ك
إصحاح
G1509
G1510. eimí
G1511
المعنى المختصر للكلمة
eimí: I exist (used only when emphatic)
اللفظ الأصلي εἰμί
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق eimí (i-mee)
تكرار الورود في الكتاب 2055 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

I exist (used only when emphatic)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
am have been X it is I was

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐστιν (216×) ἦν (160×) ἔσται (89×) ἐστὶν (53×) ἦσαν (45×) καὶ ; ἦν (43×) οὐκ ; ἔστιν (37×) εἰσιν (35×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2055 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
هذَا هُوَ احْتِجَاجِي يَفْحَصُونَنِي:
αὕτη· ἐστιν ἡ ; ἐμὴ ; ἀπολογία τοῖς ; ἐμὲ ; ἀνακρίνουσίν
لأَنَّهُ إِنْ كُنْتُ أُبَشِّرُ فَلَيْسَ لِي فَخْرٌ، إِذِ الضَّرُورَةُ مَوْضُوعَةٌ عَلَيَّ، فَوَيْلٌ لِي إِنْ كُنْتُ لاَ أُبَشِّرُ.
γὰρ ἐὰν εὐαγγελίζωμαι, οὐκ ἔστιν ; μοι καύχημα· γάρ ἀνάγκη ἐπίκειται· μοι οὐαὶ ; δέ μοί ἐὰν ἐστιν μὴ εὐαγγελίζωμαι
فَمَا هُوَ أَجْرِي. إِذْ وَأَنَا أُبَشِّرُ أَجْعَلُ إِنْجِيلَ الْمَسِيحِ بِلاَ نَفَقَةٍ، حَتَّى لَمْ أَسْتَعْمِلْ سُلْطَانِي فِي الإِنْجِيلِ.
τίς ; οὖν ἐστιν μου ; ὁ ; μισθός; ἵνα εὐαγγελιζόμενος θήσω τὸ ; εὐαγγέλιον τοῦ ; Χριστοῦ ἀδάπανον εἰς μὴ τὸ ; καταχρήσασθαι τῇ ; ἐξουσίᾳ ; μου ἐν τῷ ; εὐαγγελίῳ.¶
فَإِنِّي إِذْ كُنْتُ حُرًّا مِنَ الْجَمِيعِ، اسْتَعْبَدْتُ نَفْسِي لِلْجَمِيعِ لأَرْبَحَ الأَكْثَرِينَ.
γὰρ ὢν Ἐλεύθερος ἐκ πάντων ἐδούλωσα ἐμαυτὸν πᾶσιν ἵνα ; κερδήσω· τοὺς ; πλείονας
وَلِلَّذِينَ بِلاَ نَامُوسٍ كَأَنِّي بِلاَ نَامُوسٍ مَعَ أَنِّي لَسْتُ بِلاَ نَامُوسٍ ِللهِ، بَلْ تَحْتَ نَامُوسٍ لِلْمَسِيحِ لأَرْبَحَ الَّذِينَ بِلاَ نَامُوسٍ.
τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος, ὢν μὴ ἄνομος θεῷ ἀλλ᾽ ἔννομος Χριστῷ κερδάνω τοὺς ἀνόμους.
فَإِنِّي لَسْتُ أُرِيدُ أَيُّهَا الإِخْوَةُ أَنْ تَجْهَلُوا أَنَّ آبَاءَنَا جَمِيعَهُمْ كَانُوا تَحْتَ السَّحَابَةِ، وَجَمِيعَهُمُ اجْتَازُوا فِي الْبَحْرِ،
δὲ Οὐ θέλω ἀδελφοί, ἀγνοεῖν, ὅτι οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν πάντες ἦσαν ὑπὸ τὴν ; νεφέλην καὶ ; πάντες διῆλθον, διὰ τῆς ; θαλάσσης
وَجَمِيعَهُمْ شَرَابًا وَاحِدًا رُوحِيًّا، لأَنَّهُمْ كَانُوا يَشْرَبُونَ مِنْ صَخْرَةٍ رُوحِيَّةٍ تَابِعَتِهِمْ، وَالصَّخْرَةُ كَانَتِ الْمَسِيحَ.
καὶ ; πάντες πόμα, τὸ ; αὐτὸ πνευματικὸν γὰρ ἔπινον ἐκ πέτρας, πνευματικῆς ἀκολουθούσης ἡ ; πέτρα ; δὲ ἦν ὁ ; Χριστός·
كَأْسُ الْبَرَكَةِ الَّتِي نُبَارِكُهَا، أَلَيْسَتْ هِيَ شَرِكَةَ دَمِ الْمَسِيحِ. الْخُبْزُ الَّذِي نَكْسِرُهُ، أَلَيْسَ هُوَ شَرِكَةَ جَسَدِ الْمَسِيحِ.
τὸ ; ποτήριον τῆς ; εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ ἐστὶν κοινωνία τοῦ ; αἵματος τοῦ ; Χριστοῦ; τὸν ; ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ ἐστιν; κοινωνία τοῦ ; σώματος τοῦ ; Χριστοῦ
كَأْسُ الْبَرَكَةِ الَّتِي نُبَارِكُهَا، أَلَيْسَتْ هِيَ شَرِكَةَ دَمِ الْمَسِيحِ. الْخُبْزُ الَّذِي نَكْسِرُهُ، أَلَيْسَ هُوَ شَرِكَةَ جَسَدِ الْمَسِيحِ.
τὸ ; ποτήριον τῆς ; εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ ἐστὶν κοινωνία τοῦ ; αἵματος τοῦ ; Χριστοῦ; τὸν ; ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ ἐστιν; κοινωνία τοῦ ; σώματος τοῦ ; Χριστοῦ
فَإِنَّنَا نَحْنُ الْكَثِيرِينَ خُبْزٌ وَاحِدٌ، جَسَدٌ وَاحِدٌ، لأَنَّنَا جَمِيعَنَا نَشْتَرِكُ فِي الْخُبْزِ الْوَاحِدِ.
ὅτι ἐσμεν· πολλοί ἄρτος εἷς σῶμα ἓν γὰρ πάντες μετέχομεν.¶ ἐκ τοῦ ; ἄρτου ἑνὸς
انْظُرُوا إِسْرَائِيلَ حَسَبَ الْجَسَدِ. أَلَيْسَ الَّذِينَ يَأْكُلُونَ الذَّبَائِحَ هُمْ شُرَكَاءَ الْمَذْبَحِ.
βλέπετε τὸν ; Ἰσραὴλ κατὰ σάρκα· οὐχὶ οἱ ἐσθίοντες τὰς ; θυσίας εἰσίν;¶ κοινωνοὶ τοῦ ; θυσιαστηρίου
فَمَاذَا أَقُولُ. أَإِنَّ الْوَثَنَ شَيْءٌ، أَوْ إِنَّ مَا ذُبحَ لِلْوَثَنِ شَيْءٌ.
Τί ; οὖν φημι; ὅτι εἴδωλόν τί ; ἐστιν; ἢ ὅτι εἰδωλόθυτόν τί ; ἐστιν
فَمَاذَا أَقُولُ. أَإِنَّ الْوَثَنَ شَيْءٌ، أَوْ إِنَّ مَا ذُبحَ لِلْوَثَنِ شَيْءٌ.
Τί ; οὖν φημι; ὅτι εἴδωλόν τί ; ἐστιν; ἢ ὅτι εἰδωλόθυτόν τί ; ἐστιν
أَمْ نُغِيرُ الرَّبَّ. أَلَعَلَّنَا أَقْوَى مِنْهُ.
ἢ παραζηλοῦμεν τὸν ; κύριον; μὴ ; ἐσμεν;¶ ἰσχυρότεροι αὐτοῦ
وَلكِنْ إِنْ قَالَ لَكُمْ أَحَدٌ: هذَا مَذْبُوحٌ لِوَثَنٍ فَلاَ تَأْكُلُوا مِنْ أَجْلِ ذَاكَ الَّذِي أَعْلَمَكُمْ، وَالضَّمِيرِ. لأَنَّ لِلرَّبِّ الأَرْضَ وَمِلأَهَا
δέ ἐὰν εἴπῃ· ὑμῖν τις τοῦτο εἰδωλόθυτόν; ἐστιν, μὴ ἐσθίετε δι᾽ ἐκεῖνον τὸν μηνύσαντα καὶ ; τὴν ; συνείδησιν· γὰρ τοῦ ; κυρίου ἡ ; γῆ καὶ ; τὸ ; πλήρωμα ; αὐτῆς.
وَلكِنْ أُرِيدُ أَنْ تَعْلَمُوا أَنَّ رَأْسَ كُلِّ رَجُل هُوَ الْمَسِيحُ، رَأْسُ الْمَرْأَةِ فَهُوَ الرَّجُلُ، وَرَأْسُ الْمَسِيحِ هُوَ اللهُ.
δὲ Θέλω ὑμᾶς ; εἰδέναι ὅτι ἡ ; κεφαλὴ παντὸς ἀνδρὸς ἐστιν, ὁ ; Χριστός κεφαλὴ δὲ ; γυναικὸς ὁ ; ἀνήρ· κεφαλὴ ; δὲ Χριστοῦ ὁ ; θεός.¶
وَأَمَّا كُلُّ امْرَأَةٍ تُصَلِّي أَوْ تَتَنَبَّأُ وَرَأْسُهَا غَيْرُ مُغُطَّى، فَتَشِينُ رَأْسَهَا، لأَنَّهَا وَالْمَحْلُوقَةَ شَيْءٌ وَاحِدٌ بِعَيْنِهِ.
δὲ πᾶσα γυνὴ προσευχομένη ἢ προφητεύουσα τῇ ; κεφαλῇ ἀκατακαλύπτῳ καταισχύνει τὴν ; κεφαλὴν ; αὐτὸ γάρ ; ἐστιν τῇ ; ἐξυρημένῃ. ἓν καὶ ; τὸ ; αὐτὸ
فَإِنَّ الرَّجُلَ لاَ يَنْبَغِي أَنْ يُغَطِّيَ رَأْسَهُ لِكَوْنِهِ صُورَةَ اللهِ وَمَجْدَهُ. وَأَمَّا الْمَرْأَةُ فَهِيَ مَجْدُ الرَّجُلِ.
μὲν ; γὰρ Ἀνὴρ οὐκ ὀφείλει κατακαλύπτεσθαι τὴν ; κεφαλὴν ὑπάρχων· εἰκὼν θεοῦ καὶ ; δόξα δὲ γυνὴ ἐστιν· δόξα ἀνδρός
لأَنَّ الرَّجُلَ لَيْسَ مِنَ الْمَرْأَةِ، بَلِ الْمَرْأَةُ مِنَ الرَّجُلِ.
γάρ ἀνὴρ οὐ ; ἐστιν ἐκ γυναικὸς ἀλλὰ γυνὴ ἐξ ἀνδρός·
احْكُمُوا فِي أَنْفُسِكُمْ: هَلْ يَلِيقُ بِالْمَرْأَةِ أَنْ تُصَلِّيَ إِلَى اللهِ وَهِيَ غَيْرُ مُغَطَّاةٍ.
ὑμῖν ; κρίνατε· ἐν αὐτοῖς ἐστὶν πρέπον γυναῖκα προσεύχεσθαι; τῷ ; θεῷ ἀκατακάλυπτον
أَمْ لَيْسَتِ الطَّبِيعَةُ نَفْسُهَا تُعَلِّمُكُمْ أَنَّ الرَّجُلَ إِنْ كَانَ يُرْخِي شَعْرَهُ فَهُوَ عَيْبٌ لَهُ.
ἢ οὐδὲ ἡ ; φύσις αὐτὴ διδάσκει ; ὑμᾶς ὅτι ἀνὴρ μὲν ; ἐὰν κομᾷ, ἐστιν, ἀτιμία ; αὐτῷ
وَأَمَّا الْمَرْأَةُ إِنْ كَانَتْ تُرْخِي شَعْرَهَا فَهُوَ مَجْدٌ لَهَا، لأَنَّ الشَّعْرَ قَدْ أُعْطِيَ لَهَا عِوَضَ بُرْقُعٍ.
δὲ γυνὴ ἐὰν κομᾷ, ἐστιν; δόξα αὐτῇ ὅτι ἡ ; κόμη δέδοται αὐτῇ· ἀντὶ περιβολαίου
فَحِينَ تَجْتَمِعُونَ مَعًا لَيْسَ هُوَ لأَكْلِ عَشَاءِ الرَّبِّ.
οὖν συνερχομένων ; ὑμῶν ἐπὶ οὐκ ἔστιν φαγεῖν· δεῖπνον κυριακὸν
وَشَكَرَ فَكَسَّرَ، وَقَالَ: خُذُوا كُلُوا هذَا هُوَ جَسَدِي الْمَكْسُورُ لأَجْلِكُمُ. اصْنَعُوا هذَا لِذِكْرِي.
καὶ ; εὐχαριστήσας ἔκλασεν καὶ ; εἶπεν λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστιν τὸ ; σῶμα τὸ ; κλώμενον· ὑπὲρ ; ὑμῶν ποιεῖτε τοῦτο εἰς ; τὴν ; ἐμὴν ; ἀνάμνησιν.
كَذلِكَ الْكَأْسَ أَيْضًا بَعْدَمَا تَعَشَّوْا، قَائِلاً: هذِهِ الْكَأْسُ هِيَ الْعَهْدُ الْجَدِيدُ بِدَمِي. اصْنَعُوا هذَا كُلَّمَا شَرِبْتُمْ لِذِكْرِي.
ὡσαύτως τὸ ; ποτήριον καὶ μετὰ δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τὸ ; ποτήριον ἐστὶν διαθήκη ἡ ; καινὴ ἐν ; τῷ ; ἐμῷ ; αἵματι· ποιεῖτε, τοῦτο ὁσάκις ; ἂν πίνητε, εἰς ; τὴν ; ἐμὴν ; ἀνάμνησιν.
إِذًا أَيُّ مَنْ أَكَلَ هذَا الْخُبْزَ، أَوْ شَرِبَ كَأْسَ الرَّبِّ، بِدُونِ اسْتِحْقَاق، يَكُونُ مُجْرِمًا فِي جَسَدِ الرَّبِّ وَدَمِهِ.
Ὥστε ὃς ἂν ἐσθίῃ τοῦτον τὸν ; ἄρτον ἢ πίνῃ τὸ ; ποτήριον τοῦ ; κυρίου ἀναξίως ἔσται ἔνοχος τοῦ σώματος τοῦ ; κυρίου. καὶ ; τοῦ ; αἵματος
أَنْتُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّكُمْ كُنْتُمْ أُمَمًا مُنْقَادِينَ إِلَى الأَوْثَانِ الْبُكْمِ، كَمَا كُنْتُمْ تُسَاقُونَ.
οἴδατε ὅτι ἦτε ἔθνη ἀπαγόμενοι. πρὸς τὰ ; εἴδωλα τὰ ; ἄφωνα ὡς ; ἂν ἤγεσθε
فَأَنْوَاعُ مَوَاهِبَ مَوْجُودَةٌ، وَلكِنَّ الرُّوحَ وَاحِدٌ.
διαιρέσεις ; δὲ χαρισμάτων εἰσίν, δὲ τὸ ; πνεῦμα· αὐτὸ
وَأَنْوَاعُ خِدَمٍ مَوْجُودَةٌ، وَلكِنَّ الرَّبَّ وَاحِدٌ.
καὶ ; διαιρέσεις διακονιῶν εἰσιν, καὶ ὁ ; κύριος· αὐτὸς
وَأَنْوَاعُ أَعْمَال مَوْجُودَةٌ، وَلكِنَّ اللهَ وَاحِدٌ، الَّذِي يَعْمَلُ الْكُلَّ فِي الْكُلِّ.
καὶ ; διαιρέσεις ἐνεργημάτων εἰσίν, δὲ ὁ ; θεὸς αὐτὸς ; ἐστιν ὁ ἐνεργῶν τὰ ; πάντα ἐν πᾶσιν.¶