνει, ὅτι ἡ ; ἀγάπη τοῦ ; θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς ; καρδίαις ; ἡμῶν διὰ ; πνεύματος ἁγίου τοῦ ; δοθέντος ἡμῖν.
إِذْ أُخْضِعَتِ الْخَلِيقَةُ لِلْبُطْلِ لَيْسَ طَوْعًا، بَلْ مِنْ أَجْلِ الَّذِي أَخْضَعَهَا عَلَى الرَّجَاءِ.
γὰρ ὑπετάγη, ἡ ; κτίσις τῇ ; ματαιότητι οὐχ ἑκοῦσα ἀλλὰ διὰ τὸν ὑποτάξαντα, ἐφ᾽ ἑλπίδι
لأَنَّنَا بِالرَّجَاءِ خَلَصْنَا. وَلكِنَّ الرَّجَاءَ الْمَنْظُورَ لَيْسَ رَجَاءً، لأَنَّ مَا يَنْظُرُهُ أَحَدٌ كَيْفَ يَرْجُوهُ أَيْضًا.
γὰρ τῇ ; ἐλπίδι ἐσώθημεν· δὲ ἐλπὶς βλεπομένη οὐκ ἔστιν ; ἐλπίς· γὰρ ὃ βλέπει τίς, τί ἐλπίζει; καὶ
لأَنَّنَا بِالرَّجَاءِ خَلَصْنَا. وَلكِنَّ الرَّجَاءَ الْمَنْظُورَ لَيْسَ رَجَاءً، لأَنَّ مَا يَنْظُرُهُ أَحَدٌ كَيْفَ يَرْجُوهُ أَيْضًا.
γὰρ τῇ ; ἐλπίδι ἐσώθημεν· δὲ ἐλπὶς βλεπομένη οὐκ ἔστιν ; ἐλπίς· γὰρ ὃ βλέπει τίς, τί ἐλπίζει; καὶ
لأَنَّنَا بِالرَّجَاءِ خَلَصْنَا. وَلكِنَّ الرَّجَاءَ الْمَنْظُورَ لَيْسَ رَجَاءً، لأَنَّ مَا يَنْظُرُهُ أَحَدٌ كَيْفَ يَرْجُوهُ أَيْضًا.
γὰρ τῇ ; ἐλπίδι ἐσώθημεν· δὲ ἐλπὶς βλεπομένη οὐκ ἔστιν ; ἐλπίς· γὰρ ὃ βλέπει τίς, τί ἐλπίζει; καὶ
فَرِحِينَ فِي الرَّجَاءِ، صَابِرِينَ فِي الضَّيْقِ، مُواظِبِينَ عَلَى الصَّلاَةِ،
χαίροντες, τῇ ; ἐλπίδι ὑπομένοντες, τῇ ; θλίψει προσκαρτεροῦντες, τῇ ; προσευχῇ
لأَنَّ كُلَّ مَا سَبَقَ فَكُتِبَ كُتِبَ لأَجْلِ تَعْلِيمِنَا، حَتَّى بِالصَّبْرِ وَالتَّعْزِيَةِ بِمَا فِي الْكُتُبِ يَكُونُ لَنَا رَجَاءٌ.
γὰρ ὅσα προεγράφη προεγράφη εἰς τὴν ; ἡμετέραν ; διδασκαλίαν ἵνα διὰ ; τῆς ; ὑπομονῆς καὶ ; διὰ ; τῆς ; παρακλήσεως τῶν γραφῶν ἔχωμεν.¶ τὴν ; ἐλπίδα
وَلْيَمْلأْكُمْ إِلهُ الرَّجَاءِ كُلَّ سُرُورٍ وَسَلاَمٍ فِي الإِيمَانِ، لِتَزْدَادُوا فِي الرَّجَاءِ بِقُوَّةِ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
δὲ ; πληρώσαι ; ὑμᾶς Ὁ ; θεὸς τῆς ; ἐλπίδος πάσης χαρᾶς καὶ ; εἰρήνης ἐν τῷ ; πιστεύειν εἰς ; τὸ ; περισσεύειν ; ὑμᾶς ἐν τῇ ; ἐλπίδι ἐν ; δυνάμει πνεύματος ἁγίου.
وَلْيَمْلأْكُمْ إِلهُ الرَّجَاءِ كُلَّ سُرُورٍ وَسَلاَمٍ فِي الإِيمَانِ، لِتَزْدَادُوا فِي الرَّجَاءِ بِقُوَّةِ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
δὲ ; πληρώσαι ; ὑμᾶς Ὁ ; θεὸς τῆς ; ἐλπίδος πάσης χαρᾶς καὶ ; εἰρήνης ἐν τῷ ; πιστεύειν εἰς ; τὸ ; περισσεύειν ; ὑμᾶς ἐν τῇ ; ἐλπίδι ἐν ; δυνάμει πνεύματος ἁγίου.
أَمْ يَقُولُ مُطْلَقًا مِنْ أَجْلِنَا. إِنَّهُ مِنْ أَجْلِنَا مَكْتُوبٌ. لأَنَّهُ يَنْبَغِي لِلْحَرَّاثِ أَنْ يَحْرُثَ عَلَى رَجَاءٍ، وَلِلدَّارِسِ عَلَى الرَّجَاءِ أَنْ يَكُونَ شَرِيكًا رَجَائِهِ.
ἢ λέγει; πάντως δι᾽ ; ἡμᾶς γὰρ δι᾽ ; ἡμᾶς ἐγράφη ὅτι ὀφείλει ἀροτριῶν ἀροτριᾶν, ἐπ᾽ ἐλπίδι καὶ ; ὁ ; ἀλοῶν τῆς ἐλπίδος ; αὐτοῦ μετέχειν. ἐπ᾽ ; ἐλπίδι
أَمْ يَقُولُ مُطْلَقًا مِنْ أَجْلِنَا. إِنَّهُ مِنْ أَجْلِنَا مَكْتُوبٌ. لأَنَّهُ يَنْبَغِي لِلْحَرَّاثِ أَنْ يَحْرُثَ عَلَى رَجَاءٍ، وَلِلدَّارِسِ عَلَى الرَّجَاءِ أَنْ يَكُونَ شَرِيكًا رَجَائِهِ.
ἢ λέγει; πάντως δι᾽ ; ἡμᾶς γὰρ δι᾽ ; ἡμᾶς ἐγράφη ὅτι ὀφείλει ἀροτριῶν ἀροτριᾶν, ἐπ᾽ ἐλπίδι καὶ ; ὁ ; ἀλοῶν τῆς ἐλπίδος ; αὐτοῦ μετέχειν. ἐπ᾽ ; ἐλπίδι
أَمَّا الآنَ فَيَثْبُتُ: الإِيمَانُ وَالرَّجَاءُ وَالْمَحَبَّةُ، هذِهِ الثَّلاَثَةُ وَلكِنَّ أَعْظَمَهُنَّ الْمَحَبَّةُ.
δὲ Νυνὶ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, ταῦτα· τὰ ; τρία δὲ μείζων ; τούτων ἡ ; ἀγάπη.¶
فَإِذْ لَنَا رَجَاءٌ مِثْلُ هذَا نَسْتَعْمِلُ مُجَاهَرَةً كَثِيرَةً.
οὖν Ἔχοντες ἐλπίδα τοιαύτην χρώμεθα, παρρησίᾳ πολλῇ
غَيْرَ مُفْتَخِرِينَ إِلَى مَا لاَ يُقَاسُ فِي أَتْعَابِ آخَرِينَ، بَلْ رَاجِينَ إِذَا نَمَا إِيمَانُكُمْ أَنْ نَتَعَظَّمَ بَيْنَكُمْ حَسَبَ قَانُونِنَا بِزِيَادَةٍ،
οὐκ καυχώμενοι εἰς τὰ ἄμετρα ἐν κόποις, ἀλλοτρίοις δὲ ἐλπίδα ἔχοντες αὐξανομένης τῆς ; πίστεως μεγαλυνθῆναι ἐν ; ὑμῖν κατὰ τὸν ; κανόνα ; ἡμῶν εἰς ; περισσείαν,
فَإِنَّنَا بِالرُّوحِ مِنَ الإِيمَانِ نَتَوَقَّعُ رَجَاءَ بِرّ.
ἡμεῖς ; γὰρ πνεύματι ἐκ πίστεως ἀπεκδεχόμεθα. ἐλπίδα δικαιοσύνης
مُسْتَنِيرَةً عُيُونُ أَذْهَانِكُمْ، لِتَعْلَمُوا مَا هُوَ رَجَاءُ دَعْوَتِهِ، وَمَا هُوَ غِنَى مَجْدِ مِيرَاثِهِ فِي الْقِدِّيسِينَ،
πεφωτισμένους τοὺς ; ὀφθαλμοὺς τῆς ; διανοίας; ὑμῶν εἰς ; τὸ ; εἰδέναι ; ὑμᾶς τίς ἐστιν ἡ ; ἐλπὶς τῆς ; κλήσεως ; αὐτοῦ, καὶ ; τίς ὁ ; πλοῦτος τῆς ; δόξης τῆς ; κληρονομίας ; αὐτοῦ ἐν τοῖς ; ἁγίοις,
أَنَّكُمْ كُنْتُمْ فِي ذلِكَ الْوَقْتِ بِدُونِ مَسِيحٍ، أَجْنَبِيِّينَ عَنْ رَعَوِيَّةِ إِسْرَائِيلَ، وَغُرَبَاءَ عَنْ عُهُودِ الْمَوْعِدِ، لاَ رَجَاءَ لَكُمْ، وَبِلاَ إِلهٍ فِي الْعَالَمِ.
ὅτι ἦτε ἐν τῷ ; καιρῷ ; ἐκείνῳ χωρὶς Χριστοῦ ἀπηλλοτριωμένοι τῆς πολιτείας τοῦ ; Ἰσραὴλ καὶ ; ξένοι τῶν διαθηκῶν τῆς ; ἐπαγγελίας, μὴ ἐλπίδα ἔχοντες καὶ ; ἄθεοι ἐν τῷ ; κόσμῳ·
جَسَدٌ وَاحِدٌ، وَرُوحٌ وَاحِدٌ، كَمَا دُعِيتُمْ أَيْضًا فِي رَجَاءِ دَعْوَتِكُمُ الْوَاحِدِ.
σῶμα ἓν καὶ ; πνεῦμα ἓν καθὼς ἐκλήθητε καὶ ἐν ἐλπίδι τῆς ; κλήσεως ; ὑμῶν· μιᾷ