ك
إصحاح
G3582
G3583. xēraínō
G3584
المعنى المختصر للكلمة
xēraínō: to desiccate
اللفظ الأصلي ξηραίνω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق xēraínō (xay-rah-ee-no)
تكرار الورود في الكتاب 15 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 to desiccate
2 by implication, to shrivel, to mature
الإنجليزية — KJV Translation Tags
dry up pine away be ripe wither (away)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐξηράνθη (6×) ἐξηράνθη. (2×) ἐξηραμμένην (2×) ἐξήρανται.¶ (1×) καὶ ; ἐξήρανεν (1×) καὶ ; ἐξηράνθη, (1×) καὶ ; ἐξηράνθη (1×) καὶ ; ξηραίνεται. (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (15 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَلكِنْ لَمَّا أَشْرَقَتِ الشَّمْسُ احْتَرَقَ، وَإِذْ لَمْ يَكُنْ لَهُ أَصْلٌ جَفَّ.
δὲ ἡλίου ; ἀνατείλαντος ἐκαυματίσθη, καὶ ; διὰ τὸ ; μὴ ἔχειν ῥίζαν ἐξηράνθη.
متى 21: 19 Mat.21.19
فَنَظَرَ شَجَرَةَ تِينٍ عَلَى الطَّرِيقِ، وَجَاءَ إِلَيْهَا فَلَمْ يَجِدْ فِيهَا شَيْئًا إِلاَّ وَرَقًا فَقَطْ. فَقَالَ لَهَا: لاَ يَكُنْ مِنْكِ ثَمَرٌ إِلَى الأَبَدِ.. فَيَبِسَتِ التِّينَةُ فِي الْحَالِ.
ἰδὼν ; καὶ συκῆν ; μίαν ἐπὶ τῆς ; ὁδοῦ ἦλθεν ἐπ᾽ ; αὐτὴν καὶ ; οὐδὲν ; εὗρεν ; ἐν ; αὐτῇ εἰ ; μὴ φύλλα μόνον καὶ ; λέγει αὐτῇ· μηκέτι γένηται ἐκ ; σοῦ καρπὸς εἰς τὸν ; αἰῶνα. ἐξηράνθη ἡ ; συκῆ. παραχρῆμα
متى 21: 20 Mat.21.20
فَلَمَّا رَأَى التَّلاَمِيذُ تَعَجَّبُوا قَائِلِينَ: كَيْفَ يَبِسَتِ التِّينَةُ فِي الْحَالِ.
καὶ ἰδόντες οἱ ; μαθηταὶ ἐθαύμασαν λέγοντες· πῶς ἐξηράνθη ἡ ; συκῆ;¶ παραχρῆμα
فَقَالَ لِلرَّجُلِ الَّذِي لَهُ الْيَدُ الْيَابِسَةُ: قُمْ فِي الْوَسْطِ.
καὶ ; λέγει τῷ ; ἀνθρώπῳ τῷ ἔχοντι· τὴν ; χεῖρα ἐξηραμμένην Ἔγειραι εἰς τὸ ; μέσον.
وَلكِنْ لَمَّا أَشْرَقَتِ الشَّمْسُ احْتَرَقَ، وَإِذْ لَمْ يَكُنْ لَهُ أَصْلٌ جَفَّ.
δὲ ὅτε ἀνατείλαντος ὁ ; ἡλίου ἐκαυματίσθησαν καὶ ; διὰ μὴ ἔχειν ῥίζαν ἐξηράνθη.
فَلِلْوَقْتِ جَفَّ يَنْبُوعُ دَمِهَا، وَعَلِمَتْ فِي جِسْمِهَا أَنَّهَا قَدْ بَرِئَتْ مِنَ الدَّاءِ.
Καὶ ; εὐθὺς ἐξηράνθη ἡ ; πηγὴ τοῦ ; αἵματος ; αὐτῆς καὶ ; ἔγνω τῷ σώματι ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς ; μάστιγος.¶
وَحَيْثُمَا أَدْرَكَهُ يُمَزِّقْهُ فَيُزْبِدُ وَيَصِرُّ بِأَسْنَانِهِ وَيَيْبَسُ. فَقُلْتُ لِتَلاَمِيذِكَ أَنْ يُخْرِجُوهُ فَلَمْ يَقْدِرُوا.
καὶ ; ὅπου ; ἂν αὐτὸν ; καταλάβῃ, ῥήσσει ; αὐτόν· καὶ ; ἀφρίζει καὶ ; τρίζει τοὺς ; ὀδόντας ; αὐτοῦ καὶ ; ξηραίνεται. καὶ ; εἶπα τοῖς ; μαθηταῖς ; σου ἵνα ; αὐτὸ ; ἐκβάλωσιν, οὐκ ; καὶ ἴσχυσαν.¶
وَفِي الصَّبَاحِ إِذْ كَانُوا مُجْتَازِينَ رَأَوْا التِّينَةَ قَدْ يَبِسَتْ مِنَ الأُصُولِ،
καὶ πρωῒ παραπορευόμενοι εἶδον τὴν ; συκῆν ἐξηραμμένην ἐκ ῥιζῶν.
فَتَذَكَّرَ بُطْرُسُ وَقَالَ لَهُ: يَا سَيِّدِي، انْظُرْ. اَلتِّينَةُ الَّتِي لَعَنْتَهَا قَدْ يَبِسَتْ.
ἀναμνησθεὶς ; καὶ ὁ ; Πέτρος λέγει αὐτῷ· ῥαββί, ἴδε ἡ ; συκῆ ἣν κατηράσω ἐξήρανται.¶
وَسَقَطَ آخَرُ عَلَى الصَّخْرِ، فَلَمَّا نَبَتَ جَفَّ لأَنَّهُ لَمْ تَكُنْ لَهُ رُطُوبَةٌ.
καὶ ; κατέπεσεν ἕτερον ἐπὶ τὴν ; πέτραν, καὶ φυὲν ἐξηράνθη διὰ μὴ ἔχειν τὸ ; ἰκμάδα.
إِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يَثْبُتُ فِيَّ يُطْرَحُ خَارِجًا كَالْغُصْنِ، فَيَجِفُّ وَيَجْمَعُونَهُ وَيَطْرَحُونَهُ فِي النَّارِ، فَيَحْتَرِقُ.
ἐὰν τις μή μείνῃ ἐν ; ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς ; τὸ ; κλῆμα καὶ ; ἐξηράνθη, καὶ ; συνάγουσιν ; αὐτὰ καὶ ; βάλλουσιν, εἰς τὸ ; πῦρ καὶ ; καίεται.
لأَنَّ الشَّمْسَ أَشْرَقَتْ بِالْحَرِّ، فَيَبَّسَتِ الْعُشْبَ، فَسَقَطَ زَهْرُهُ وَفَنِيَ جَمَالُ مَنْظَرِهِ. هكَذَا يَذْبُلُ الْغَنِيُّ أَيْضًا فِي طُرُقِهِ.
γὰρ ὁ ; ἥλιος ἀνέτειλεν σὺν ; τῷ ; καύσωνι καὶ ; ἐξήρανεν τὸν ; χόρτον ἐξέπεσεν καὶ ; τὸ ; ἄνθος ; αὐτοῦ ἀπώλετο· καὶ ; ἡ ; εὐπρέπεια τοῦ ; προσώπου ; αὐτοῦ οὕτως μαρανθήσεται. ὁ ; πλούσιος καὶ ἐν ταῖς ; πορείαις ; αὐτοῦ
لأَنَّ: كُلَّ جَسَدٍ كَعُشْبٍ، وَكُلَّ مَجْدِ كَزَهْرِ عُشْبٍ. الْعُشْبُ يَبِسَ وَزَهْرُهُ سَقَطَ،
διότι πᾶσα σὰρξ ὡς ; χόρτος, καὶ ; πᾶσα δόξα ὡς ; ἄνθος χόρτου· ὁ ; χόρτος, ἐξηράνθη καὶ ; τὸ ; ἄνθος ; αὐτοῦ ἐξέπεσεν·
وَخَرَجَ مَلاَكٌ آخَرُ مِنَ الْهَيْكَلِ، يَصْرُخُ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ إِلَى الْجَالِسِ عَلَى السَّحَابَةِ: أَرْسِلْ مِنْجَلَكَ وَاحْصُدْ، لأَنَّهُ قَدْ جَاءَتِ السَّاعَةُ لِلْحَصَادِ، إِذْ قَدْ يَبِسَ حَصِيدُ الأَرْضِ.
Καὶ ; ἐξῆλθεν ἄγγελος ἄλλος ἐκ τοῦ ; ναοῦ κράζων ἐν ; φωνῇ μεγάλῃ τῷ καθημένῳ ἐπὶ τῆς ; νεφέλης· πέμψον τὸ ; δρέπανόν ; σου καὶ ; θέρισον, ὅτι ἦλθεν ἡ ; ὥρα τοῦ ; θερίσαι, ὅτι ἐξηράνθη ὁ ; θερισμὸς τῆς ; γῆς.
ثُمَّ سَكَبَ الْمَلاَكُ السَّادِسُ جَامَهُ عَلَى النَّهْرِ الْكَبِيرِ الْفُرَاتِ، فَنَشِفَ مَاؤُهُ لِكَيْ يُعَدَّ طَرِيقُ الْمُلُوكِ الَّذِينَ مِنْ مَشْرِقِ الشَّمْسِ.
Καὶ ἐξέχεεν ὁ ; ἄγγελος ἕκτος τὴν ; φιάλην ; αὐτοῦ ἐπὶ τὸν ; ποταμὸν τὸν ; μέγαν τὸν ; Εὐφράτην, καὶ ; ἐξηράνθη τὸ ; ὕδωρ ; αὐτοῦ ἵνα ἑτοιμασθῇ ἡ ; ὁδὸς τῶν ; βασιλέων τῶν ; ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου.¶