ك
إصحاح
G4631
G4632. skeuos
G4633
المعنى المختصر للكلمة
skeuos: a vessel, implement, equipment or apparatus (literally or figuratively [specially, a wife as contributing to the usefulness of the husband])
اللفظ الأصلي σκεῦος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق skeuos (skyoo-os)
تكرار الورود في الكتاب 18 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

of uncertain affinity;

المعنى والشرح المفصل

a vessel, implement, equipment or apparatus (literally or figuratively [specially, a wife as contributing to the usefulness of the husband])

الإنجليزية — KJV Translation Tags
goods sail stuff vessel

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

σκεῦος (5×) σκεύη (3×) τὰ ; σκεύη (2×) σκεύει (2×) ὃ ; σκεῦος (1×) ἑαυτοῦ ; σκεῦος (1×) τὸ ; σκεῦος, (1×) τὸ ; σκεῦος (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (18 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَلَمْ يَدَعْ أَحَدًا يَجْتَازُ الْهَيْكَلَ بِمَتَاعٍ.
καὶ ; οὐκ ἤφιεν τις διὰ τοῦ ; ἱεροῦ. διενέγκῃ ; σκεῦος
وَلَيْسَ أَحَدٌ يُوقِدُ سِرَاجًا وَيُغَطِّيهِ بِإِنَاءٍ أَوْ يَضَعُهُ تَحْتَ سَرِيرٍ، بَلْ يَضَعُهُ عَلَى مَنَارَةٍ، لِيَنْظُرَ الدَّاخِلُونَ النُّورَ.
Οὐδεὶς ; δὲ ἅψας λύχνον καλύπτει ; αὐτὸν σκεύει ἢ τίθησιν, ὑποκάτω κλίνης ἀλλ᾽ ἐπιτίθησιν ἐπὶ λυχνίας βλέπωσιν οἱ ; εἰσπορευόμενοι τὸ ; φῶς.
وَكَانَ إِنَاءٌ مَوْضُوعًا مَمْلُوًّا خَّلاً، فَمَلأُوا إِسْفِنْجَةً مِنَ الْخَلِّ، وَوَضَعُوهَا عَلَى زُوفَا وَقَدَّمُوهَا إِلَى فَمِهِ.
οὖν σκεῦος ἔκειτο μεστόν. ὄξους δέ; πλήσαντες; οἱ σπόγγον ὄξους καὶ ; περιθέντες ὑσσώπῳ προσήνεγκαν ; αὐτοῦ τῷ στόματι.
فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ: اذْهَبْ. لأَنَّ هذَا لِي إِنَاءٌ مُخْتَارٌ لِيَحْمِلَ اسْمِي أَمَامَ أُمَمٍ وَمُلُوكٍ وَبَنِي إِسْرَائِيلَ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; κύριος· πορεύου, ὅτι οὗτος ἐστίν ; μοι σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ ; βαστάσαι τὸ ; ὄνομά ; μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ ; βασιλέων υἱῶν ; τε Ἰσραήλ.
وَكَانَ هذَا عَلَى ثَلاَثِ مَرَّاتٍ، ثُمَّ ارْتَفَعَ الإِنَاءُ أَيْضًا إِلَى السَّمَاءِ.
δὲ ; ἐγένετο τοῦτο ἐπὶ τρίς, καὶ ἀνελήμφθη τὸ ; σκεῦος πάλιν εἰς τὸν ; οὐρανόν.
وَلَمَّا رَفَعُوهُ طَفِقُوا يَسْتَعْمِلُونَ مَعُونَاتٍ، حَازِمِينَ السَّفِينَةَ، وَإِذْ كَانُوا خَائِفِينَ أَنْ يَقَعُوا فِي السِّيرْتِسِ، أَنْزَلُوا الْقُلُوعَ، وَهكَذَا كَانُوا يُحْمَلُونَ.
ἣν ; ἄραντες ἐχρῶντο βοηθείαις ὑποζωννύντες τὸ ; πλοῖον· τε ; φοβούμενοί μὴ ἐκπέσωσιν εἰς τὴν ; Σύρτιν χαλάσαντες τὸ ; σκεῦος, οὕτως ἐφέροντο.
أَمْ لَيْسَ لِلْخَزَّافِ سُلْطَانٌ عَلَى الطِّينِ، أَنْ يَصْنَعَ مِنْ كُتْلَةٍ وَاحِدَةٍ إِنَاءً لِلْكَرَامَةِ وَآخَرَ لِلْهَوَانِ.
ἢ οὐκ ὁ ; κεραμεὺς ἐξουσίαν τοῦ πηλοῦ ποιῆσαι ἐκ φυράματος τοῦ ; αὐτοῦ ὃ ; σκεῦος εἰς ; τιμὴν ὃ εἰς ; ἀτιμίαν;¶
فَمَاذَا. إِنْ كَانَ اللهُ، وَهُوَ يُرِيدُ أَنْ يُظْهِرَ غَضَبَهُ وَيُبَيِّنَ قُوَّتَهُ، احْتَمَلَ بِأَنَاةٍ كَثِيرَةٍ آنِيَةَ غَضَبٍ مُهَيَّأَةً لِلْهَلاَكِ.
Εἰ ; δὲ ὁ ; θεὸς θέλων ἐνδείξασθαι τὴν ; ὀργὴν καὶ ; γνωρίσαι τὸ ; δυνατὸν ; αὐτοῦ ἤνεγκεν ἐν ; μακροθυμίᾳ πολλῇ σκεύη ὀργῆς κατηρτισμένα εἰς ; ἀπώλειαν,
وَلِكَيْ يُبَيِّنَ غِنَى مَجْدِهِ عَلَى آنِيَةِ رَحْمَةٍ قَدْ سَبَقَ فَأَعَدَّهَا لِلْمَجْدِ،
καὶ ; ἵνα γνωρίσῃ τὸν ; πλοῦτον τῆς ; δόξης ; αὐτοῦ ἐπὶ σκεύη ἐλέους ἃ προητοίμασεν εἰς ; δόξαν;
وَلكِنْ لَنَا هذَا الْكَنْزُ فِي أَوَانٍ خَزَفِيَّةٍ، لِيَكُونَ فَضْلُ الْقُوَّةِ ِللهِ لاَ مِنَّا.
δὲ Ἔχομεν τοῦτον τὸν ; θησαυρὸν ἐν σκεύεσιν, ὀστρακίνοις ἵνα ἡ ; ὑπερβολὴ τῆς ; δυνάμεως ᾖ ; τοῦ ; θεοῦ καὶ ; μὴ ἐξ ; ἡμῶν,
أَنْ يَعْرِفَ كُلُّ وَاحِدٍ مِنْكُمْ أَنْ يَقْتَنِيَ إِنَاءَهُ بِقَدَاسَةٍ وَكَرَامَةٍ،
εἰδέναι ἕκαστον ὑμῶν κτᾶσθαι ἑαυτοῦ ; σκεῦος ἐν ; ἁγιασμῷ καὶ ; τιμῇ,
وَلكِنْ فِي بَيْتٍ كَبِيرٍ لَيْسَ آنِيَةٌ مِنْ ذَهَبٍ وَفِضَّةٍ فَقَطْ، بَلْ مِنْ خَشَبٍ وَخَزَفٍ أَيْضًا، وَتِلْكَ لِلْكَرَامَةِ وَهذِهِ لِلْهَوَانِ.
δὲ Ἐν οἰκίᾳ μεγάλῃ οὐκ ; ἔστιν σκεύη χρυσᾶ καὶ ; ἀργυρᾶ μόνον ἀλλὰ ξύλινα καὶ ; ὀστράκινα, καὶ καὶ ; ἃ ; μὲν εἰς ; τιμὴν ἃ ; δὲ εἰς ; ἀτιμίαν.
فَإِنْ طَهَّرَ أَحَدٌ نَفْسَهُ مِنْ هذِهِ، يَكُونُ إِنَاءً لِلْكَرَامَةِ، مُقَدَّسًا، نَافِعًا لِلسَّيِّدِ، مُسْتَعَدًّا لِكُلِّ عَمَل صَالِحٍ.
ἐὰν ; οὖν ἐκκαθάρῃ τις ἑαυτὸν ἀπὸ τούτων, ἔσται σκεῦος εἰς ; τιμὴν ἡγιασμένον καὶ ; εὔχρηστον τῷ ; δεσπότῃ, ἡτοιμασμένον.¶ εἰς ; πᾶν ἔργον ἀγαθὸν
وَالْمَسْكَنَ أَيْضًا وَجَمِيعَ آنِيَةِ الْخِدْمَةِ رَشَّهَا كَذلِكَ بِالدَّمِ.
καὶ ; τὴν ; σκηνὴν δὲ πάντα ; καὶ τὰ ; σκεύη τῆς ; λειτουργίας ἐρράντισεν. ὁμοίως τῷ ; αἵματι
كَذلِكُمْ أَيُّهَا الرِّجَالُ، كُونُوا سَاكِنِينَ بِحَسَبِ الْفِطْنَةِ مَعَ الإِنَاءِ النِّسَائِيِّ كَالأَضْعَفِ، مُعْطِينَ إِيَّاهُنَّ كَرَامَةً، كَالْوَارِثَاتِ أَيْضًا مَعَكُمْ نِعْمَةَ الْحَيَاةِ، لِكَيْ لاَ تُعَاقَ صَلَوَاتُكُمْ.
ὁμοίως, Οἱ ; ἄνδρες συνοικοῦντες κατὰ γνῶσιν σκεύει τῷ ; γυναικείῳ ὡς ; ἀσθενεστέρῳ ἀπονέμοντες τιμὴν ὡς ; καὶ ; συγκληρονόμοι χάριτος ζωῆς εἰς μὴ ἐκκόπτεσθαι τὰς ; προσευχὰς ; ὑμῶν.¶
فَيَرْعَاهُمْ بِقَضِيبٍ مِنْ حَدِيدٍ، كَمَا تُكْسَرُ آنِيَةٌ مِنْ خَزَفٍ، كَمَا أَخَذْتُ أَنَا أَيْضًا مِنْ عِنْدِ أَبِي،
καὶ ; ποιμανεῖ ; αὐτοὺς ἐν ; ῥάβδῳ σιδηρᾷ, ὡς συντρίβεται τὰ ; σκεύη τὰ ; κεραμικὰ ὡς εἴληφα κἀγὼ παρὰ τοῦ ; πατρός ; μου.
بَضَائِعَ مِنَ الذَّهَبِ وَالْفِضَّةِ وَالْحَجَرِ الْكَرِيمِ وَاللُّؤْلُؤِ وَالْبَزِّ وَالأُرْجُوانِ وَالْحَرِيرِ وَالْقِرْمِزِ، وَكُلَّ عُودٍ ثِينِيٍّ، وَكُلَّ إِنَاءٍ مِنَ الْعَاجِ، وَكُلَّ إِنَاءٍ مِنْ أَثْمَنِ الْخَشَبِ وَالنُّحَاسِ وَالْحَدِيدِ وَالْمَرْمَرِ،
γόμον χρυσοῦ καὶ ; ἀργύρου καὶ ; λίθου τιμίου καὶ ; μαργαρίτου καὶ ; βύσσου καὶ ; πορφύρας καὶ ; σιρικοῦ καὶ ; κοκκίνου καὶ ; πᾶν ξύλον θύϊνον καὶ ; πᾶν σκεῦος ἐλεφάντινον καὶ ; πᾶν σκεῦος ἐκ ; τιμιωτάτου ξύλου καὶ ; χαλκοῦ καὶ ; σιδήρου καὶ ; μαρμάρου
بَضَائِعَ مِنَ الذَّهَبِ وَالْفِضَّةِ وَالْحَجَرِ الْكَرِيمِ وَاللُّؤْلُؤِ وَالْبَزِّ وَالأُرْجُوانِ وَالْحَرِيرِ وَالْقِرْمِزِ، وَكُلَّ عُودٍ ثِينِيٍّ، وَكُلَّ إِنَاءٍ مِنَ الْعَاجِ، وَكُلَّ إِنَاءٍ مِنْ أَثْمَنِ الْخَشَبِ وَالنُّحَاسِ وَالْحَدِيدِ وَالْمَرْمَرِ،
γόμον χρυσοῦ καὶ ; ἀργύρου καὶ ; λίθου τιμίου καὶ ; μαργαρίτου καὶ ; βύσσου καὶ ; πορφύρας καὶ ; σιρικοῦ καὶ ; κοκκίνου καὶ ; πᾶν ξύλον θύϊνον καὶ ; πᾶν σκεῦος ἐλεφάντινον καὶ ; πᾶν σκεῦος ἐκ ; τιμιωτάτου ξύλου καὶ ; χαλκοῦ καὶ ; σιδήρου καὶ ; μαρμάρου