ك
إصحاح
G3397
G3398. mikrós
G3399
المعنى المختصر للكلمة
mikrós: small (in size, quantity, number or (figuratively) dignity)
اللفظ الأصلي μικρός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق mikrós (mik-ros)
تكرار الورود في الكتاب 42 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

apparently a primary word;

المعنى والشرح المفصل

small (in size, quantity, number or (figuratively) dignity)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
least less little small

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

μικρὸν (19×) τῶν ; μικρῶν (5×) μικρότερος (2×) μικρόν (2×) μικρὰ (2×) ὁ ; μικρότερος (1×) τὸ ; μικρόν; (1×) τοῦ ; μικροῦ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (42 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لَيْتَكُمْ تَحْتَمِلُونَ غَبَاوَتِي قَلِيلاً. بَلْ أَنْتُمْ مُحْتَمِلِيَّ.
Ὄφελον ἀνείχεσθέ μου ; τῇ ; ἀφροσύνῃ μικρόν ἀλλὰ ; καὶ ἀνέχεσθέ ; μου.
أَقُولُ أَيْضًا: لاَ يَظُنَّ أَحَدٌ أَنِّي غَبِيٌّ. وَإِلاَّ فَاقْبَلُونِي وَلَوْ كَغَبِيٍّ، لأَفْتَخِرَ أَنَا أَيْضًا قَلِيلاً.
λέγω, Πάλιν μή δόξῃ τίς με ; εἶναι· ἄφρονα εἰ ; δὲ δέξασθέ ; με, κἂν ὡς ; ἄφρονα τι ; καυχήσωμαι. κἀγὼ μικρόν
خَمِيرَةٌ صَغِيرَةٌ تُخَمِّرُ الْعَجِينَ كُلَّهُ.
ζύμη μικρὰ ζυμοῖ. τὸ ; φύραμα ὅλον
لأَنَّهُ بَعْدَ قَلِيل جِدًّا سَيَأْتِي الآتِي وَلاَ يُبْطِئُ.
γὰρ ἔτι μικρὸν ὅσον ; ὅσον, ἥξει ὁ ; ἐρχόμενος καὶ ; οὐ χρονίσει.
هكَذَا اللِّسَانُ أَيْضًا، هُوَ عُضْوٌ صَغِيرٌ وَيَفْتَخِرُ مُتَعَظِّمًا. هُوَذَا نَارٌ قَلِيلَةٌ، أَيَّ وُقُودٍ تُحْرِقُ.
Οὕτως ἡ ; γλῶσσα καὶ ἐστὶν μέλος μικρὸν καὶ ; αὐχεῖ. μεγάλα ἰδοὺ πῦρ ὀλίγον ἡλίκην ὕλην ἀνάπτει·
أَنَا عَارِفٌ أَعْمَالَكَ. هَأنَذَا قَدْ جَعَلْتُ أَمَامَكَ بَابًا مَفْتُوحًا وَلاَ يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يُغْلِقَهُ، لأَنَّ لَكَ قُوَّةً يَسِيرَةً، وَقَدْ حَفِظْتَ كَلِمَتِي وَلَمْ تُنْكِرِ اسْمِي.
οἶδά σου ; τὰ ; ἔργα. ἰδοὺ δέδωκα ἐνώπιόν ; σου θύραν ἠνεῳγμένην καὶ; οὐδεὶς ; δύναται κλεῖσαι ; αὐτήν· ὅτι ἔχεις δύναμιν μικρὰν καὶ ἐτήρησάς μου ; τὸν ; λόγον καὶ ; οὐκ ἠρνήσω τὸ ; ὄνομά ; μου.
فَأُعْطُوا كُلُّ وَاحِدٍ ثِيَابًا بِيضًا، وَقِيلَ لَهُمْ أَنْ يَسْتَرِيحُوا زَمَانًا يَسِيرًا أَيْضًا حَتَّى يَكْمَلَ الْعَبِيدُ رُفَقَاؤُهُمْ، وَإِخْوَتُهُمْ أَيْضًا، الْعَتِيدُونَ أَنْ يُقْتَلُوا مِثْلَهُمْ.
καὶ ; ἐδόθησαν αὐτοῖς ; ἑκάστοις στολαὶ λευκαὶ καὶ ; ἐρρέθη αὐτοῖς ἵνα ἀναπαύσωνται χρόνον μικρὸν ἔτι ἕως ; οὗ πληρώσονται οἱ ; σύνδουλοι ; αὐτῶν καὶ ; οἱ ; ἀδελφοὶ ; αὐτῶν, καὶ οἱ ; μέλλοντες ἀποκτέννεσθαι ὡς ; καὶ ; αὐτοί.¶
وَغَضِبَتِ الأُمَمُ، فَأَتَى غَضَبُكَ وَزَمَانُ الأَمْوَاتِ لِيُدَانُوا، وَلِتُعْطَى الأُجْرَةُ لِعَبِيدِكَ الأَنْبِيَاءِ وَالْقِدِّيسِينَ وَالْخَائِفِينَ اسْمَكَ، الصِّغَارِ وَالْكِبَارِ، وَلِيُهْلَكَ الَّذِينَ كَانُوا يُهْلِكُونَ الأَرْضَ.
καὶ ; ὠργίσθησαν, τὰ ; ἔθνη καὶ ; ἦλθεν ἡ ; ὀργή ; σου καὶ ; ὁ ; καιρὸς τῶν ; νεκρῶν κριθῆναι καὶ ; δοῦναι τὸν ; μισθὸν τοῖς ; δούλοις ; σου τοῖς ; προφήταις καὶ ; τοῖς ; ἁγίοις καὶ ; τοῖς ; φοβουμένοις τὸ ; ὄνομά ; σου, τοῖς; μικροῖς καὶ ; τοῖς; μεγάλοις καὶ ; διαφθεῖραι τοὺς διαφθείροντας τὴν ; γῆν.¶
وَيَجْعَلَ الْجَمِيعَ: الصِّغَارَ وَالْكِبَارَ، وَالأَغْنِيَاءَ وَالْفُقَرَاءَ، وَالأَحْرَارَ وَالْعَبِيدَ، تُصْنَعُ لَهُمْ سِمَةٌ عَلَى يَدِهِمِ الْيُمْنَى أَوْ عَلَى جَبْهَتِهِمْ،
καὶ ; ποιεῖ πάντας, τοὺς ; μικροὺς καὶ ; τοὺς ; μεγάλους καὶ ; τοὺς ; πλουσίους καὶ ; τοὺς ; πτωχοὺς καὶ ; τοὺς ; ἐλευθέρους καὶ ; τοὺς ; δούλους, ἵνα ; δώσῃ αὐτοῖς χαράγματα ἐπὶ τῆς ; χειρὸς ; αὐτῶν τῆς ; δεξιᾶς ἢ ἐπὶ τῶν; μέτωπων; αὐτῶν,
وَخَرَجَ مِنَ الْعَرْشِ صَوْتٌ قَائِلاً: سَبِّحُوا لإِلهِنَا يَا جَمِيعَ عَبِيدِهِ، الْخَائِفِيهِ، الصِّغَارِ وَالْكِبَارِ..
Καὶ ; ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ ; θρόνου φωνὴ λέγουσα· αἰνεῖτε τὸν; θεὸν; ἡμῶν πάντες οἱ ; δοῦλοι ; αὐτοῦ καὶ ; οἱ ; φοβούμενοι ; αὐτόν, καὶ ; οἱ ; μικροὶ καὶ ; μεγάλοι. ; οἱ
لِكَيْ تَأْكُلِي لُحُومَ مُلُوكٍ، وَلُحُومَ قُوَّادٍ، وَلُحُومَ أَقْوِيَاءَ، وَلُحُومَ خَيْل وَالْجَالِسِينَ عَلَيْهَا، وَلُحُومَ الْكُلِّ: حُرًّا وَعَبْدًا، صَغِيرًا وَكَبِيرًا.
ἵνα φάγητε σάρκας βασιλέων καὶ ; σάρκας χιλιάρχων καὶ ; σάρκας ἰσχυρῶν καὶ ; σάρκας ἵππων καὶ ; τῶν ; καθημένων ἐπ᾽ ; αὐτῶν καὶ ; σάρκας πάντων, ἐλευθέρων καὶ ; δούλων καὶ ; μικρῶν καὶ ; μεγάλων.¶
وَطَرَحَهُ فِي الْهَاوِيَةِ وَأَغْلَقَ عَلَيْهِ، وَخَتَمَ عَلَيْهِ لِكَيْ لاَ يُضِلَّ الأُمَمَ فِي مَا بَعْدُ، حَتَّى تَتِمَّ الأَلْفُ السَّنَةِ. وَبَعْدَ ذلِكَ لاَبُدَّ أَنْ يُحَلَّ زَمَانًا يَسِيرًا.
καὶ ; ἔβαλεν ; αὐτὸν εἰς ; τὴν ; ἄβυσσον καὶ ; ἔκλεισεν αὐτὸν καὶ ; ἐσφράγισεν ἐπάνω ; αὐτοῦ, ἵνα μὴ πλανήσῃ τὰ ; ἔθνη ἔτι ἄχρι τελεσθῇ τὰ ; χίλια ἔτη. καὶ ; μετὰ ταῦτα δεῖ αὐτὸν ; λυθῆναι χρόνον.¶ μικρὸν