ك
إصحاح
G1265
G1266. diamerízō
G1267
المعنى المختصر للكلمة
diamerízō: to partition thoroughly (literally in distribution, figuratively in dissension)
اللفظ الأصلي διαμερίζω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق diamerízō (dee-am-er-id-zo)
تكرار الورود في الكتاب 11 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to partition thoroughly (literally in distribution, figuratively in dissension)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
cloven divide part

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

διεμερίσαντο (3×) καὶ ; διαμερίσατε (1×) διεμερίσθη, (1×) διεμερίζον (1×) διαμερισθεῖσα (1×) διαμεριζόμενοι (1×) διαμεριζόμεναι (1×) διαμεμερισμένοι, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (11 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 27: 35 Mat.27.35
وَلَمَّا صَلَبُوهُ اقْتَسَمُوا ثِيَابَهُ مُقْتَرِعِينَ عَلَيْهَا، لِكَيْ يَتِمَّ مَا قِيلَ بِالنَّبِيِّ: اقْتَسَمُوا ثِيَابِي بَيْنَهُمْ، وَعَلَى لِبَاسِي أَلْقَوْا قُرْعَةً.
σταυρώσαντες ; δὲ ; αὐτὸν διεμερίσαντο τὰ ; ἱμάτια ; αὐτοῦ βάλλοντες ; κλῆρον, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ ; τοῦ ; προφήτου διεμερίσαντο τὰ ; ἱμάτια ; μου ἑαυτοῖς καὶ ; ἐπὶ τὸν ; μου ; ἱματισμόν ἔβαλον κλῆρον
متى 27: 35 Mat.27.35
وَلَمَّا صَلَبُوهُ اقْتَسَمُوا ثِيَابَهُ مُقْتَرِعِينَ عَلَيْهَا، لِكَيْ يَتِمَّ مَا قِيلَ بِالنَّبِيِّ: اقْتَسَمُوا ثِيَابِي بَيْنَهُمْ، وَعَلَى لِبَاسِي أَلْقَوْا قُرْعَةً.
σταυρώσαντες ; δὲ ; αὐτὸν διεμερίσαντο τὰ ; ἱμάτια ; αὐτοῦ βάλλοντες ; κλῆρον, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ ; τοῦ ; προφήτου διεμερίσαντο τὰ ; ἱμάτια ; μου ἑαυτοῖς καὶ ; ἐπὶ τὸν ; μου ; ἱματισμόν ἔβαλον κλῆρον
وَلَمَّا صَلَبُوهُ اقْتَسَمُوا ثِيَابَهُ مُقْتَرِعِينَ عَلَيْهَا: مَاذَا يَأْخُذُ كُلُّ وَاحِدٍ.
Καὶ σταυρώσαντες; αὐτὸν διεμερίζον τὰ ; ἱμάτια ; αὐτοῦ βάλλοντες ; κλῆρον ἐπ᾽ ; αὐτά, τί ἄρῃ. τίς
فَعَلِمَ أَفْكَارَهُمْ، وَقَالَ لَهُمْ: كُلُّ مَمْلَكَةٍ مُنْقَسِمَةٍ عَلَى ذَاتِهَا تَخْرَبُ، وَبَيْتٍ مُنْقَسِمٍ عَلَى بَيْتٍ يَسْقُطُ.
αὐτὸς ; δὲ ; εἰδὼς αὐτῶν ; τὰ ; διανοήματα εἶπεν αὐτοῖς· πᾶσα βασιλεία διαμερισθεῖσα ἐφ᾽ ἑαυτὴν ἐρημοῦται, καὶ ; οἶκος ἐπὶ οἶκον πίπτει.
فَإِنْ كَانَ الشَّيْطَانُ أَيْضًا يَنْقَسِمُ عَلَى ذَاتِهِ، فَكَيْفَ تَثْبُتُ مَمْلَكَتُهُ. لأَنَّكُمْ تَقُولُونَ: إِنِّي بِبَعْلَزَبُولَ أُخْرِجُ الشَّيَاطِينَ.
εἰ ; δὲ ὁ ; σατανᾶς καὶ διεμερίσθη, ἐφ᾽ ἑαυτὸν πῶς σταθήσεται ἡ ; βασιλεία ; αὐτοῦ; ὅτι λέγετε με ἐν ; Βεελζεβοὺλ ἐκβάλλειν τὰ ; δαιμόνια.
لأَنَّهُ يَكُونُ مِنَ الآنَ خَمْسَةٌ فِي بَيْتٍ وَاحِدٍ مُنْقَسِمِينَ: ثَلاَثَةٌ عَلَى اثْنَيْنِ، وَاثْنَانِ عَلَى ثَلاَثَةٍ.
γὰρ ἔσονται ἀπὸ τοῦ ; νῦν πέντε ἐν οἴκῳ ἑνὶ διαμεμερισμένοι, τρεῖς ἐπὶ δυσὶν καὶ ; δύο ἐπὶ τρισὶν
يَنْقَسِمُ الأَبُ عَلَى الابْنِ، وَالابْنُ عَلَى الأَبِ، وَالأُمُّ عَلَى الْبِنْتِ، وَالْبِنْتُ عَلَى الأُمِّ، وَالْحَمَاةُ عَلَى كَنَّتِهَا، وَالْكَنَّةُ عَلَى حَمَاتِهَا.
Διαμερισθήσεται πατὴρ ἐπὶ υἱῷ καὶ ; υἱὸς ἐπὶ πατρί, μήτηρ ἐπὶ τὴν ; θυγατρί καὶ ; θυγάτηρ ἐπὶ τὴν ; μητρί πενθερὰ ἐπὶ τὴν ; νύμφην ; αὐτῆς καὶ ; νύμφη ἐπὶ τὴν ; πενθεράν ; αὐτῆς.¶
ثُمَّ تَنَاوَلَ كَأْسًا وَشَكَرَ وَقَالَ: خُذُوا هذِهِ وَاقْتَسِمُوهَا بَيْنَكُمْ،
καὶ δεξάμενος ποτήριον εὐχαριστήσας εἶπεν· λάβετε τοῦτο καὶ ; διαμερίσατε εἰς ; ἑαυτοῖς
فَقَالَ يَسُوعُ: يَا أَبَتَاهُ، اغْفِرْ لَهُمْ، لأَنَّهُمْ لاَ يَعْلَمُونَ مَاذَا يَفْعَلُونَ. وَإِذِ اقْتَسَمُوا ثِيَابَهُ اقْتَرَعُوا عَلَيْهَا.
δὲ ; ἔλεγεν· [[ὁ ; Ἰησοῦς πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· γὰρ οὐ οἴδασιν τί ποιοῦσιν.]] δὲ διαμεριζόμενοι τὰ ; ἱμάτια ; αὐτοῦ ἔβαλον ; κλῆρον
فَقَالَ بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: لاَ نَشُقُّهُ، بَلْ نَقْتَرِعُ عَلَيْهِ لِمَنْ يَكُونُ. لِيَتِمَّ الْكِتَابُ الْقَائِلُ: اقْتَسَمُوا ثِيَابِي بَيْنَهُمْ، وَعَلَى لِبَاسِي أَلْقَوْا قُرْعَةً. هذَا فَعَلَهُ الْعَسْكَرُ.
εἶπαν ; οὖν πρὸς ἀλλήλους· μὴ σχίσωμεν ; αὐτόν, ἀλλὰ λάχωμεν περὶ ; αὐτοῦ τίνος ἔσται· ἵνα ; πληρωθῇ ἡ ; γραφὴ ἡ ; λέγουσα· διεμερίσαντο τὰ ; ἱμάτιά ; μου ἑαυτοῖς καὶ ; ἐπὶ τὸν ; ἱματισμόν ; μου ἔβαλον κλῆρον.¶ ταῦτα ἐποίησαν, Οἱ ; στρατιῶται
وَظَهَرَتْ لَهُمْ أَلْسِنَةٌ مُنْقَسِمَةٌ كَأَنَّهَا مِنْ نَارٍ وَاسْتَقَرَّتْ عَلَى كُلِّ وَاحِدٍ مِنْهُمْ.
καὶ ; ὤφθησαν αὐτοῖς γλῶσσαι διαμεριζόμεναι ὡσεὶ πυρὸς καὶ ; ἐκάθισεν ἐφ᾽ ἕκαστον ἕνα αὐτῶν