المعنى المختصر للكلمة
stéphanos:
a chaplet (as
a badge of royalty, a prize in the public games or a symbol of honor
generally
اللفظ الأصلي
στέφανος
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
stéphanos
(stef-an-os)
تكرار الورود في الكتاب
15
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
a chaplet (as
a badge of royalty, a prize in the public games or a symbol of honor
generally
2
but more conspicuous and elaborate than the simple fillet,
), literally or figuratively
الإنجليزية — KJV Translation Tags
crown
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
στέφανον (5×)
τὸν ; στέφανον (3×)
στέφανος (2×)
ὡς ; στέφανοι (1×)
ἢ ; στέφανος (1×)
στέφανος, (1×)
στέφανον.¶ (1×)
στεφάνους (1×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (15 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 27: 29
Mat.27.29
وَضَفَرُوا إِكْلِيلاً مِنْ شَوْكٍ وَوَضَعُوهُ عَلَى رَأْسِهِ، وَقَصَبَةً فِي يَمِينِهِ. وَكَانُوا يَجْثُونَ قُدَّامَهُ وَيَسْتَهْزِئُونَ بِهِ قَائِلِينَ: السَّلاَمُ يَا مَلِكَ الْيَهُودِ.
πλέξαντες ; καὶ στέφανον ἐξ ἀκανθῶν ἐπέθηκαν ἐπὶ τὴν; κεφαλὴν; αὐτοῦ καὶ ; κάλαμον ἐπὶ τὴν; δεξιὰν; αὐτοῦ, καὶ γονυπετήσαντες ἔμπροσθεν ; αὐτοῦ ἐνέπαιζον αὐτῷ λέγοντες· χαῖρε ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων.
مرقس 15: 17
Mrk.15.17
وَأَلْبَسُوهُ أُرْجُوَانًا، وَضَفَرُوا إِكْلِيلاً مِنْ شَوْكٍ وَوَضَعُوهُ عَلَيْهِ،
καὶ ; ἐνδύουσιν; αὐτὸν πορφύραν πλέξαντες ; καὶ στέφανον ἀκάνθινον περιτιθέασιν αὐτῷ
يوحنا 19: 2
Jhn.19.2
وَضَفَرَ الْعَسْكَرُ إِكْلِيلاً مِنْ شَوْكٍ وَوَضَعُوهُ عَلَى رَأْسِهِ، وَأَلْبَسُوهُ ثَوْبَ أُرْجُوَانٍ،
καὶ ; πλέξαντες οἱ ; στρατιῶται στέφανον ἐξ ἀκανθῶν ἐπέθηκαν τῇ αὐτοῦ ; κεφαλῇ καὶ ; περιέβαλον ; αὐτὸν ἱμάτιον πορφυροῦν
يوحنا 19: 5
Jhn.19.5
فَخَرَجَ يَسُوعُ خَارِجًا وَهُوَ حَامِلٌ إِكْلِيلَ الشَّوْكِ وَثَوْبَ الأُرْجُوانِ. فَقَالَ لَهُمْ هُوَذَا الإِنْسَانُ..
Ἐξῆλθεν ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς ἔξω φορῶν τὸν ; στέφανον ἀκάνθινον καὶ ; τὸ ; ἱμάτιον. πορφυροῦν καὶ ; λέγει αὐτοῖς· Ἴδε ὁ ; ἄνθρωπος.
كورنثوس الأولى 9: 25
1Co.9.25
وَكُلُّ مَنْ يُجَاهِدُ يَضْبُطُ نَفْسَهُ فِي كُلِّ شَيْءٍ. أَمَّا أُولئِكَ فَلِكَيْ يَأْخُذُوا إِكْلِيلاً يَفْنَى، وَأَمَّا نَحْنُ لاَ يَفْنَى.
πᾶς ; δὲ ὁ ἀγωνιζόμενος ἐγκρατεύεται· πάντα μὲν ἐκεῖνοι ἵνα λάβωσιν, στέφανον φθαρτὸν δὲ ἡμεῖς ἄφθαρτον.
تسالونيكي الأولى 2: 19
1Th.2.19
لأَنْ مَنْ هُوَ رَجَاؤُنَا وَفَرَحُنَا وَإِكْلِيلُ افْتِخَارِنَا. أَمْ لَسْتُمْ أَنْتُمْ أَيْضًا أَمَامَ رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ فِي مَجِيئِهِ.
γὰρ τίς ἡμῶν ; ἐλπὶς ἢ ; χαρὰ ἢ ; στέφανος καυχήσεως; ἢ οὐχὶ ὑμεῖς καὶ ἔμπροσθεν τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ ; αὐτοῦ ; παρουσίᾳ;
تيموثاوس الثانية 4: 8
2Ti.4.8
وَأَخِيرًا قَدْ وُضِعَ لِي إِكْلِيلُ الْبِرِّ، الَّذِي يَهَبُهُ لِي فِي ذلِكَ الْيَوْمِ، الرَّبُّ الدَّيَّانُ الْعَادِلُ، وَلَيْسَ لِي فَقَطْ، بَلْ لِجَمِيعِ الَّذِينَ يُحِبُّونَ ظُهُورَهُ أَيْضًا.
λοιπὸν ἀπόκειταί μοι στέφανος τῆς ; δικαιοσύνης ὃν ἀποδώσει μοι ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ, ὁ ; κύριος ὁ ; κριτής· δίκαιος οὐ ἐμοί, μόνον ἀλλὰ πᾶσιν τοῖς ἠγαπηκόσιν τὴν ; ἐπιφάνειαν ; αὐτοῦ.¶ καὶ
يعقوب 1: 12
Jas.1.12
طُوبَى لِلرَّجُلِ الَّذِي يَحْتَمِلُ التَّجْرِبَةَ، لأَنَّهُ إِذَا تَزَكَّى يَنَالُ إِكْلِيلَ الْحَيَاةِ الَّذِي وَعَدَ بِهِ الرَّبُّ لِلَّذِينَ يُحِبُّونَهُ.
μακάριος ἀνὴρ ὃς ὑπομένει πειρασμόν, ὅτι γενόμενος δόκιμος λήμψεται τὸν ; στέφανον τῆς ; ζωῆς ὃν ἐπηγγείλατο ὁ ; κύριος τοῖς ; ἀγαπῶσιν ; αὐτόν.¶
بطرس الأولى 5: 4
1Pe.5.4
وَمَتَى ظَهَرَ رَئِيسُ الرُّعَاةِ تَنَالُونَ إِكْلِيلَ الْمَجْدِ الَّذِي لاَ يَبْلَى.
καὶ φανερωθέντος τοῦ ; ἀρχιποίμενος κομιεῖσθε στέφανον.¶ δόξης τὸν ἀμαράντινον
الرؤيا 2: 10
Rev.2.10
لاَ تَخَفِ الْبَتَّةَ مِمَّا أَنْتَ عَتِيدٌ أَنْ تَتَأَلَّمَ بِهِ. هُوَذَا إِبْلِيسُ مُزْمِعٌ أَنْ يُلْقِيَ بَعْضًا مِنْكُمْ فِي السِّجْنِ لِكَيْ تُجَرَّبُوا، وَيَكُونَ لَكُمْ ضِيْقٌ عَشَرَةَ أَيَّامٍ. كُنْ أَمِينًا إِلَى الْمَوْتِ فَسَأُعْطِيكَ إِكْلِيلَ الْحَيَاةِ.
μηδὲν ; φοβοῦ ἃ μέλλεις πάσχειν· ἰδοὺ ὁ ; διάβολος μέλλει βαλεῖν ἐξ ὑμῶν εἰς φυλακὴν ἵνα πειρασθῆτε, καὶ ἕξετε θλῖψιν δέκα. ἡμερῶν γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου, καὶ ; δώσω τὸν ; στέφανον τῆς ; ζωῆς.
الرؤيا 4: 4
Rev.4.4
وَحَوْلَ الْعَرْشِ أَرْبَعَةٌ وَعِشْرُونَ عَرْشًا. وَرَأَيْتُ عَلَى الْعُرُوشِ أَرْبَعَةً وَعِشْرِينَ شَيْخًا جَالِسِينَ مُتَسَرْبِلِينَ بِثِيَابٍ بِيضٍ، وَعَلَى رُؤُوسِهِمْ أَكَالِيلُ مِنْ ذَهَبٍ.
καὶ ; κυκλόθεν τοῦ ; θρόνου εἴκοσι ; καὶ ; τέσσαρες, θρόνοι καὶ ; εἴδον ἐπὶ τοὺς ; θρόνους εἴκοσι ; καὶ ; τέσσαρας πρεσβυτέρους καθημένους, περιβεβλημένους ἐν ; ἱματίοις λευκοῖς, καὶ ; ἔσχον ; ἐπὶ τὰς ; κεφαλὰς ; αὐτῶν στεφάνους χρυσοῦς.
الرؤيا 6: 2
Rev.6.2
فَنَظَرْتُ، وَإِذَا فَرَسٌ أَبْيَضُ، وَالْجَالِسُ عَلَيْهِ مَعَهُ قَوْسٌ، وَقَدْ أُعْطِيَ إِكْلِيلاً، وَخَرَجَ غَالِبًا وَلِكَيْ يَغْلِبَ.
Καὶ ; εἶδον καὶ ; ἰδοὺ ἵππος λευκὸς καὶ ; ὁ ; καθήμενος ἐπ᾽ ; αὐτῷ ἔχων τόξον. καὶ ἐδόθη ; αὐτῷ στέφανος, καὶ ; ἐξῆλθεν νικῶν καὶ ; ἵνα νικήσῃ.¶
الرؤيا 9: 7
Rev.9.7
وَشَكْلُ الْجَرَادِ شِبْهُ خَيْل مُهَيَّأَةٍ لِلْحَرْبِ، وَعَلَى رُؤُوسِهَا كَأَكَالِيلَ شِبْهِ الذَّهَبِ، وَوُجُوهُهَا كَوُجُوهِ النَّاسِ.
καὶ ; τὰ ; ὁμοιώματα τῶν ; ἀκρίδων ὅμοια ἵπποις ἡτοιμασμένοις εἰς ; πόλεμον, καὶ ; ἐπὶ τὰς ; κεφαλὰς ; αὐτῶν ὡς ; στέφανοι ὅμοιοι χρυσῷ, καὶ ; τὰ ; πρόσωπα ; αὐτῶν ὡς ; πρόσωπα ἀνθρώπων.
الرؤيا 12: 1
Rev.12.1
وَظَهَرَتْ آيَةٌ عَظِيمَةٌ فِي السَّمَاءِ: امْرَأَةٌ مُتَسَرْبِلَةٌ بِالشَّمْسِ، وَالْقَمَرُ تَحْتَ رِجْلَيْهَا، وَعَلَى رَأْسِهَا إِكْلِيلٌ مِنِ اثْنَيْ عَشَرَ كَوْكَبًا،
Καὶ ; ὤφθη σημεῖον μέγα ἐν τῷ ; οὐρανῷ, γυνὴ περιβεβλημένη τὸν ; ἥλιον, καὶ ; ἡ ; σελήνη ὑποκάτω τῶν ; ποδῶν ; αὐτῆς καὶ ; ἐπὶ τῆς ; κεφαλῆς ; αὐτῆς στέφανος δώδεκα, ἀστέρων
الرؤيا 14: 14
Rev.14.14
ثُمَّ نَظَرْتُ وَإِذَا سَحَابَةٌ بَيْضَاءُ، وَعَلَى السَّحَابَةِ جَالِسٌ شِبْهُ ابْنِ إِنْسَانٍ، لَهُ عَلَى رَأْسِهِ إِكْلِيلٌ مِنْ ذَهَبٍ، وَفِي يَدِهِ مِنْجَلٌ حَادٌّ.
Καὶ εἶδον καὶ ; ἰδοὺ νεφέλη λευκή, καὶ ; ἐπὶ τὴν ; νεφέλην καθήμενος ὅμοιος υἱῷ ἀνθρώπου, ἔχων ἐπὶ τῆς ; κεφαλῆς ; αὐτοῦ στέφανον χρυσοῦν καὶ ; ἐν τῇ ; χειρὶ ; αὐτοῦ δρέπανον ὀξύ.¶