ك
إصحاح
G1371
G1372. dipsáō
G1373
المعنى المختصر للكلمة
dipsáō: to thirst for (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي διψάω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق dipsáō (dip-sah-o)
تكرار الورود في الكتاب 16 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to thirst for (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
(be, be a-)thirst(-y)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐδίψησα (2×) διψῶντα (2×) διψᾷ, (2×) διψήσῃ (2×) τῷ ; διψῶντι (1×) καὶ ; διψῶντες (1×) καὶ ; διψῶμεν (1×) διψῶν (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (16 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
طُوبَى لِلْجِيَاعِ وَالْعِطَاشِ إِلَى الْبِرِّ، لأَنَّهُمْ يُشْبَعُونَ.
Μακάριοι οἱ ; πεινῶντες καὶ ; διψῶντες τὴν ; δικαιοσύνην, ὅτι ; αὐτοὶ χορτασθήσονται.¶
متى 25: 35 Mat.25.35
لأَنِّي جُعْتُ فَأَطْعَمْتُمُونِي. عَطِشْتُ فَسَقَيْتُمُونِي. كُنْتُ غَرِيبًا فَآوَيْتُمُونِي.
γὰρ ἐπείνασα καὶ ; ἐδώκατέ ; μοι ; φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ; ἐποτίσατέ ; με, ἤμην ξένος καὶ ; συνηγάγετέ ; με,
متى 25: 37 Mat.25.37
فَيُجِيبُهُ الأَبْرَارُ حِينَئِذٍ قَائِلِينَ: يَا رَبُّ، مَتَى رَأَيْنَاكَ جَائِعًا فَأَطْعَمْنَاكَ، أَوْ عَطْشَانًا فَسَقَيْنَاكَ.
ἀποκριθήσονται ; αὐτῷ οἱ ; δίκαιοι Τότε λέγοντες· κύριε, πότε εἴδομεν ; σε πεινῶντα καὶ ; ἐθρέψαμεν ἢ διψῶντα ἐποτίσαμεν; ; καὶ
متى 25: 42 Mat.25.42
لأَنِّي جُعْتُ فَلَمْ تُطْعِمُونِي. عَطِشْتُ فَلَمْ تَسْقُونِي.
γὰρ ἐπείνασα καὶ ; οὐκ ἐδώκατέ ; μοι ; φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ; οὐκ ἐποτίσατέ ; με,
متى 25: 44 Mat.25.44
حِينَئِذٍ يُجِيبُونَهُ هُمْ أَيْضًا قَائِلِينَ: يَا رَبُّ، مَتَى رَأَيْنَاكَ جَائِعًا أَوْ عَطْشَانًا أَوْ غَرِيبًا أَوْ عُرْيَانًا أَوْ مَرِيضًا أَوْ مَحْبُوسًا وَلَمْ نَخْدِمْكَ.
Τότε ἀποκριθήσονται ; αὐτῷ αὐτοὶ καὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε ; εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν ; φυλακῇ καὶ ; οὐ διηκονήσαμέν ; σοι;¶
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهاَ: كُلُّ مَنْ يَشْرَبُ مِنْ هذَا الْمَاءِ يَعْطَشُ أَيْضًا.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ ; πίνων ἐκ τούτου τοῦ ; ὕδατος διψήσει πάλιν.
وَلكِنْ مَنْ يَشْرَبُ مِنَ الْمَاءِ الَّذِي أُعْطِيهِ أَنَا فَلَنْ يَعْطَشَ إِلَى الأَبَدِ، بَلِ الْمَاءُ الَّذِي أُعْطِيهِ يَصِيرُ فِيهِ يَنْبُوعَ مَاءٍ يَنْبَعُ إِلَى حَيَاةٍ أَبَدِيَّةٍ.
δ᾽ ὃς ; ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ; ὕδατος οὗ δώσω ; αὐτῷ, ἐγὼ οὐ ; μὴ διψήσῃ εἰς τὸν ; αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ; ὕδωρ ὃ δώσω ; αὐτῷ γενήσεται ἐν ; αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον.¶
قَالَتْ لَهُ الْمَرْأَةُ: يَا سَيِّدُ أَعْطِنِي هذَا الْمَاءَ، لِكَيْ لاَ أَعْطَشَ وَلاَ آتِيَ إِلَى هُنَا لأَسْتَقِيَ.
Λέγει πρὸς ; αὐτὸν ἡ ; γυνή· κύριε, δός ; μοι τοῦτο τὸ ; ὕδωρ ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν.
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: أَنَا هُوَ خُبْزُ الْحَيَاةِ. مَنْ يُقْبِلْ إِلَيَّ فَلاَ يَجُوعُ، وَمَنْ يُؤْمِنْ بِي فَلاَ يَعْطَشُ أَبَدًا.
Εἶπεν ; δὲ αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος τῆς ; ζωῆς· ὁ ἐρχόμενος πρὸς ; ἐμὲ οὐ ; μὴ πεινάσῃ, καὶ ; ὁ πιστεύων εἰς ; ἐμὲ οὐ ; μὴ διψήσῃ πώποτε.
وَفِي الْيَوْمِ الأَخِيرِ الْعَظِيمِ مِنَ الْعِيدِ وَقَفَ يَسُوعُ وَنَادَى قِائِلاً: إِنْ عَطِشَ أَحَدٌ فَلْيُقْبِلْ إِلَيَّ وَيَشْرَبْ.
Ἐν ; δὲ τῇ ; ἡμέρᾳ ἐσχάτῃ τῇ ; μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; ἔκραξεν λέγων· ἐάν διψᾷ, τις ἐρχέσθω πρός ; με καὶ ; πινέτω.
بَعْدَ هذَا رَأَى يَسُوعُ أَنَّ كُلَّ شَيْءٍ قَدْ كَمَلَ، فَلِكَيْ يَتِمَّ الْكِتَابُ قَالَ: أَنَا عَطْشَانُ.
Μετὰ τοῦτο εἰδὼς ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι ; ἤδη πάντα τετέλεσται, ἵνα τελειωθῇ ἡ ; γραφή, λέγει· διψῶ.
فَإِنْ جَاعَ عَدُوُّكَ فَأَطْعِمْهُ. وَإِنْ عَطِشَ فَاسْقِهِ. لأَنَّكَ إِنْ فَعَلْتَ هذَا تَجْمَعْ جَمْرَ نَارٍ عَلَى رَأْسِهِ.
οὖν; ἐὰν πεινᾷ ὁ ; ἐχθρός ; σου, ψώμιζε ; αὐτόν· ἐὰν διψᾷ, πότιζε ; αὐτόν· γὰρ ποιῶν τοῦτο σωρεύσεις ἄνθρακας πυρὸς ἐπὶ τὴν ; κεφαλὴν ; αὐτοῦ.
إِلَى هذِهِ السَّاعَةِ نَجُوعُ وَنَعْطَشُ وَنَعْرَى وَنُلْكَمُ وَلَيْسَ لَنَا إِقَامَةٌ،
ἄχρι τῆς ; ἄρτι ὥρας πεινῶμεν καὶ ; διψῶμεν καὶ ; γυμνιτεύομεν καὶ ; κολαφιζόμεθα καὶ ; ἀστατοῦμεν
لَنْ يَجُوعُوا بَعْدُ، وَلَنْ يَعْطَشُوا بَعْدُ، وَلاَ تَقَعُ عَلَيْهِمِ الشَّمْسُ وَلاَ شَيْءٌ مِنَ الْحَرِّ،
οὐ πεινάσουσιν ἔτι οὐδὲ διψήσουσιν ἔτι οὐδὲ πέσῃ ἐπ᾽ ; αὐτοὺς ὁ ; ἥλιος οὐδὲ πᾶν καῦμα,
ثُمَّ قَالَ لِي: قَدْ تَمَّ. أَنَا هُوَ الأَلِفُ وَالْيَاءُ، الْبِدَايَةُ وَالنِّهَايَةُ. أَنَا أُعْطِي الْعَطْشَانَ مِنْ يَنْبُوعِ مَاءِ الْحَيَاةِ مَجَّانًا.
καὶ εἶπέν μοι· γέγονεν ἐγώ εἰμι τὸ ; ἄλφα καὶ ; τὸ ; ὦ, ἡ ; ἀρχὴ καὶ ; τὸ ; τέλος. ἐγὼ δώσω τῷ ; διψῶντι ἐκ τῆς ; πηγῆς τοῦ ; ὕδατος ζωῆς δωρεάν.
وَالرُّوحُ وَالْعَرُوسُ يَقُولاَنِ: تَعَالَ.. وَمَنْ يَسْمَعْ فَلْيَقُلْ: تَعَالَ.. وَمَنْ يَعْطَشْ فَلْيَأْتِ. وَمَنْ يُرِدْ فَلْيَأْخُذْ مَاءَ حَيَاةٍ مَجَّانًا.
καὶ ; τὸ ; πνεῦμα καὶ ; ἡ ; νύμφη λέγουσιν· Ἐλθε καὶ ; ὁ ἀκούων εἰπάτω· Ἐλθε καὶ ; ὁ διψῶν ἐλθέτω καὶ ; ὁ θέλων λαμβανέτω τὸ ; ὕδωρ ζωῆς δωρεάν.¶