ك
إصحاح
G1657
G1658. eleútheros
G1659
المعنى المختصر للكلمة
eleútheros: unrestrained (to go at pleasure), i.e. (as a citizen) not a slave (whether freeborn or manumitted), or (genitive case) exempt (from obligation or liability)
اللفظ الأصلي ἐλεύθερος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق eleútheros (el-yoo-ther-os)
تكرار الورود في الكتاب 21 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

unrestrained (to go at pleasure), i.e. (as a citizen) not a slave (whether freeborn or manumitted), or (genitive case) exempt (from obligation or liability)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
free (man, woman) at liberty

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐλεύθεροι (3×) ἐλεύθερος, (2×) ἐλεύθερος (2×) ἐλευθέρα (2×) ὡς ; ἐλεύθεροι (1×) ὁ ; ἐλεύθερος (1×) Ἐλεύθερος (1×) ἐλεύθερος; (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (21 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أَجَابُوهُ: إِنَّنَا ذُرِّيَّةُ إِبْرَاهِيمَ، وَلَمْ نُسْتَعْبَدْ لأَحَدٍ قَطُّ. كَيْفَ تَقُولُ أَنْتَ: إِنَّكُمْ تَصِيرُونَ أَحْرَارًا.
ἀπεκρίθησαν ; αὐτῷ ἐσμεν σπέρμα Ἀβραάμ καὶ δεδουλεύκαμεν οὐδενὶ πώποτε· πῶς λέγεις σὺ ὅτι γενήσεσθε; ἐλεύθεροι
فَإِنْ حَرَّرَكُمْ الابْنُ فَبِالْحَقِيقَةِ تَكُونُونَ أَحْرَارًا.
ἐὰν ; οὖν ὑμᾶς ; ἐλευθερώσῃ, ὁ ; υἱὸς ὄντως ἔσεσθε. ἐλεύθεροι
لأَنَّكُمْ لَمَّا كُنْتُمْ عَبِيدَ الْخَطِيَّةِ، كُنْتُمْ أَحْرَارًا مِنَ الْبِرِّ.
γὰρ ὅτε ἦτε δοῦλοι τῆς ; ἁμαρτίας, ἦτε ἐλεύθεροι τῇ ; δικαιοσύνῃ.
فَإِذًا مَا دَامَ الرَّجُلُ حَيًّا تُدْعَى زَانِيَةً إِنْ صَارَتْ لِرَجُل آخَرَ. وَلكِنْ إِنْ مَاتَ الرَّجُلُ فَهِيَ حُرَّةٌ مِنَ النَّامُوسِ، حَتَّى إِنَّهَا لَيْسَتْ زَانِيَةً إِنْ صَارَتْ لِرَجُل آخَرَ.
ἄρα ; οὖν ζῶντος ; τοῦ ; ἀνδρὸς χρηματίσει, μοιχαλὶς ἐὰν γένηται ἀνδρὶ ἑτέρῳ· δὲ ἀποθάνῃ ὁ ; ἀνήρ, ἐστὶν ἐλευθέρα ἀπὸ τοῦ ; νόμου τοῦ εἶναι ; αὐτὴν μὴ μοιχαλίδα γενομένην ἀνδρὶ ἑτέρῳ.¶
دُعِيتَ وَأَنْتَ عَبْدٌ فَلاَ يَهُمَّكَ. بَلْ وَإِنِ اسْتَطَعْتَ أَنْ تَصِيرَ حُرًّا فَاسْتَعْمِلْهَا بِالْحَرِيِّ.
ἐκλήθης; σοι δοῦλος μή μελέτω· ἀλλ᾽ εἰ ; καὶ δύνασαι γενέσθαι, ἐλεύθερος χρῆσαι. μᾶλλον
لأَنَّ مَنْ دُعِيَ فِي الرَّبِّ وَهُوَ عَبْدٌ، فَهُوَ عَتِيقُ الرَّبِّ. كَذلِكَ أَيْضًا الْحُرُّ الْمَدْعُوُّ هُوَ عَبْدٌ لِلْمَسِيحِ.
γὰρ ὁ κληθεὶς ἐν κυρίῳ δοῦλος ἐστίν· ἀπελεύθερος κυρίου ὁμοίως καὶ ὁ ; ἐλεύθερος κληθεὶς ἐστιν δοῦλός Χριστοῦ.
الْمَرْأَةُ مُرْتَبِطَةٌ بِالنَّامُوسِ مَا دَامَ رَجُلُهَا حَيًّا. وَلكِنْ إِنْ مَاتَ رَجُلُهَا، فَهِيَ حُرَّةٌ لِكَيْ تَتَزَوَّجَ بِمَنْ تُرِيدُ، فِي الرَّبِّ فَقَطْ.
Γυνὴ δέδεται νόμῳ ὅσον ἐφ᾽ ; χρόνον ὁ ; ἀνὴρ ; αὐτῆς· ζῇ δὲ ἐὰν κοιμηθῇ ὁ ; ἀνήρ ; αὐτῆς, ἐστὶν ἐλευθέρα γαμηθῆναι, ᾧ θέλει ἐν κυρίῳ. μόνον
أَلَسْتُ أَنَا رَسُولاً. أَلَسْتُ أَنَا حُرًّا. أَمَا رَأَيْتُ يَسُوعَ الْمَسِيحَ رَبَّنَا. أَلَسْتُمْ أَنْتُمْ عَمَلِي فِي الرَّبِّ.
οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος; Οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος; οὐχὶ ἑόρακα; Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν ; κύριον ; ἡμῶν οὐ ὑμεῖς ; ἐστε τὸ ; ἔργον ; μου ἐν κυρίῳ;
فَإِنِّي إِذْ كُنْتُ حُرًّا مِنَ الْجَمِيعِ، اسْتَعْبَدْتُ نَفْسِي لِلْجَمِيعِ لأَرْبَحَ الأَكْثَرِينَ.
γὰρ ὢν Ἐλεύθερος ἐκ πάντων ἐδούλωσα ἐμαυτὸν πᾶσιν ἵνα ; κερδήσω· τοὺς ; πλείονας
لأَنَّنَا جَمِيعَنَا بِرُوحٍ وَاحِدٍ أَيْضًا اعْتَمَدْنَا إِلَى جَسَدٍ وَاحِدٍ، يَهُودًا كُنَّا أَمْ يُونَانِيِّينَ، عَبِيدًا أَمْ أَحْرَارًا، وَجَمِيعُنَا سُقِينَا رُوحًا وَاحِدًا.
γὰρ πάντες ἐν ; πνεύματι ἑνὶ καὶ ἐβαπτίσθημεν, εἰς σῶμα ἓν Ἰουδαῖοι εἴτε εἴτε Ἕλληνες εἴτε ; δοῦλοι εἴτε ἐλεύθεροι, καὶ ; πάντες ἐποτίσθημεν. εἰς ; πνεῦμα ἓν
لَيْسَ يَهُودِيٌّ وَلاَ يُونَانِيٌّ. لَيْسَ عَبْدٌ وَلاَ حُرٌّ. لَيْسَ ذَكَرٌ وَأُنْثَى، لأَنَّكُمْ جَمِيعًا وَاحِدٌ فِي الْمَسِيحِ يَسُوعَ.
οὐκ ; ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ; ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ; ἔνι ἄρσεν καὶ ; θῆλυ· γὰρ ; ὑμεῖς πάντες εἷς ; ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.
فَإِنَّهُ مَكْتُوبٌ أَنَّهُ كَانَ لإِبْرَاهِيمَ ابْنَانِ، وَاحِدٌ مِنَ الْجَارِيَةِ وَالآخَرُ الْحُرَّةِ.
γὰρ γέγραπται ὅτι ἔσχεν, Ἀβραὰμ δύο ; υἱοὺς ἕνα ἐκ τῆς ; παιδίσκης καὶ ; ἕνα ἐκ ; τῆς ; ἐλευθέρας.
لكِنَّ الَّذِي مِنَ الْجَارِيَةِ وُلِدَ حَسَبَ الْجَسَدِ، وَأَمَّا الَّذِي الْحُرَّةِ فَبِالْمَوْعِدِ.
ἀλλ᾽ ὁ ; μὲν ἐκ τῆς ; παιδίσκης γεγέννηται, κατὰ σάρκα δὲ ὁ ἐκ ; τῆς ; ἐλευθέρας δι᾽ ; τῆς ; ἐπαγγελίας.
لكِنْ مَاذَا يَقُولُ الْكِتَابُ. اطْرُدِ الْجَارِيَةَ وَابْنَهَا، لأَنَّهُ لاَ يَرِثُ ابْنُ الْجَارِيَةِ مَعَ ابْنِ الْحُرَّةِ.
ἀλλὰ τί λέγει ἡ ; γραφή; ἔκβαλε τὴν ; παιδίσκην καὶ ; τὸν ; υἱὸν ; αὐτῆς, οὐ ; γὰρ μὴ κληρονομήσῃ ὁ ; υἱὸς τῆς ; παιδίσκης μετὰ τοῦ ; υἱοῦ τῆς ; ἐλευθέρας.
إِذًا أَيُّهَا الإِخْوَةُ لَسْنَا أَوْلاَدَ جَارِيَةٍ بَلْ أَوْلاَدُ الْحُرَّةِ.
Ἄρα ἀδελφοί, οὐκ ; ἐσμὲν τέκνα παιδίσκης ἀλλὰ τῆς ἐλευθέρας·
عَالِمِينَ أَنْ مَهْمَا عَمِلَ كُلُّ وَاحِدٍ مِنَ الْخَيْرِ فَذلِكَ يَنَالُهُ مِنَ الرَّبِّ، عَبْدًا كَانَ أَمْ حُرًّا.
εἰδότες ὅτι ὃ ; ἐάν ποιήσῃ ἕκαστος τι ; ἀγαθὸν τοῦτο κομίσεται παρὰ τοῦ ; κυρίου δοῦλος εἴτε εἴτε ἐλεύθερος.¶
حَيْثُ لَيْسَ يُونَانِيٌّ وَيَهُودِيٌّ، خِتَانٌ وَغُرْلَةٌ، بَرْبَرِيٌّ سِكِّيثِيٌّ، عَبْدٌ حُرٌّ، بَلِ الْمَسِيحُ الْكُلُّ وَفِي الْكُلِّ.
ὅπου οὐκ ; ἔνι Ἕλλην καὶ ; Ἰουδαῖος, περιτομὴ καὶ ; ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ Χριστός.¶ πάντα καὶ ; ἐν πᾶσιν
كَأَحْرَارٍ، وَلَيْسَ كَالَّذِينَ الْحُرِّيَّةُ عِنْدَهُمْ سُتْرَةٌ لِلشَّرِّ، بَلْ كَعَبِيدِ اللهِ.
ὡς ; ἐλεύθεροι καὶ ; μὴ ὡς τὴν ; ἐλευθερίαν, ἔχοντες ἐπικάλυμμα κακίας ἀλλ᾽ ὡς ; δοῦλοι. θεοῦ
وَمُلُوكُ الأَرْضِ وَالْعُظَمَاءُ وَالأَغْنِيَاءُ وَالأُمَرَاءُ وَالأَقْوِيَاءُ وَكُلُّ عَبْدٍ وَكُلُّ حُرّ، أَخْفَوْا أَنْفُسَهُمْ فِي الْمَغَايِرِ وَفِي صُخُورِ الْجِبَالِ،
καὶ ; οἱ ; βασιλεῖς τῆς ; γῆς καὶ ; οἱ ; μεγιστᾶνες καὶ ; οἱ ; πλούσιοι καὶ ; οἱ ; χιλίαρχοι καὶ ; οἱ ; δυνατοί καὶ ; πᾶς δοῦλος καὶ ; πᾶς ἐλεύθερος ἔκρυψαν ἑαυτοὺς εἰς τὰ ; σπήλαια καὶ ; εἰς τὰς ; πέτρας τῶν ; ὀρέων
وَيَجْعَلَ الْجَمِيعَ: الصِّغَارَ وَالْكِبَارَ، وَالأَغْنِيَاءَ وَالْفُقَرَاءَ، وَالأَحْرَارَ وَالْعَبِيدَ، تُصْنَعُ لَهُمْ سِمَةٌ عَلَى يَدِهِمِ الْيُمْنَى أَوْ عَلَى جَبْهَتِهِمْ،
καὶ ; ποιεῖ πάντας, τοὺς ; μικροὺς καὶ ; τοὺς ; μεγάλους καὶ ; τοὺς ; πλουσίους καὶ ; τοὺς ; πτωχοὺς καὶ ; τοὺς ; ἐλευθέρους καὶ ; τοὺς ; δούλους, ἵνα ; δώσῃ αὐτοῖς χαράγματα ἐπὶ τῆς ; χειρὸς ; αὐτῶν τῆς ; δεξιᾶς ἢ ἐπὶ τῶν; μέτωπων; αὐτῶν,
لِكَيْ تَأْكُلِي لُحُومَ مُلُوكٍ، وَلُحُومَ قُوَّادٍ، وَلُحُومَ أَقْوِيَاءَ، وَلُحُومَ خَيْل وَالْجَالِسِينَ عَلَيْهَا، وَلُحُومَ الْكُلِّ: حُرًّا وَعَبْدًا، صَغِيرًا وَكَبِيرًا.
ἵνα φάγητε σάρκας βασιλέων καὶ ; σάρκας χιλιάρχων καὶ ; σάρκας ἰσχυρῶν καὶ ; σάρκας ἵππων καὶ ; τῶν ; καθημένων ἐπ᾽ ; αὐτῶν καὶ ; σάρκας πάντων, ἐλευθέρων καὶ ; δούλων καὶ ; μικρῶν καὶ ; μεγάλων.¶