ك
إصحاح
G1604
G1605. ekplḗssō
G1606
المعنى المختصر للكلمة
ekplḗssō: to strike with astonishment
اللفظ الأصلي ἐκπλήσσω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ekplḗssō (ek-place-so)
تكرار الورود في الكتاب 12 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to strike with astonishment

الإنجليزية — KJV Translation Tags
amaze astonish

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐξεπλήσσοντο (4×) καὶ ; ἐξεπλήσσοντο (3×) ἐξεπλήσσετο (1×) ἐξεπλάγησαν, (1×) ἐκπλήσσεσθαι (1×) ἐκπλησσόμενος (1×) οἱ ; δὲ ; ἐξεπλήσσοντο (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (12 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَلَمَّا أَكْمَلَ يَسُوعُ هذِهِ الأَقْوَالَ بُهِتَتِ الْجُمُوعُ مِنْ تَعْلِيمِهِ،
Καὶ ; ἐγένετο ; ὅτε συνετέλεσεν ὁ ; Ἰησοῦς τούτους, τοὺς ; λόγους ἐξεπλήσσοντο οἱ ; ὄχλοι ἐπὶ διδαχῇ ; αὐτοῦ· ; τῇ
متى 13: 54 Mat.13.54
وَلَمَّا جَاءَ إِلَى وَطَنِهِ كَانَ يُعَلِّمُهُمْ فِي مَجْمَعِهِمْ حَتَّى بُهِتُوا وَقَالُوا: مِنْ أَيْنَ لِهذَا هذِهِ الْحِكْمَةُ وَالْقُوَّاتُ.
καὶ ; ἐλθὼν εἰς τὴν ; πατρίδα ; αὐτοῦ ἐδίδασκεν ; αὐτοὺς ἐν τῇ ; συναγωγῇ ; αὐτῶν ὥστε ἐκπλήσσεσθαι αὐτοὺς ; καὶ ; λέγειν· πόθεν τούτῳ αὕτη ἡ ; σοφία καὶ ; αἱ ; δυνάμεις;
متى 19: 25 Mat.19.25
فَلَمَّا سَمِعَ تَلاَمِيذُهُ بُهِتُوا جِدًّا قَائِلِينَ: إِذًا مَنْ يَسْتَطِيعُ أَنْ يَخْلُصَ.
δὲ Ἀκούσαντες οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ ἐξεπλήσσοντο σφόδρα λέγοντες· ἄρα τίς δύναται σωθῆναι;
متى 22: 33 Mat.22.33
فَلَمَّا سَمِعَ الْجُمُوعُ بُهِتُوا مِنْ تَعْلِيمِهِ.
Καὶ ἀκούσαντες οἱ ; ὄχλοι ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ διδαχῇ ; αὐτοῦ.¶ ; τῇ
فَبُهِتُوا مِنْ تَعْلِيمِهِ لأَنَّهُ كَانَ يُعَلِّمُهُمْ كَمَنْ لَهُ سُلْطَانٌ وَلَيْسَ كَالْكَتَبَةِ.
καὶ ; ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ ; διδαχῇ ; αὐτοῦ· γὰρ ἦν αὐτοὺς ; διδάσκων ὡς ἔχων ἐξουσίαν καὶ ; οὐχ ὡς ; οἱ ; γραμματεῖς.¶
وَلَمَّا كَانَ السَّبْتُ، ابْتَدَأَ يُعَلِّمُ فِي الْمَجْمَعِ. وَكَثِيرُونَ إِذْ سَمِعُوا بُهِتُوا قَائِلِينَ: مِنْ أَيْنَ لِهذَا هذِهِ. وَمَا هذِهِ الْحِكْمَةُ الَّتِي أُعْطِيَتْ لَهُ حَتَّى تَجْرِيَ عَلَى يَدَيْهِ قُوَّاتٌ مِثْلُ هذِهِ.
καὶ γενομένου σαββάτου ἤρξατο διδάσκειν ἐν τῇ ; συναγωγῇ· καὶ ; πολλοὶ ἀκούοντες ἐξεπλήσσοντο λέγοντες· πόθεν τούτῳ ταῦτα, καὶ ; τίς ἡ ; σοφία ἡ δοθεῖσα αὐτῷ ὅτι ; καὶ γίνονται διὰ τῶν ; χειρῶν ; αὐτοῦ δυνάμεις τοιαῦται
وَبُهِتُوا إِلَى الْغَايَةِ قَائِلِينَ: إِنَّهُ عَمِلَ كُلَّ شَيْءٍ حَسَنًا. جَعَلَ الصُّمَّ يَسْمَعُونَ وَالْخُرْسَ يَتَكَلَّمُونَ.
καὶ ; ἐξεπλήσσοντο ὑπερπερισσῶς λέγοντες· πεποίηκεν πάντα καλῶς ποιεῖ τοὺς ; κωφοὺς ἀκούειν καὶ ; τοὺς ; ἀλάλους λαλεῖν.¶
فَبُهِتُوا إِلَى الْغَايَةِ قَائِلِينَ بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: فَمَنْ يَسْتَطِيعُ أَنْ يَخْلُصَ.
οἱ ; δὲ ; ἐξεπλήσσοντο περισσῶς λέγοντες πρὸς ἑαυτούς· καὶ ; τίς δύναται σωθῆναι;
وَسَمِعَ الْكَتَبَةُ وَرُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ فَطَلَبُوا كَيْفَ يُهْلِكُونَهُ، لأَنَّهُمْ خَافُوهُ، إِذْ بُهِتَ الْجَمْعُ كُلُّهُ مِنْ تَعْلِيمِهِ.
Καὶ ; ἤκουσαν οἱ ; γραμματεῖς οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; ἐζήτουν πῶς αὐτὸν ; ἀπολέσουσιν ἐφοβοῦντο ; γὰρ ; αὐτόν, ὅτι ἐξεπλήσσετο ὁ ; ὄχλος πᾶς ἐπὶ τῇ ; διδαχῇ ; αὐτοῦ.¶
فَلَمَّا أَبْصَرَاهُ انْدَهَشَا. وَقَالَتْ لَهُ أُمُّهُ: يَا بُنَيَّ، لِمَاذَا فَعَلْتَ بِنَا هكَذَا. هُوَذَا أَبُوكَ وَأَنَا كُنَّا نَطْلُبُكَ مُعَذَّبَيْنِ.
καὶ ; ἰδόντες ; αὐτὸν ἐξεπλάγησαν, καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτὸν ἡ ; μήτηρ ; αὐτοῦ· τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν οὕτως; ἰδοὺ ὁ ; πατήρ ; σου κἀγὼ ἐζητοῦμέν ; σε.¶ ὀδυνώμενοι
فَبُهِتُوا مِنْ تَعْلِيمِهِ، لأَنَّ كَلاَمَهُ كَانَ بِسُلْطَانٍ.
καὶ ; ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ ; διδαχῇ ; αὐτοῦ ὅτι ὁ ; λόγος ; αὐτοῦ. ἦν ἐν ; ἐξουσίᾳ
فَالْوَالِي حِينَئِذٍ لَمَّا رَأَى مَا جَرَى، آمَنَ مُنْدَهِشًا مِنْ تَعْلِيمِ الرَّبِّ.
ὁ ; ἀνθύπατος τότε ἰδὼν τὸ ; γεγονὸς ἐπίστευσεν ἐκπλησσόμενος ἐπὶ διδαχῇ ; τῇ τοῦ ; κυρίου.¶