المعنى المختصر للكلمة
synagōgḗ:
an assemblage of persons
اللفظ الأصلي
συναγωγή
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
synagōgḗ
(soon-ag-o-gay)
تكرار الورود في الكتاب
47
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
an assemblage of persons
2
specially, a Jewish "synagogue" (the meeting or the place)
3
by
analogy, a Christian church
الإنجليزية — KJV Translation Tags
assembly
congregation
synagogue
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ταῖς ; συναγωγαῖς (9×)
τῆς ; συναγωγῆς (7×)
τὴν ; συναγωγὴν (7×)
τῇ ; συναγωγῇ (6×)
τὰς ; συναγωγὰς (3×)
τῇ ; συναγωγῇ. (2×)
συναγωγὰς (2×)
εἰς ; τὴν ; συναγωγὴν (2×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (47 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أعمال الرسل 13: 42
Act.13.42
وَبَعْدَمَا خَرَجَ الْيَهُودُ مِنَ الْمَجْمَعِ الأُمَمُ يَطْلُبُونَ أَنْ يُكَلِّمَاهُمْ بِهذَا الْكَلاَمِ فِي السَّبْتِ الْقَادِمِ.
Ἐξιόντων ; δὲ Ἰουδαίων ἐκ τῆς ; συναγωγῆς τὰ ; ἔθνη παρεκάλουν λαληθῆναι ; αὐτοῖς ταῦτα. τὰ ; ῥήματα εἰς σάββατον τὸ ; μεταξὺ
أعمال الرسل 13: 43
Act.13.43
وَلَمَّا انْفَضَّتِ الْجَمَاعَةُ، تَبعَ كَثِيرُونَ مِنَ الْيَهُودِ وَالدُّخَلاَءِ الْمُتَعَبِّدِينَ بُولُسَ وَبَرْنَابَا، اللَّذَيْنِ كَانَا يُكَلِّمَانِهِمْ وَيُقْنِعَانِهِمْ أَنْ يَثْبُتُوا فِي نِعْمَةِ اللهِ.
δὲ λυθείσης τῆς ; συναγωγῆς ἠκολούθησαν πολλοὶ τῶν Ἰουδαίων καὶ ; προσηλύτων σεβομένων ; τῶν τῷ ; Παύλῳ καὶ ; τῷ ; Βαρναβᾷ, οἵτινες προσλαλοῦντες ; αὐτοῖς ἔπειθον ; αὐτοὺς ἐπιμένειν τῇ χάριτι τοῦ ; θεοῦ.
أعمال الرسل 14: 1
Act.14.1
وَحَدَثَ فِي إِيقُونِيَةَ أَنَّهُمَا دَخَلاَ مَعًا إِلَى مَجْمَعِ الْيَهُودِ وَتَكَلَّمَا، حَتَّى آمَنَ جُمْهُورٌ كَثِيرٌ مِنَ الْيَهُودِ وَالْيُونَانِيِّينَ.
Ἐγένετο ; δὲ ἐν Ἰκονίῳ αὐτοὺς εἰσελθεῖν κατὰ ; τὸ ; αὐτὸ εἰς τὴν ; συναγωγὴν τῶν ; Ἰουδαίων καὶ ; λαλῆσαι οὕτως ; ὥστε πιστεῦσαι πλῆθος. πολὺ Ἰουδαίων καὶ ; Ἑλλήνων
أعمال الرسل 15: 21
Act.15.21
لأَنَّ مُوسَى مُنْذُ أَجْيَال قَدِيمَةٍ، لَهُ فِي كُلِّ مَدِينَةٍ مَنْ يَكْرِزُ بِهِ، إِذْ يُقْرَأُ فِي الْمَجَامِعِ كُلَّ سَبْتٍ.
γὰρ Μωϋσῆς ἐκ γενεῶν ἀρχαίων ἔχει κατὰ πόλιν τοὺς κηρύσσοντας αὐτὸν ἀναγινωσκόμενος.¶ ἐν ταῖς ; συναγωγαῖς κατὰ ; πᾶν σάββατον
أعمال الرسل 17: 1
Act.17.1
فَاجْتَازَا فِي أَمْفِيبُولِيسَ وَأَبُولُونِيَّةَ، وَأَتَيَا إِلَى تَسَالُونِيكِي، حَيْثُ كَانَ مَجْمَعُ الْيَهُودِ.
Διοδεύσαντες ; δὲ τὴν ; Ἀμφίπολιν καὶ ; Ἀπολλωνίαν ἦλθον εἰς Θεσσαλονίκην, ὅπου ἦν ἡ ; συναγωγὴ τῶν ; Ἰουδαίων.
أعمال الرسل 17: 10
Act.17.10
وَأَمَّا الإِخْوَةُ فَلِلْوَقْتِ أَرْسَلُوا بُولُسَ وَسِيلاَ لَيْلاً إِلَى بِيرِيَّةَ. وَهُمَا لَمَّا وَصَلاَ مَضَيَا إِلَى مَجْمَعِ الْيَهُودِ.
δὲ Οἱ ; ἀδελφοὶ εὐθέως ἐξέπεμψαν τόν ; Παῦλον καὶ ; τὸν ; Σιλᾶν διὰ ; τῆς ; νυκτὸς εἰς Βέροιαν, οἵτινες παραγενόμενοι ἀπῄεσαν. εἰς τὴν ; συναγωγὴν τῶν ; Ἰουδαίων
أعمال الرسل 17: 17
Act.17.17
فَكَانَ يُكَلِّمُ فِي الْمَجْمَعِ الْيَهُودَ الْمُتَعَبِّدِينَ، وَالَّذِينَ يُصَادِفُونَهُ فِي السُّوقِ كُلَّ يَوْمٍ.
διελέγετο ; μὲν ; οὖν ἐν τῇ ; συναγωγῇ τοῖς ; Ἰουδαίοις σεβομένοις καὶ ; τοῖς πρὸς ; τοὺς ; παρατυγχάνοντας· ἐν τῇ ; ἀγορᾷ κατὰ ; πᾶσαν ἡμέραν
أعمال الرسل 18: 4
Act.18.4
وَكَانَ يُحَاجُّ فِي الْمَجْمَعِ كُلَّ سَبْتٍ وَيُقْنِعُ يَهُودًا وَيُونَانِيِّينَ.
διελέγετο ; δὲ ἐν τῇ ; συναγωγῇ κατὰ ; πᾶν σάββατον, ἔπειθέν τε ; Ἰουδαίους καὶ ; Ἕλληνας.¶
أعمال الرسل 18: 7
Act.18.7
فَانْتَقَلَ مِنْ هُنَاكَ وَجَاءَ إِلَى بَيْتِ رَجُل اسْمُهُ يُوسْتُسُ، كَانَ مُتَعَبِّدًا للهِ، وَكَانَ بَيْتُهُ مُلاَصِقًا لِلْمَجْمَعِ.
Καὶ ; μεταβὰς ἐκεῖθεν ἦλθεν εἰς ; οἰκίαν τινὸς ὀνόματι Ἰούστου σεβομένου τὸν ; θεόν, ἦν οὗ ; ἡ ; οἰκία συνομοροῦσα τῇ ; συναγωγῇ.
أعمال الرسل 18: 19
Act.18.19
فَأَقْبَلَ إِلَى أَفَسُسَ وَتَرَكَهُمَا هُنَاكَ. وَأَمَّا هُوَ فَدَخَلَ الْمَجْمَعَ وَحَاجَّ الْيَهُودَ.
Κατήντησεν; δὲ εἰς Ἔφεσον· κἀκείνους ; κατέλιπεν αὐτοῦ, δὲ αὐτὸς εἰσελθὼν τὴν ; συναγωγὴν διελέχθη τοῖς ; Ἰουδαίοις.
أعمال الرسل 18: 26
Act.18.26
وَابْتَدَأَ هذَا يُجَاهِرُ فِي الْمَجْمَعِ. فَلَمَّا سَمِعَهُ أَكِيلاَ وَبِرِيسْكِّلاَ أَخَذَاهُ إِلَيْهِمَا، وَشَرَحَا لَهُ طَرِيقَ الرَّبِّ بِأَكْثَرِ تَدْقِيق.
τε ; ἤρξατο οὗτός παρρησιάζεσθαι ἐν τῇ ; συναγωγῇ. δὲ ἀκούσαντες ; αὐτοῦ Ἀκύλας Πρίσκιλλα προσελάβοντο ; αὐτὸν ἐξέθεντο αὐτῷ τὴν ; ὁδὸν τοῦ ; θεοῦ. ἀκριβέστερον
أعمال الرسل 19: 8
Act.19.8
ثُمَّ دَخَلَ الْمَجْمَعَ، وَكَانَ يُجَاهِرُ مُدَّةَ ثَلاَثَةِ أَشْهُرٍ مُحَاجًّا وَمُقْنِعًا فِي مَا يَخْتَصُّ بِمَلَكُوتِ اللهِ.
δὲ Εἰσελθὼν εἰς ; τὴν ; συναγωγὴν ἐπαρρησιάζετο ἐπὶ τρεῖς μῆνας διαλεγόμενος καὶ ; πείθων τὰ ; περὶ τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ.
أعمال الرسل 22: 19
Act.22.19
فَقُلْتُ: يَا رَبُّ، هُمْ يَعْلَمُونَ أَنِّي كُنْتُ أَحْبِسُ وَأَضْرِبُ فِي كُلِّ مَجْمَعٍ الَّذِينَ يُؤْمِنُونَ بِكَ.
κἀγὼ ; εἶπον· κύριε, αὐτοὶ ἐπίστανται ὅτι ; ἐγὼ ἤμην φυλακίζων καὶ ; δέρων κατὰ τὰς ; συναγωγὰς τοὺς πιστεύοντας ἐπὶ ; σέ·
أعمال الرسل 24: 12
Act.24.12
وَلَمْ يَجِدُونِي فِي الْهَيْكَلِ أُحَاجُّ أَحَدًا أَوْ أَصْنَعُ تَجَمُّعًا مِنَ الشَّعْبِ، وَلاَ فِي الْمَجَامِعِ وَلاَ فِي الْمَدِينَةِ.
καὶ ; οὔτε εὗρόν ; με ἐν τῷ ; ἱερῷ διαλεγόμενον πρός ; τινα ἢ ποιοῦντα ὄχλου οὔτε ἐν ταῖς ; συναγωγαῖς οὔτε κατὰ τὴν ; πόλιν·
أعمال الرسل 26: 11
Act.26.11
وَفِي كُلِّ الْمَجَامِعِ كُنْتُ أُعَاقِبُهُمْ مِرَارًا كَثِيرَةً، وَأَضْطَرُّهُمْ إِلَى التَّجْدِيفِ. وَإِذْ أَفْرَطَ حَنَقِي عَلَيْهِمْ كُنْتُ أَطْرُدُهُمْ إِلَى الْمُدُنِ الَّتِي فِي الْخَارِجِ.
καὶ ; κατὰ πάσας τὰς ; συναγωγὰς τιμωρῶν ; αὐτοὺς πολλάκις ἠνάγκαζον βλασφημεῖν, τε περισσῶς ἐμμαινόμενος αὐτοῖς ἐδίωκον ἕως ; καὶ ; εἰς τὰς ; πόλεις. ἔξω
الرؤيا 2: 9
Rev.2.9
أَنَا أَعْرِفُ أَعْمَالَكَ وَضِيْقَتَكَ وَفَقْرَكَ مَعَ أَنَّكَ غَنِيٌّ. وَتَجْدِيفَ الْقَائِلِينَ: إِنَّهُمْ يَهُودٌ وَلَيْسُوا يَهُودًا، بَلْ هُمْ مَجْمَعُ الشَّيْطَانِ.
οἶδά σου ; τὰ ; ἔργα καὶ ; τὴν ; θλῖψιν καὶ ; τὴν ; πτωχείαν, δὲ ; εἶ, πλούσιος καὶ ; τὴν ; βλασφημίαν ἐκ ; τῶν ; λεγόντων εἶναι ; ἑαυτοὺς Ἰουδαίους καὶ ; οὐκ ; εἰσίν, ἀλλὰ συναγωγὴ τοῦ ; σατανᾶ.
الرؤيا 3: 9
Rev.3.9
هأنَذَا أَجْعَلُ الَّذِينَ مِنْ مَجْمَعِ الشَّيْطَانِ، مِنَ الْقَائِلِينَ إِنَّهُمْ يَهُودٌ وَلَيْسُوا يَهُودًا، بَلْ يَكْذِبُونَ - هأنَذَا أُصَيِّرُهُمْ يَأْتُونَ وَيَسْجُدُونَ أَمَامَ رِجْلَيْكَ، وَيَعْرِفُونَ أَنِّي أَنَا أَحْبَبْتُكَ.
ἰδοὺ δίδωμι ἐκ τῆς ; συναγωγῆς τοῦ ; σατανᾶ τῶν ; λεγόντων ἑαυτοὺς ; εἶναι Ἰουδαίους καὶ ; οὐκ ; εἰσίν, ἀλλὰ ψεύδονται, ἰδοὺ ποιήσω ; αὐτοὺς ἵνα ; ἥξωσιν καὶ ; προσκυνήσωσιν ἐνώπιον τῶν ; ποδῶν ; σου καὶ ; γνῶσιν ὅτι ἐγὼ ἠγάπησά ; σε.