ك
إصحاح
G1986
G1987. epístamai
G1988
المعنى المختصر للكلمة
epístamai: to put the mind upon, i.e. comprehend, or be acquainted with
اللفظ الأصلي ἐπίσταμαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق epístamai (ep-is-tam-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 14 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to put the mind upon, i.e. comprehend, or be acquainted with

الإنجليزية — KJV Translation Tags
know understand

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐπίστασθε (5×) ἐπιστάμενος (3×) ἐπίσταται (1×) ἐπίστανται, (1×) ἐπίστανται (1×) ἐπίσταμαι· (1×) ἐπίσταμαι (1×) μηδὲν ; ἐπιστάμενος (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (14 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَأَنْكَرَ قَائِلاً: لَسْتُ أَدْرِي وَلاَ أَفْهَمُ مَا تَقُولِينَ. وَخَرَجَ خَارِجًا إِلَى الدِّهْلِيزِ، فَصَاحَ الدِّيكُ.
δὲ ; ἠρνήσατο λέγων· Οὐκ οἶδα οὐδὲ ἐπίσταμαι τί σὺ ; λέγεις. καὶ ; ἐξῆλθεν ἔξω εἰς τὸ ; προαύλιον, καὶ ; ἐφώνησεν. ἀλέκτωρ
فَقَالَ لَهُمْ: أَنْتُمْ تَعْلَمُونَ كَيْفَ هُوَ مُحَرَّمٌ عَلَى رَجُل يَهُودِيٍّ أَنْ يَلْتَصِقَ بِأَحَدٍ أَجْنَبِيٍّ أَوْ يَأْتِيَ إِلَيْهِ. وَأَمَّا أَنَا فَقَدْ أَرَانِي اللهُ أَنْ لاَ أَقُولَ عَنْ إِنْسَانٍ مَا إِنَّهُ دَنِسٌ أَوْ نَجِسٌ.
ἔφη ; τε πρὸς ; αὐτούς· ὑμεῖς ἐπίστασθε ὡς ἐστιν ἀθέμιτόν ἀνδρὶ Ἰουδαίῳ κολλᾶσθαι ἀλλοφύλῳ· ἢ προσέρχεσθαι κἀμοὶ ἔδειξεν ὁ ; θεὸς μηδένα λέγειν ἄνθρωπον, κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον
فَبَعْدَ مَا حَصَلَتْ مُبَاحَثَةٌ كَثِيرَةٌ قَامَ بُطْرُسُ وَقَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، أَنْتُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّهُ مُنْذُ أَيَّامٍ قَدِيمَةٍ اخْتَارَ اللهُ بَيْنَنَا أَنَّهُ بِفَمِي يَسْمَعُ الأُمَمُ كَلِمَةَ الإِنْجِيلِ وَيُؤْمِنُونَ.
γενομένης, ; δὲ συζητήσεως πολλῆς ἀναστὰς Πέτρος εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ἄνδρες ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐπίστασθε ὅτι ἀφ᾽ ἡμερῶν ἀρχαίων ἐξελέξατο ὁ ; θεὸς ἐν ; ἡμῖν διὰ τοῦ ; στόματός ; μου ἀκοῦσαι τὰ ; ἔθνη τὸν ; λόγον τοῦ ; εὐαγγελίου καὶ ; πιστεῦσαι.
كَانَ هذَا خَبِيرًا فِي طَرِيقِ الرَّبِّ. وَكَانَ وَهُوَ حَارٌّ بِالرُّوحِ يَتَكَلَّمُ وَيُعَلِّمُ بِتَدْقِيق مَا يَخْتَصُّ بِالرَّبِّ. عَارِفًا مَعْمُودِيَّةَ يُوحَنَّا فَقَطْ.
ἦν οὗτος κατηχημένος τὴν ὁδὸν τοῦ ; κυρίου, καὶ ζέων τῷ ; πνεύματι ἐλάλει καὶ ; ἐδίδασκεν ἀκριβῶς τὰ ; περὶ τοῦ ; κυρίου ἐπιστάμενος τὸ ; βάπτισμα Ἰωάννου· μόνον
فَأَجَابَ الرُّوحُ الشِّرِّيرُ وَقَالَ: أَمَّا يَسُوعُ فَأَنَا أَعْرِفُهُ، وَبُولُسُ أَنَا أَعْلَمُهُ، وَأَمَّا أَنْتُمْ فَمَنْ أَنْتُمْ.
ἀποκριθὲν ; δὲ τὸ ; πνεῦμα τὸ ; πονηρὸν εἶπεν μὲν τὸν ; Ἰησοῦν γινώσκω καὶ ; τὸν ; Παῦλον ἐπίσταμαι· δὲ ὑμεῖς τίνες ἐστέ;
فَجَمَعَهُمْ وَالْفَعَلَةَ فِي مِثْلِ ذلِكَ الْعَمَلِ وَقَالَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ أَنْتُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّ سِعَتَنَا إِنَّمَا هِيَ مِنْ هذِهِ الصِّنَاعَةِ.
οὓς ; συναθροίσας καὶ ; τοὺς ; ἐργάτας περὶ τὰ τοιαῦτα εἶπεν· ἄνδρες, ἐπίστασθε ὅτι ἡ ; εὐπορία ; ἡμῶν ἐστιν, ἐκ ταύτης τῆς ; ἐργασίας
فَلَمَّا جَاءُوا إِلَيْهِ قَالَ لَهُمْ: أَنْتُمْ تَعْلَمُونَ مِنْ أَوَّلِ يَوْمٍ دَخَلْتُ أَسِيَّا، كَيْفَ كُنْتُ مَعَكُمْ كُلَّ الزَّمَانِ،
ὡς ; δὲ παρεγένοντο πρὸς ; αὐτὸν εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ἐπίστασθε ἀπὸ πρώτης ἡμέρας ἀφ᾽ ; ἧς ; ἐπέβην εἰς ; τὴν ; Ἀσίαν πῶς ἐγενόμην μεθ᾽ ; ὑμῶν τὸν ; πάντα χρόνον
فَقُلْتُ: يَا رَبُّ، هُمْ يَعْلَمُونَ أَنِّي كُنْتُ أَحْبِسُ وَأَضْرِبُ فِي كُلِّ مَجْمَعٍ الَّذِينَ يُؤْمِنُونَ بِكَ.
κἀγὼ ; εἶπον· κύριε, αὐτοὶ ἐπίστανται ὅτι ; ἐγὼ ἤμην φυλακίζων καὶ ; δέρων κατὰ τὰς ; συναγωγὰς τοὺς πιστεύοντας ἐπὶ ; σέ·
فَأَجَابَ بُولُسُ، إِذْ أَوْمَأَ إِلَيْهِ الْوَالِي أَنْ يَتَكَلَّمَ: إِنِّي إِذْ قَدْ عَلِمْتُ أَنَّكَ مُنْذُ سِنِينَ كَثِيرَةٍ قَاضٍ لِهذِهِ الأُمَّةِ، أَحْتَجُّ عَمَّا فِي أَمْرِي بِأَكْثَرِ سُرُورٍ.
Ἀπεκρίθη ; δὲ ὁ ; Παῦλος, νεύσαντος αὐτῷ τοῦ ; ἡγεμόνος λέγειν· ἐπιστάμενος σε ἐκ ἐτῶν πολλῶν κριτὴν τούτῳ τῷ ; ἔθνει ἀπολογοῦμαι· περὶ ἐμαυτοῦ εὐθύμως ; τὰ
لأَنَّهُ مِنْ جِهَةِ هذِهِ الأُمُورِ، عَالِمٌ الْمَلِكُ الَّذِي أُكَلِّمُهُ جِهَارًا، إِذْ أَنَا لَسْتُ أُصَدِّقُ أَنْ يَخْفَى عَلَيْهِ شَيْءٌ مِنْ ذلِكَ، لأَنَّ هذَا لَمْ يُفْعَلْ فِي زَاوِيَةٍ.
γὰρ περὶ τούτων ἐπίσταται ὁ ; βασιλεύς, πρὸς ; ὃν λαλῶ· παρρησιαζόμενος οὐ ; πείθομαι λανθάνειν ; οὐθέν· αὐτόν τι τούτων γάρ τοῦτο. οὐ ; ἐστιν πεπραγμένον ἐν γωνίᾳ
فَقَدْ تَصَلَّفَ، وَهُوَ لاَ يَفْهَمُ شَيْئًا، بَلْ هُوَ مُتَعَلِّلٌ بِمُبَاحَثَاتٍ وَمُمَاحَكَاتِ الْكَلاَمِ، الَّتِي مِنْهَا يَحْصُلُ الْحَسَدُ وَالْخِصَامُ وَالافْتِرَاءُ وَالظُّنُونُ الرَّدِيَّةُ،
τετύφωται μηδὲν ; ἐπιστάμενος ἀλλὰ νοσῶν περὶ ; ζητήσεις καὶ ; λογομαχίας, ὧν ἐξ γίνεται φθόνος, ἔρις, βλασφημίαι, ὑπόνοιαι πονηραί,
بِالإِيمَانِ إِبْرَاهِيمُ لَمَّا دُعِيَ أَطَاعَ أَنْ يَخْرُجَ إِلَى الْمَكَانِ الَّذِي كَانَ عَتِيدًا أَنْ يَأْخُذَهُ مِيرَاثًا، فَخَرَجَ وَهُوَ لاَ يَعْلَمُ إِلَى أَيْنَ يَأْتِي.
Πίστει Ἀβραὰμ καλούμενος ὑπήκουσεν ἐξελθεῖν εἰς τὸν ; τόπον ὃν ἤμελλεν λαμβάνειν εἰς ; κληρονομίαν καὶ ; ἐξῆλθεν μὴ ἐπιστάμενος ποῦ ἔρχεται.¶
أَنْتُمُ الَّذِينَ لاَ تَعْرِفُونَ أَمْرَ الْغَدِ. لأَنَّهُ مَا هِيَ حَيَاتُكُمْ. إِنَّهَا بُخَارٌ، يَظْهَرُ قَلِيلاً ثُمَّ يَضْمَحِلُّ.
οἵτινες οὐκ ἐπίστασθε τὸ τῆς ; αὔριον γὰρ ποία ἡ ; ζωὴ ; ὑμῶν. γάρ ἀτμὶς ; ἐστιν φαινομένη ἡ ; ὀλίγον ; πρὸς ἔπειτα δὲ ; καὶ ; ἀφανιζομένη·
وَلكِنَّ هؤُلاَءِ يَفْتَرُونَ عَلَى مَا لاَ يَعْلَمُونَ. وَأَمَّا مَا يَفْهَمُونَهُ بِالطَّبِيعَةِ، كَالْحَيَوَانَاتِ غَيْرِ النَّاطِقَةِ، فَفِي ذلِكَ يَفْسُدُونَ.
δὲ οὗτοι βλασφημοῦσιν· ὅσα οὐκ οἴδασιν δὲ ὅσα ἐπίστανται, φυσικῶς ζῷα ἄλογα ἐν τούτοις φθείρονται.