ك
إصحاح
G352
G353. analambánō
G354
المعنى المختصر للكلمة
analambánō: to take up
اللفظ الأصلي ἀναλαμβάνω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق analambánō (an-al-am-ban-o)
تكرار الورود في الكتاب 12 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to take up

الإنجليزية — KJV Translation Tags
receive up take (in, unto, up)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀνελήμφθη (3×) ἀναλαβόντες (2×) ἀνελήφθη (1×) ἀνελήμφθη. (1×) ἀναλάβετε (1×) ἀναλημφθεὶς (1×) ἀναλαμβάνειν (1×) ἀναλαβὼν (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (12 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
ثُمَّ إِنَّ الرَّبَّ بَعْدَمَا كَلَّمَهُمُ ارْتَفَعَ إِلَى السَّمَاءِ، وَجَلَسَ عَنْ يَمِينِ اللهِ.
μὲν οὖν Ὁ ; κύριος μετὰ τὸ ; λαλῆσαι ; αὐτοῖς ἀνελήφθη εἰς τὸν ; οὐρανὸν καὶ ; ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ ; θεοῦ.
إِلَى الْيَوْمِ الَّذِي ارْتَفَعَ فِيهِ، بَعْدَ مَا أَوْصَى بِالرُّوحِ الْقُدُسِ الرُّسُلَ الَّذِينَ اخْتَارَهُمْ.
ἄχρι ἧς ; ἡμέρας ἀνελήμφθη. ἐντειλάμενος διὰ ; πνεύματος ἁγίου τοῖς ; ἀποστόλοις οὓς ἐξελέξατο
وَقَالاَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الْجَلِيلِيُّونَ، مَا بَالُكُمْ وَاقِفِينَ تَنْظُرُونَ إِلَى السَّمَاءِ. إِنَّ يَسُوعَ هذَا الَّذِي ارْتَفَعَ عَنْكُمْ إِلَى السَّمَاءِ سَيَأْتِي هكَذَا كَمَا رَأَيْتُمُوهُ مُنْطَلِقًا إِلَى السَّمَاءِ.
οἳ ; καὶ ; εἶπαν· ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν ; οὐρανόν; ὁ ; Ἰησοῦς οὗτος ὁ ἀναλημφθεὶς ὑμῶν ; ἀφ᾽ εἰς τὸν ; οὐρανὸν ἐλεύσεται οὕτως ὃν ; τρόπον ἐθεάσασθε ; αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν ; οὐρανόν.¶
مُنْذُ مَعْمُودِيَّةِ يُوحَنَّا إِلَى الْيَوْمِ الَّذِي ارْتَفَعَ فِيهِ عَنَّا، يَصِيرُ وَاحِدٌ مِنْهُمْ شَاهِدًا مَعَنَا بِقِيَامَتِهِ.
ἀρξάμενος ; ἀπὸ τοῦ ; βαπτίσματος Ἰωάννου ἕως τῆς ; ἡμέρας ἧς ἀνελήμφθη ἀφ᾽ ; ἡμῶν, γενέσθαι ἕνα τούτων. μάρτυρα σὺν ; ἡμῖν τῆς ; ἀναστάσεως ; αὐτοῦ
بَلْ حَمَلْتُمْ خَيْمَةَ مُولُوكَ، وَنَجْمَ إِلهِكُمْ رَمْفَانَ، التَّمَاثِيلَ الَّتِي صَنَعْتُمُوهَا لِتَسْجُدُوا لَهَا. فَأَنْقُلُكُمْ إِلَى مَا وَرَاءَ بَابِلَ.
καὶ ; ἀνελάβετε τὴν ; σκηνὴν τοῦ ; Μολὸχ καὶ ; τὸ ; ἄστρον τοῦ ; θεοῦ ; ὑμῶν Ῥαιφάν, τύπους ; τοὺς οὓς ἐποιήσατε προσκυνεῖν αὐτοῖς· ὑμᾶς ; μετοικιῶ ; καὶ ἐπέκεινα Βαβυλῶνος.¶
وَكَانَ هذَا عَلَى ثَلاَثِ مَرَّاتٍ، ثُمَّ ارْتَفَعَ الإِنَاءُ أَيْضًا إِلَى السَّمَاءِ.
δὲ ; ἐγένετο τοῦτο ἐπὶ τρίς, καὶ ἀνελήμφθη τὸ ; σκεῦος πάλιν εἰς τὸν ; οὐρανόν.
وَأَمَّا نَحْنُ فَسَبَقْنَا إِلَى السَّفِينَةِ وَأَقْلَعْنَا إِلَى أَسُّوسَ، مُزْمِعِينَ أَنْ نَأْخُذَ بُولُسَ لأَنَّهُ كَانَ قَدْ رَتَّبَ هكَذَا مُزْمِعًا أَنْ يَمْشِيَ.
δὲ ἡμεῖς προελθόντες ἐπὶ τὸ ; πλοῖον ἀνήχθημεν εἲς τὴν ; Ἆσσον, μέλλοντες ἀναλαμβάνειν τὸν ; Παῦλον· γὰρ διατεταγμένος οὕτως ἦν, ; μέλλων ; αὐτὸς πεζεύειν.
فَالْعَسْكَرُ أَخَذُوا بُولُسَ كَمَا أُمِرُوا، وَذَهَبُوا بِهِ لَيْلاً إِلَى أَنْتِيبَاتْرِيسَ.
Οἱ ; μὲν ; οὖν ; στρατιῶται ἀναλαβόντες τὸν ; Παῦλον κατὰ τὸ ; διατεταγμένον ἤγαγον διὰ ; τῆς ; νυκτὸς εἰς τὴν ; Ἀντιπατρίδα.
مِنْ أَجْلِ ذلِكَ احْمِلُوا سِلاَحَ اللهِ الْكَامِلَ لِكَيْ تَقْدِرُوا أَنْ تُقَاوِمُوا فِي الْيَوْمِ الشِّرِّيرِ، وَبَعْدَ أَنْ تُتَمِّمُوا كُلَّ شَيْءٍ أَنْ تَثْبُتُوا.
διὰ τοῦτο ἀναλάβετε τὴν ; πανοπλίαν ; τοῦ ; θεοῦ, ἵνα δυνηθῆτε ἀντιστῆναι ἐν τῇ ; ἡμέρᾳ τῇ ; πονηρᾷ καὶ κατεργασάμενοι ἅπαντα στῆναι.¶
حَامِلِينَ الْكُلِّ تُرْسَ الإِيمَانِ، الَّذِي بِهِ تَقْدِرُونَ أَنْ تُطْفِئُوا جَمِيعَ سِهَامِ الشِّرِّيرِ الْمُلْتَهِبَةِ.
ἀναλαβόντες πᾶσιν τὸν ; θυρεὸν τῆς ; πίστεως ᾧ ἐν δυνήσεσθε σβέσαι· πάντα τὰ ; βέλη τοῦ ; πονηροῦ τὰ ; πεπυρωμένα
وَبِالإِجْمَاعِ عَظِيمٌ هُوَ سِرُّ التَّقْوَى: ظَهَرَ فِي الْجَسَدِ، تَبَرَّرَ فِي الرُّوحِ، تَرَاءَى لِمَلاَئِكَةٍ، كُرِزَ بِهِ بَيْنَ الأُمَمِ، أُومِنَ بِهِ فِي الْعَالَمِ، رُفِعَ فِي الْمَجْدِ.
Καὶ ; ὁμολογουμένως μέγα ἐστὶν τὸ ; μυστήριον, τῆς ; εὐσεβείας ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήμφθη ἐν δόξῃ.¶
لُوقَا وَحْدَهُ مَعِي. خُذْ مَرْقُسَ وَأَحْضِرْهُ مَعَكَ لأَنَّهُ نَافِعٌ لِي لِلْخِدْمَةِ.
Λουκᾶς ἐστιν ; μόνος μετ᾽ ; ἐμοῦ. ἀναλαβὼν Μᾶρκον ἄγε μετὰ ; σεαυτοῦ· ἔστιν ; γάρ εὔχρηστος μοι εἰς ; διακονίαν.